Η δομή των ιστοριών περιστρέφεται γύρω από την Ζακ, μία εκπαιδευμένη δολοφόνο, με ένα βίαιο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Ο Μέντορας είναι αυτός που βρίσκεται στο παρασκήνιο και κινεί τα νήματα, καθοδηγώντας παράλληλα την ηρωίδα σε αποστολές, δολοφονίες και όχι μόνο.
Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι κανείς δε γνωρίζει ποιος είναι ο Μέντορας και η Ζακ εμπιστεύεται κάποιον που δεν έχει δει ποτέ σε ολοένα και πιο επικίνδυνες αποστολές, με απρόσμενα αποτελέσματα.

Η ζωή είναι μία σειρά από επιλογές, η εκδίκηση είναι μία από αυτές...

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Ζακ 12 - Μεσάνυχτα

Η Νόρμα αναστήθηκε…

Η υπηρεσία ήταν μία καλά οργανωμένη επιχείρηση με ενεργούς πράκτορες σε όλο τον κόσμο, που συνδύαζε στρατιωτικές τακτικές και πολίτες τόσο σε αντάρτικο πόλεως, όσο και σε μυστικές επιχειρήσεις, ανάλογα με τις περιστάσεις. Μέσα από όλο αυτόν τον συρφετό κόσμου σχηματίζοντας ένα μωσαϊκό από διαφορετικότητα, ικανότητα και αποτελεσματικότητα, ξεχώριζε τουλάχιστον ένα πρόσωπο.
Ο Άνταμ Σμιθ βρισκόταν πάντα στο πιο ψηλό σημείο της οποιασδήποτε λίστας που κρατούσαν κάποιοι στατιστικολόγοι, επιστήμονες που είχαν επιλεχθεί για να βρίσκουν τους καλύτερους των καλύτερων και να τους κατευθύνουν. Βασικό μέλημα της Υπηρεσίας ήταν η εύρυθμη λειτουργία των πρακτόρων της ανά την υφήλιο με άκρα μυστικότητα. Γρανάζια μίας μηχανής ψευδών, στρεβλών και αποτελεσματικών πραγματικοτήτων.
Μία αποστολή τον είχε φέρει ως την Ευρώπη, ακόμη μία φορά, εισχωρώντας σε ένα κύκλωμα Σλοβάκων μαστροπών, όπου ο φερώνυμος αρχηγός είχε δοσοληψίες με ύποπτα πρόσωπα διεθνούς κινδύνου. Μετά από έξι μήνες μυστικός, είχε απορροφηθεί από το ρόλο του τόσο πολύ που η χρήση ναρκωτικών ουσιών έμοιαζε να είναι η δεύτερη φύση του. Ο χειριστής του επέμενε να τον αποσύρει από την αποστολή διακινδυνεύοντας όλη την πορεία που είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά ο Σμιθ δε θα τα παρατούσε τόσο εύκολα, είχε φτάσει πολύ κοντά στο στόχο και συνάμα πολύ μακριά από τον εαυτό του.
Μερικές ενέσεις ακόμη και θα ήταν πολύ αργά για να επιστρέψει, όταν βρέθηκαν στα χέρια του οι κωδικοί για την κρυπτογραφημένη γραμμή συνομιλιών του μεγάλου αφεντικού με τους κύκλους που υποπτεύονταν. Το κακό όταν κάποιος έχει πολλές πόρνες ανάμεσα στα πόδια του και τους συμπεριφέρεται απαίσια, αυτές θα κάνουν οτιδήποτε για κάποιον πρόθυμο να τις ακούσει και να τους δείξει ότι υπάρχουν άντρες που δεν είναι τέρατα. Βέβαια, το να παριστάνει κάποιος ότι δεν είναι μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτεί κάποια, είναι βασική εκπαίδευση ενός πράκτορα.
Οι κωδικοί έφτασαν στα κεντρικά της Υπηρεσίας, επαληθεύτηκαν και τότε δόθηκε η άδεια για το σκηνοθετημένο θάνατο του πράκτορα. Βασική προϋπόθεση ήταν να μην αποκαλυφθεί η πραγματική ταυτότητα του, οπότε μία βόμβα στο αμάξι του, μάρτυρες που τον είχαν δει να μπαίνει, ένα πτώμα από ένα νεκροτομείο της περιοχής και μία αριστοτεχνική αλλαγή οδηγού, εξαφάνισαν για πάντα τον Σμιθ από τη Σλοβακία.
Μετά από έντονη συζήτηση με τον χειριστή του, βρέθηκε για διακοπές στο Παλέρμο, όπου θα έκανε την αποτοξίνωση του και θα έβρισκε τον εαυτό του. Οι Σικελοί είναι άνθρωποι που γνωρίζουν πως η σιωπή είναι χρυσός και η πόλη ήταν ιδανική για κάποιον που θέλει να παραμείνει ανώνυμος. Ο πράκτορας Σμιθ ζούσε μία υπέροχα φυσιολογική αγροτική ζωή, με τις πρώτες μέρες να είναι έντονες και γεμάτες πόνο από την απεξάρτηση.
Είχαν περάσει δύο εβδομάδες όταν περιδιάβαινε τους γραφικούς δρόμους σε ένα χωριό του Παλέρμο και είδε το πιο υπέροχο θέαμα που είχε δει ποτέ στη ζωή του: Μία πανέμορφη γυναίκα που έμοιαζε με σικελικό μύθο.
Η οπτασία της κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, αφού έστριψε σε μία γωνία και χάθηκε. Ο πράκτορας έτρεξε με κομμένη την ανάσα να την προφτάσει, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά, είχε εξαφανιστεί. Τις επόμενες μέρες περνούσε με μεγάλη συχνότητα από το δρομάκι εκείνο, μέχρι να τη συναντήσει ή να τη δει ή οτιδήποτε θα μπορούσε να τον κάνει να κρατηθεί κάτι από εκείνη στη μνήμη του.
Η ονειροπόληση του έμεινε μετέωρη καθώς αντιλήφθηκε πως υπήρχε κάποιος εκεί μαζί του, κάποιος απρόσκλητος, ο οποίος δε θα έπρεπε να είναι. Την ακριβή τοποθεσία του σπιτιού του τη γνώριζαν ελάχιστα άτομα και μερικά από αυτά ήταν οι ανώτεροι του στην Υπηρεσία, επομένως αν ήταν κάποιος στο σπίτι του χωρίς να το γνωρίζει θα έπρεπε να ήταν ένας από αυτούς, αφού οι υπόλοιποι ήταν νεκροί. Βέβαια, το πρόβλημα εντοπιζόταν στο γεγονός πως κανείς από τους ανωτέρους του δε θα έμπαινε στον κόπο να του κάνει μία τυπική επίσκεψη. Άρα, ποιος ήταν αυτός που καθόταν στην πολυθρόνα του και τον έβλεπε ενώ κοιμόταν?
«Περίμενες να ξυπνήσω για να με σκοτώσεις? Τρυφερό».
«Όπως μπορείς να καταλήξεις και μόνος σου, αν το ήθελα θα το είχα κάνει, δε με δένει κάποιος συναισθηματισμός μαζί σου».
«Άρα δένεσαι με άλλους».
«Συγκεκριμένα με έναν που ενδιαφέρει εσένα».
Με μία αέρινη σχεδόν κίνηση πάτησε τον κρυφό διακόπτη πίσω από το μαξιλάρι του για να ανάψει τον πολυέλαιο και μην αφήνοντας χρόνο αντίδρασης στον εισβολέα έβγαλε ένα περίστροφο από το μαξιλάρι του. Όταν σημάδεψε προς το μέρος του άλλου, έτοιμος να προσαρμόσει τα μάτια του στο έντονο φως, που περίμενε να γεμίσει το χώρο, η έκπληξη του ήταν ακαριαία, η λάμπα δεν άναψε ποτέ.
«Ωραίες κινήσεις έχω να πω! Εντυπωσιάστηκα!» ο σαρκασμός ήταν έκδηλος.
«Ποιος είσαι?»
«Ας πούμε ένα ενδιαφερόμενο μέλος, για το καλό μίας κοινής μας φίλη».
«Σε σημαδεύω με όπλο και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να συζητάς σα να γνωριζόμαστε χρόνια?»
«Πρώτον, σε γνωρίζω χρόνια. Δεύτερον, με σημαδεύεις με άδειο όπλο, κάτι που παρατήρησες από την ώρα που το έπιασες».
Ακολούθησε μία μικρή σιωπή μέχρι ο πράκτορας να κατανοήσει πως το θέατρο του είχε πέσει στο κενό. Ο εισβολέας ήταν καλός, πολύ καλός και δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει αν το επιθυμούσε.
«Σε ακούω» είπε πρόθυμος να δει που θα κατέληγε η εισβολή αυτή.
«Η Νόρμα ζει».
Η φράση έμεινε μετέωρη για αρκετή ώρα και κανείς τους δε μιλούσε, ο εισβολέας περίμενε την αντίδραση του Σμιθ και ο Σμιθ προσπαθούσε να αντιληφθεί πόσα ήξερε ο άλλος.
«Πες μου ποιος είσαι, αλλιώς…»
«Αλλιώς θα με σκοτώσεις. Ναι, ξέρω. Όπως επίσης ξέρω πράγματα που δε θα ήθελες να βγουν στην επιφάνεια. Ξέρεις, η Υπηρεσία δε χαίρεται ιδιαίτερα όταν οι πράκτορες της παρεκκλίνουν για προσωπικό όφελος».
«Σε προειδοποιώ…»
«Καλό είναι να κάτσεις εκεί που κάθεσαι, γιατί δεν έχεις ελπίδες εναντίον μου. Επίσης μέχρι να με φτάσεις θα έπεφτες νεκρός. Οποιοδήποτε αντικείμενο θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις σαν όπλο δε βρίσκεται κοντά σου. Επομένως θα με ακούσεις».
«Σε ακούω».
«Ωραία. Βλέπω είσαι λογικός. Όπως προείπα, η Νόρμα ζει».
«Εννοείς η δολοφόνος που αυτοαποκαλείται Ζακ?»
«Ναι, για εκείνη μιλάω, όμως εσύ τη γνώρισες ως Νόρμα και από τότε δέθηκες συναισθηματικά».
«Δεν είμαι ερωτευμένος με μία δολοφόνο».
«Φυσικά όχι, αν και, είναι αλήθεια, ωστόσο. Επειδή υπάρχει μία πίεση χρόνου, θέλω να με ακούσεις με προσοχή λοιπόν».



Κάτι για να σπάσει ο Πάγος…

Μερικά χρόνια πριν κάποια ανώτερα στελέχη μιας πολυεθνικής εξαφανίστηκαν δίχως να αφήσουν ίχνη, υποχρεώνοντας το εναπομείναν διοικητικό συμβούλιο να αποφασίσει τη συγχώνευση με την αντίπαλη εταιρεία που για καιρό πολιορκούσε μία προσάρτηση. Όλα ξεκίνησαν όταν ο πρόεδρος είπε χαρακτηριστικά: «Δεν ανέχομαι ποταπά σκουλήκια να προσπαθούν να διεισδύσουν στο μήλο μου». Η δήλωση αυτή έμεινε αναπάντητη μέχρι που ενημερώθηκαν οι πραγματικοί ιθύνοντες που είχαν αποφασίσει να διευρύνουν τον κύκλο εξουσίας τους.
Με συνοπτικές διαδικασίες πάρθηκαν αποφάσεις και οι διαταγές μεταβιβάστηκαν στα κατώτερα κλιμάκια, ένα εκ των οποίων ήταν ο Ιανός. Το μήνυμα που έλαβε ήταν να εξαλείψει το πρόβλημα μόνιμα για να προωθηθούν τα υπόλοιπα σχέδια. Στο μυαλό του σχηματίστηκαν οι πιθανότητες ανέλιξης και βρήκε πως θα μπορούσε να φτάσει ψηλότερα στην ιεραρχία αν εξαφάνιζε και έναν ανταγωνιστή του στην πορεία. Το πρόβλημα όμως εντοπιζόταν στο πως θα το παρουσιάσει, αφού όλα θέλουν ένα λεπτό χειρισμό, τέτοιο ώστε να μην αποκαλυφθεί ο ίδιος. Τότε αποφάσισε να υιοθετήσει μία βιτρίνα, κάποιον αρκετά έξυπνο και φιλόδοξο, αλλά εύκολα χειραγωγήσιμο. 
Ύστερα από αρκετή έρευνα βρέθηκε ένας τύπος που ανήκε στην ακροδεξιά παράταξη των Σέρβων πατριωτών και το σημείο χειραγώγησης του ήταν η ίδια του η φιλοδοξία να σκοτώσει όποιον ήταν αντίθετος με τις ιδέες του. Ειδικά κονδύλια χρηματοδότησαν μία μυστική επιχείρηση ενδυνάμωσης τόσο του πολεμικού υλικού όσο και του έμψυχου, των πατριωτών. Κυκλοφορούσαν διάφορα ονόματα στους υπόγειους ακροδεξιούς κύκλους, με αποτέλεσμα να είναι ασύνδετες ομάδες χωρίς κάποιον να τους καθοδηγεί.
Όλα άλλαξαν όταν σε μία «εκδήλωση» πατριωτισμού, εμφανίστηκε ένας παράξενος άντρας με σημαδεμένο πρόσωπο και χωρίς να ρωτήσει κανέναν ανέβηκε στο βήμα. Με μία επουράνια ηρεμία και πλήρη αδιαφορία κοίταζε προς τα κάτω στο κοινό με πολλή προσοχή, σα να έψαχνε κάποιον ή κάτι. Αρκετοί παρευρισκόμενοι έδειξαν ένα έντονο ενδιαφέρον για τον ξένο και πολλοί από αυτούς έδειχναν εχθρική προδιάθεση. Ο ξένος όμως αγνοούσε πλήρως τις αποδοκιμασίες και τις απειλές προς το πρόσωπο του, ωσότου βρήκε αυτό που αναζητούσε. Σηκώνοντας αργά το δεξί του χέρι σε φασιστικό χαιρετισμό, έκανε μία βαθιά υπόκλιση.
Σε ένα θέατρο επιβάλλεται η δραματοποίηση και ειδικότερα σε μία σκηνή με ένα κοινό έτοιμο να υποδεχτεί οποιονδήποτε ως ηγέτη. Αν κάποιος ξένος σε αναγνωρίσει ως ηγέτη, τότε όλοι δεν έχουν παρά να σε προσέξουν, αν βέβαια ο ξένος έχει κύρος, τότε όλοι θα σε σεβαστούν και τέλος αν ο ξένος έρχεται ως προάγγελος του σκληρότερου πυρήνα της παγκόσμιας ακροδεξιάς οργάνωσης δίνοντας σου το χρίσμα, δε θα υπάρξει κανείς να μη σε σέβεται.
Η σιωπή βασίλεψε έπειτα από το λόγο που είχε εκφωνήσει μπροστά το σέρβικο ακροατήριο. Ένας λακωνικός λόγος που εμπεριείχε λέξεις όπως: Ράιχ, Γιάνος, αρχηγός και άλλες ακροδεξιές ιδέες. Αναμεμειγμένα όλα με την εμφάνιση αυτού που τα έλεγαν, δεν ενέπνεαν σεβασμό, αλλά φόβο. Ο βασικός στόχος του Ιανού προκειμένου να δημιουργηθεί η περσόνα του Γιάνος, του ανθρώπου που θα γινόταν η βιτρίνα του.
Το εγχείρημα επωμίστηκε ο άνθρωπος με το προσωνύμιο ο Πάγος, το οποίο δίκαια αντικατέστησε το πραγματικό του όνομα, ένα όνομα που ξεχάστηκε με την πάροδο των χρόνων και έγινε σκόνη κάτω από το βάρος της λήθης. Στοιχεία και λεπτομέρειες της ζωής του χάθηκαν από επίσημα αρχεία, παραποιήθηκαν και εν τέλει διαγράφηκαν. Για κάποιον όμως υπήρχαν λεπτομέρειες, όπως μία φωτογραφία με τον ίδιο τον Πάγο να κλαίει με αναφιλητά, έναν άνθρωπο που οι πιο σκληροί βασανιστές δεν κατάφεραν να σπάσουν ποτέ και κυρίως εκείνον που δεν ένιωθε αισθήματα.
Η φωτογραφία καιγόταν αργά στο τζάκι και στο μυαλό του έτρεχαν σενάρια για το πώς θα γλύτωνε το μένος του ανθρώπου που του χάρισε τη ζωή, ώσπου ο σωτήρας του σηκώθηκε και η αναπνοή του σταμάτησε. Όλο του το σώμα σφίχτηκε περιμένοντας το αναπόφευκτο χέρι του θανάτου, αλλά εκείνος τον προσπέρασε σα να μην υπήρχε. Μόλις του είχε προσφέρει δύο επιλογές και θα έπρεπε να διαλέξει σοφά την πιο σωστή. Κυρίως εκείνη που θα του έδινε τη δυνατότητα να παρατείνει την περίοδο της ζωής του.



Η μέρα τελείωσε…

Νταν, νταν, νταν…
Δώδεκα χτύποι ενός παλιού ρολογιού σημαίνοντας το τέλος μίας ακόμη μέρας, μίας ατέλειωτης μέρας.
Οι δονήσεις στην πνιγηρή ατμόσφαιρα μεταφέρουν τους ήχους σε όλο μήκος και το πλάτος της έπαυλης. Ενδιάμεσος σταθμός τα αυτιά του μοναδικού ένοικου, ο οποίος στέκεται ατενίζοντας το παράθυρο.
Βρίσκεται για ώρες εκεί χαμένος στις σκέψεις του, αναπολώντας πως έφτασε η ζωή του σε αυτό το σημείο και κυρίως ποια ήταν η καμπή που τον οδήγησε εκεί. Στο αριστερό του χέρι βρισκόταν ένα κρυστάλλινο ποτήρι με παλαιωμένο ουίσκι και στο δεξί ένα μικρό περίστροφο. Ήταν ειδική παραγγελία και του είχε κοστίσει μία μικρή περιούσια, όμως πληρούσε τις προδιαγραφές που αναζητούσε: δυνατό, ακριβές, επιχρυσωμένο και μοναδικό. Θεωρούσε ότι για να σκοτώσεις κάποιον, πρέπει να αφήσεις την υπογραφή σου και να το κάνεις με χάρη. Το να σκοτώνεις ήταν τέχνη.
Αμυδρά είχε ακούσει τους χτύπους του ρολογιού και μετά τον έβδομο συνειδητοποίησε πως είχε έρθει η ώρα για την τελευταία πράξη ενός καλού έργου, αλλά όχι τόσο καλού όσο θα ήθελε ο ίδιος προσωπικά.
Τα σχέδια του είχαν ανατραπεί από κάποιον ανώτερο του και όφειλε να του το αναγνωρίσει, όμως είχε φύγει νωρίτερα. Ποτέ δεν περίμενε πως θα ηττηθεί, πόσο μάλλον ότι θα πέθαινε.
Η ζωή είναι μικρή και πάνω από όλα απρόσμενη.
Πάντα θα υπάρχει κάποιος ανώτερος από σένα τη δεδομένη στιγμή που νομίζεις ότι είσαι ανώτερος.
«Άραγε πως θα είναι ο ανώτερος σου? Αναρωτιέμαι…» είπε απευθυνόμενος στη νύχτα απέξω από το παράθυρο του «Δε θα μάθω ποτέ».
Ήπιε τις τελευταίες γουλιές του και σήκωσε το όπλο, βάζοντας το κάτω από το σαγόνι του. Η κάννη ήταν δροσερή και αυτό τον ικανοποίησε. Το βλέμμα του είχε αιχμαλωτίσει ένα αστέρι ψηλά στον ουρανό για να είναι το τελευταίο πράγμα που θα θυμόταν, αλλά το χέρι του άρχισε να τρέμει, ένας σπασμός τον έπιασε και το ποτήρι ξέφυγε. Το όπλο ακολούθησε. Τέλος έπεσε ο ίδιος στο πάτωμα σφαδάζοντας.
«Δηλητήριο…» ψέλλισε.
Κάποιος του είχε στερήσει την αυτοκτονία.
Το βλέμμα του έπεσε σε ένα μικρό κέρμα που βρισκόταν μερικά εκατοστά από τον αμφιβληστροειδή του. Ένα κέρμα για τον άλλο κόσμο.
«Δε μπορεί να είναι τόσο καλός! Πως το προέβλεψε?»
Έπειτα πέθανε…  



Κώδικας…

Ένα κομμάτι χαρτί με παραταγμένους αριθμούς είχε αφεθεί πάνω στο τραπέζι όπου έτρωγε το χάμπουργκέρ του με ιδιαίτερη προσήλωση. Ποτέ δεν πρόσεξε ποιος ή ποια μπορεί να άφησε ένα τέτοιο σημείωμα πάνω στο τραπέζι και δε θα το πρόσεχε αν δεν έριχνε την κέτσαπ με το χέρι του, όταν πήγε να πάρει τη χαρτοπετσέτα του.
Στην αρχή νόμιζε πως είναι κάποιο σημείωμα από κάποια όμορφη, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε.
«Ποια θα με κοιτάξει εμένα?»
Το άνοιξε με τα λερωμένα χέρια του και η απορία αμέσως σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Δε μπορούσε να καταλάβει τι σήμαιναν οι αριθμοί, πόσο μάλλον σκεφτεί για ποιο λόγο θα εμφανιζόταν αυτό το πράγμα σε εκείνον.
Για μερικά λεπτά σκέφτηκε σοβαρά το ζήτημα, μέχρι που θυμήθηκε πως είχε αφήσει το φαγητό του. Παράτησε τους αριθμούς και συνέχισε να τρώει ατάραχος.
Στιγμές αργότερα πέρασε ένας τύπος με σταθερό βήμα και σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου είχε αντικαταστήσει το χαρτάκι με την απόδειξη, σε μία και μόνο κίνηση χωρίς να σταματήσει.
Ο εύσωμος είχε τελειώσει με το φαγητό του και αποφάσισε να ασχοληθεί λίγο πιο σοβαρά με τους παράξενους αριθμούς, όταν παρατήρησε ότι κρατούσε στα χέρια του την απόδειξη. Μεγαλύτερη απορία σχηματίστηκε τώρα στο πρόσωπο του και έψαχνε να βρει τη σερβιτόρα, για να λύσει το μυστήριο.
Την ίδια στιγμή ο άγνωστος άνοιγε την πόρτα και έβγαινε στον γεμάτο βουή δρόμο κρατώντας στο χέρι του το χαρτί με τους αριθμούς. Μερικές στιγμές νωρίτερα είχε λάβει ένα μήνυμα να πάει να παραλάβει ένα σημείωμα για εκείνον και μόνο και την υποσημείωση πως αν δεν πήγαινε γρήγορα θα έχανε την ευκαιρία του.
Τώρα κοιτούσε τους αριθμούς και προσπαθούσε να καταλάβει το κρυπτογραφημένο μήνυμα.


40, 60, 46, 30, 48, 45, 47, 54, 11, 41, 57, 60, 9, 36,
54, 46, 64, 32, 63, 58, 54, 40, 49, 39, 55, 46, 35, 35

Στο εσωτερικό του κρανίου του υπολογισμοί, πράξεις και μία προσπάθεια να ανακαλέσει ότι κώδικα είχε ασχοληθεί ποτέ. Το μόνο πράγμα που ήξερε εκείνη τη στιγμή ήταν πως δε θα μπορούσε να το λύσει στο δρόμο. Μετακινήθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου και έκανε νόημα για να σταματήσει ένα διερχόμενο ταξί. Ήχοι από απότομο φρενάρισμα ακούστηκαν και ένα ταξί είχε σταματήσει ακριβώς μπροστά του.
«Που πάμε αφεντικό?» ένας ινδικής καταγωγής οδηγός τον ρώτησε.
Πρόσεξε την ταυτότητα του στο διαχωριστικό που βρισκόταν ανάμεσα τους και είχε ένα όνομα που μόνο αγγλικό δε φαινόταν.
«Ντάουνινγκ Στριτ».
«Έγινε».
Στη διαδρομή που ακολούθησε είχε βγάλει το χαρτί από την τσέπη του και το περιεργαζόταν με προσοχή. Ποιος μπορεί να ήξερε για το μικρό του μυστικό? Τι μπορεί να ήθελε από εκείνον? Μήπως ήταν μπλόφα για να αποκαλυφθεί?
Το μυαλό του βομβαρδιζόταν με πιθανά σενάρια, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα. Είχε κάτι το οικείο, όμως δε μπορούσε να το εντοπίσει ακόμη.
Παράλληλα σε άλλα μέρη του κόσμου το ίδιο μήνυμα είχε παραληφθεί από άλλους που επίσης προσπαθούσαν να το αποκρυπτογραφήσουν. Αυτό που είχε παραληφθεί ήταν πως όποιος το έβρισκε σε ένα καθορισμένο χρόνο θα περνούσε στην επόμενη δοκιμασία. Ο χρόνος περνούσε για όλους…



Νεκρός χρόνος…

Στα περίχωρα της βόρειας Γερμανίας στο Κίελ υπάρχει ένα χάλκινο γλυπτό του Έρμστ Μπάρλαχ και δεσπόζει στο πλάι της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Η ώρα είναι περασμένη και οι επισκέπτες έχουν φύγει αρκετές ώρες πριν, οπότε ο Μέντορας στέκεται να ατενίζει το έργο που είχε αποκολληθεί από το αρχικό του σημείο, «μετακόμισε» την περίοδο του ναζισμού το 1937.
«Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν και ποιόν αιώνα πρέπει να διαβούμε, για να υπερκεράσουμε τα άκρα, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς? Ίσως η χειρότερη εφεύρεση της ανθρωπότητας να ήταν η πολιτική» αναφώνησε σκεπτικός μπροστά από το άγαλμα.
Παρατηρούσε τον άγγελο μαχητή να κραδαίνει το σπαθί και σκεφτόταν τι χρειάστηκε να θυσιάσει ο ίδιος για να γίνει ο μαχητής που κάποιοι ονειρεύονταν σαν παιδιά. Αναμνήσεις από ένα πολύ μακρινό παρελθόν έτειναν να αναδυθούν, όμως διακόπηκαν απότομα.
Η σκιά που τον παρακολουθούσε τον είχε προφτάσει και βρισκόταν μερικά μέτρα πίσω του. Από το σπίτι του ντετέκτιβ Ροθ είχε χρειαστεί περίπου μία ώρα μέχρι να μεταβεί στην ιδιωτική κλινική όπου νοσηλευόταν η Ζακ. Εκεί χρειάστηκε περισσότερο χρόνο από όσο υπολόγιζε, αφού τα πλοκάμια της οργάνωσης είχαν φτάσει μέχρι εκεί, για να βεβαιωθούν πως θα είχαν υπό έλεγχο την κεντρική τους αντίπαλο, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Νοσοκόμες και δύο γιατροί ανήκαν στην οργάνωση περιμένοντας οδηγίες, ενώ υπήρχε ένας επόπτης που έδινε απευθείας αναφορά μέχρι την άφιξη του Μέντορα. Μετά ήταν μόνο μια ανάμνηση, ενώ τη θέση του την πήρε ο Μέντορας. Μεταβίβασε όλες τις συνδέσεις με τρόπο ώστε να τις δέχεται και να μπορεί να επικοινωνεί.
Η αντίστροφη μέτρηση βρισκόταν στο: 15:18:23 και για τις επόμενες ώρες θα περίμενε να δει πως θα εξελίσσονταν τα γεγονότα προκειμένου να αντιδράσει ανάλογα. Το μόνο πρόβλημα για εκείνον ήταν πως θα περνούσαν οι ώρες αυτές της αναμονής, αλλά όποιος τον ακολουθούσε μόλις είχε μετατραπεί σε τέλειο όργανο για να «σκοτώσει» την ώρα του.
Κοίταξε για μια μεγάλη παρατεταμένη στιγμή το άγαλμα και στη συνέχεια έβαλε τα μαύρα γυαλιά του και αποχώρησε από το χώρο με αργά βήματα. Η «σκιά» του τον ακολουθούσε κατά πόδας μέχρι που ο Μέντορας αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να σταματήσει τα παιχνίδια.

Ο Τόμας Χάρις φημολογούνταν πως είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης για οικονομικούς λόγους και πολλοί ήταν αυτοί που είχαν αποφασίσει να ασπαστούν αυτήν την ανυπόστατη άποψη. Στο Κίελ είχε βρει το καταφύγιο του, το μέρος όπου μπορούσε να ακολουθήσει το ένστικτο του σε βάθος και να εντρυφήσει χωρίς τις ενοχλητικές παρατηρήσεις άλλων.
Το πάθος του ήταν η συλλογή χαρακτήρων, όσο πιο μακάβριοι τόσο το καλύτερο, για την ψυχοπαθολογική του έρευνα. Γνωστός ψυχίατρος και ακόμη πιο γνωστός από τον τελευταίο του ασθενή, αποφάσισε να βρει την ρίζα του κακού: τις επικρατούσες αιτίες που καθορίζουν έναν άνθρωπο ως ψυχοπαθή ή όχι. Με τα χρόνια είχε αναπτύξει ένα «δεσμό» που του επέτρεπε να τους αναγνωρίζει με την πρώτη ματιά.

Ο άνθρωπος με την καμπαρντίνα είχε εμφανιστεί από το πουθενά εκεί στο Κίελ και αποφάσισε να τον παρακολουθήσει. Ήλπιζε να μην τον καταλάβει, αλλά μετά το άγαλμα εξαφανίστηκε μυστηριωδώς…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου