Η δομή των ιστοριών περιστρέφεται γύρω από την Ζακ, μία εκπαιδευμένη δολοφόνο, με ένα βίαιο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Ο Μέντορας είναι αυτός που βρίσκεται στο παρασκήνιο και κινεί τα νήματα, καθοδηγώντας παράλληλα την ηρωίδα σε αποστολές, δολοφονίες και όχι μόνο.
Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι κανείς δε γνωρίζει ποιος είναι ο Μέντορας και η Ζακ εμπιστεύεται κάποιον που δεν έχει δει ποτέ σε ολοένα και πιο επικίνδυνες αποστολές, με απρόσμενα αποτελέσματα.

Η ζωή είναι μία σειρά από επιλογές, η εκδίκηση είναι μία από αυτές...

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Ζακ 6 - Νυξ

Γρίφος…

Οι ρόδες του ιδιωτικού τζετ ακουμπούσαν στο έδαφος με δύναμη και το αεροπλάνο ταλαντεύτηκε για μερικά δευτερόλεπτα με τον κυβερνήτη του να επιστρατεύει όλη του προσοχή στο πώς να το επαναφέρει. Το ταξίδι ήταν γεμάτο από αναταράξεις και η κακοκαιρία είχε δυσχεράνει την προσγείωση.
Η όλη διαδικασία κράτησε μερικά λεπτά παραπάνω, αλλά ο κυβερνήτης οδήγησε το τζετ σε ένα υπόστεγο όπου σταμάτησε. Όταν είχε κληθεί για να πιλοτάρει βρισκόταν στην Οκλαχόμα για κάποια προσωπική δουλειά και έπρεπε να βρεθεί στη Νεβάδα αμέσως. Ήταν έμπειρος σε κλήσεις με μικρό χρονικό περιθώριο πραγματοποίησης και του άρεσε αυτή η πρόκληση.
Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο άνοιξε την πόρτα του πιλοτηρίου και βγήκε να συναντήσει τον μοναδικό επιβάτη. Το σαλόνι ήταν πολυτελές με αναπαυτικά καθίσματα από κάποιο δέρμα ζώου σε χρώμα κρεμ απαλό. Πέρασε τα πρώτα δύο και κατευθύνθηκε στα επόμενα.
Ένας πυροβολισμός τον σταμάτησε.
Έμεινε μετέωρος, δίνοντας την αίσθηση κάποιου που μόλις πάτησε νάρκη και άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο και δεν κουνιέται. Αργά άρχισε να πέφτει προς τα πίσω, με μία τρύπα των εννιά χιλιοστών να χάσκει στο μέτωπο του, ενώ από το χέρι του έπεφτε ένα περίστροφο κολτ με σιγαστήρα.
Την ίδια ώρα η Ζακ απολάμβανε ένα γκουρμέ πιάτο, σπεσιαλιτέ του σεφ ενός μεγάλου εστιατορίου της Νέας Υόρκης, πάπια Πεκίνου με σάλτσα εστραγκόν. Η παρέα της αποτελούνταν από τον Έρνεστ Χες, ο γνωστός και πολύ αγαπητός σε όλους τυφλός. Είχε τον τρόπο του να κινείται και να ελίσσεται μέσα σε έναν κόσμο όπου μόνο μπορούσε να ακούσει.
Η συζήτηση τους ήταν σε οικείο τόνο και απολάμβαναν και οι δύο τη χαλαρή συζήτηση, ώσπου ήρθε ο σερβιτόρος και άφησε ένα μήνυμα για τον κύριο Χες. Οδήγησε τα χέρια του προς το μικρό χαρτάκι που είχε ο σερβιτόρος και τα δάχτυλα του διαπέρασαν την επιφάνεια του. Στη συνέχεια τα ξαναπέρασε και τότε ένα σφίξιμο φάνηκε στο πρόσωπο του, μία ανησυχία που τον τάραξε.
«Αν θα μπορούσες να με συγχωρέσεις για λίγο?» είπε με εύθυμο τόνο.
«Παρακαλώ! Ελπίζω μόνο να μην είναι κάτι σοβαρό?»
«Όχι καθόλου, απλά πρέπει να επιβεβαιώσω το επόμενο μου ραντεβού. Οι γραμματείς δεν είναι για τίποτα.»
«Ναι θα συμφωνήσω.»
Πήρε το μπαστούνι του και αποχώρησε με μεγάλη δεξιοτεχνία ανάμεσα στα τραπέζια. Το μήνυμα το είχε τσαλακώσει και το κρατούσε στο χέρι του με σφιγμένη τη γροθιά.
Η Ζακ σηκώθηκε αφού είχε απομακρυνθεί ο συνδαιτυμόνας της και προσέγγισε τον σερβιτόρο.
«Ποιος υπαγόρευσε το μήνυμα που έφερες?»
«Κανείς! Ήρθε ένας κύριος και μου το έδωσε!» είπε ξαφνιασμένος ο σερβιτόρος.
«Θυμάσαι τα χαρακτηριστικά του?»
«Όχι κυρία μου… Φορούσε καπέλο και γυαλιά, αλλά σημείωσε κάτι εδώ.»
Της έδειξε ένα σημειωματάριο που είχαν για τις παραγγελίες και το πρώτο φύλλο είχε κάτι μικρές τρύπες. Η Ζακ πήρε ένα μολύβι και άρχισε να μουτζουρώνει το χαρτί με παράλληλες γραμμές. Αμέσως εντόπισε τις τρύπες και αναγνώρισε τη μέθοδο Μπράιγ.
Το μήνυμα ήταν ένας γρίφος:

Αυτό που είχες, το έχασες.
Αυτό που θα έχεις θα το χάσεις.
Γιατί αυτό απαιτεί όποια τον βρει.

«Ευχαριστώ πολύ. Είσαι πολύ γλυκός.» είπε στο σερβιτόρο και έφυγε για να ειδοποιήσει τον Μέντορα.



Σύγκρουση…

Η προηγούμενη μέρα ήταν το λιγότερο εξουθενωτική και όταν γύρισα στο σπίτι που είχα μετατρέψει σε σπίτι μου, ήθελα να κάνω ένα μπάνιο και να κοιμηθώ γαλήνια. Λίγα αρωματικά έλαια και ένα καυτό μπάνιο ξεκούρασαν σε ένα μεγάλο βαθμό το καταπονημένο μου κορμί και κοιτάζοντας τις εκδορές και τις μελανιές, σκεφτόμουν πως την είχα γλυτώσει πολύ φθηνά και αυτήν την φορά.
Ένιωθα μια μικρή πείνα, αλλά ο ύπνος ήταν πολύ δελεαστικός και έτσι φόρεσα μόνο ένα εσώρουχο και κρύφτηκα κάτω από το χοντρό πάπλωμα βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όλα έμοιαζαν γαλήνια και ήσυχα, κάτι που είχα καιρό να νιώσω και κάτι που θα έπρεπε να με προϊδεάσει.
Ένα απαλό θρόισμα με έκανε να αποχωρήσω από την χώρα των ονείρων και να επανέλθω στην πραγματικότητα. Έστρεψα το σώμα μου ώστε να μπορώ να δω καλύτερα την ώρα στο κομοδίνο μου και όταν άνοιξα τα μάτια μου, ήρθα σε επαφή με την κάνη ενός όπλου.
«Καλημέρα και σε σένα!» είπα με ένα αυτάρεσκο ύφος, μη θέλοντας να δείξω στον εισβολέα ότι με είχε πιάσει εξ απήνης, κάτι που ίσχυε.
«Έχω ένα μήνυμα για σένα.» μία ψυχρή γυναικεία φωνή «Το αφεντικό μου σου στέλνει χαιρετίσματα και ελπίζει στον άλλο κόσμο να μη χώνεις τη μύτη σου εκεί που δε σε σπέρνουν.»
Γνώριζα ότι από τη στιγμή που κάποιος είχε εισβάλει εδώ, δε μπορούσε παρά να σημαίνει ότι είχε την ικανότητα να ανακαλύψει που έμενα, να εισβάλει σε ένα σπίτι που κανονικά δε θα μπορούσε και επιπλέον είχε ένα όπλο στραμμένο στη μούρη μου.
Μπελάδες.
Μεγάλοι μπελάδες.
Το μυαλό μου έπαιζε σενάρια για το πώς θα μπορούσα να ξεφύγω από αυτήν τη δύσκολη κατάσταση, αλλά δεν υπήρχε κανένα με αίσιο τέλος. Η δολοφόνος αυτή ήταν απλά καλύτερη από μένα.
Ήμουν έτοιμη να πω κάποιο κλισέ όταν χτύπησε το κουδούνι.
Αυτό σήμαινε μονάχα ένα πράγμα. Ο Μέντορας είχε αποστολή για μένα και θα έπρεπε να πάω στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης. Ήλπιζα μόνο η δολοφόνος πάνω στο κρεβάτι μου να μην το ήξερε. Η τύχη ήταν με το μέρος μου.
Έστρεψε το βλέμμα της προς την πόρτα για ένα δευτερόλεπτο, που ήταν αρκετό για μένα να δράσω. Προσπάθησα να μην κινήσω το πάνω μέρος του κορμιού μου για να μην υποψιαστεί τίποτα, ενώ το δεξί μου πόδι βρέθηκε στην σπονδυλική της στήλη κάνοντας την να χάσει την ισορροπία της. Στη συνέχεια με την ορμή που είχα έφερα το αριστερό μου στο χέρι της και το πιστόλι εκσφενδονίστηκε στο χώρο.
Όταν σηκώθηκα από το κρεβάτι η αντίπαλος μου είχε ήδη πάρει θέση για μάχη και αυτό με ικανοποίησε, επειδή το πλεονέκτημα της είχε εξανεμιστεί. Απέφυγα μερικές γροθιές και η αναμενόμενη κλωτσιά δε βρήκε στόχο, αλλά παράλληλα είχα ετοιμάσει την επίθεση μου, μία κλωτσιά στον έσω πλάγιο χιαστό.
Το αποτέλεσμα ήταν να δεχθεί μία σειρά από χτυπήματα σε όλο το σώμα και όταν ετοιμαζόμουν να δώσω το καίριο χτύπημα βρέθηκα να βλέπω το δωμάτιο να γυρίζει. Χτύπησα στο πάτωμα με απρόσμενη ορμή και ένιωσα τον αέρα να βγαίνει με δύναμη από τα πνευμόνια μου. Με κάποιο τρόπο είχε βρεθεί με πλεονέκτημα. Χωρίς να την υποτιμήσω ή να της δώσω περιθώριο με χτύπησε σα να είχε ένα παραπάνω άκρο.
Ένιωσα το κεφάλι μου να βαραίνει από το χτύπημα όταν παρατήρησα πως υπήρχε άλλο ένα άτομο στο δωμάτιο που σχεδόν με είχε ρίξει αναίσθητη.
«Πως είναι δυνατόν να μην τον είδα?» σκεφτόμουν πριν έρθει το τέλος μου.
Ένα τέλος που ποτέ δεν ήρθε.
Ακούστηκε ένας ήχος σα να σπάει γυαλί ή μάλλον να θρυμματίζεται, ακολούθησαν δύο πνιχτοί ήχοι, δύο σχεδόν ταυτόχρονοι γδούποι και μετά ησυχία. Ο εισβολείς κείτονταν νεκροί στο πάτωμα. Εγώ ήμουν σε κατάσταση αδράνειας. Κάποιος τους είχε σκοτώσει με μία βολή, αφού πρώτα είχε διαπεράσει το αλεξίσφαιρο τζάμι.
Το τηλέφωνο μου άρχισε να δονείται και το σήκωσα με σα να ήμουνα σε παραίσθηση. Η λογική μου δε μπορούσε να καταλάβει ποιος θα μπορούσε να δοκιμάσει αυτήν την απίθανη βολή.
«Παρακαλώ.» η γνώριμη φωνή μου έστειλε ρίγη στη σπονδυλική στήλη.



Μέντορας…

Ένας σελιδοδείκτης έμπαινε με νωχελικό τρόπο ανάμεσα σε πολυκαιρισμένες σελίδες. Το αρχαίο βιβλίο ήταν γραμμένο με ρούνους σε μία ξεχασμένη γλώσσα, όχι όμως για εκείνον. Του άρεσε να μελετάει αρχαία κείμενα, καθώς είχαν να πράγματα να διηγηθούν πέρα από το χρόνο και την ύπαρξη, οι πρόγονοι δήλωναν παρών εκατοντάδες χρόνια μετά τη θνητή τους υπόσταση.
Μόλις είχε έρθει μία αναφορά στην οθόνη του υπολογιστή του και περίμενε να αξιολογηθεί. Το μήνυμα ήταν κρυπτογραφημένο, αλλά μετέφερε πληροφορίες που έτσι και αλλιώς θα ήταν άχρηστες για κάποιον άλλο.
Ένα σκυθρώπιασμα πέρασε φευγαλέα από το πρόσωπο του και μετά έγειρε πίσω στη θέση του αναλογιζόμενος τη σημασία της στιγμής. Είχε περάσει όλη του τη ζωή χωρίς έναν άξιο αντίπαλο και τώρα κάποιος του προσέφερε αυτό ακριβώς. Κάποιος ήθελε να μπει στο παιχνίδι της εξουσίας και της νύχτας.
Νύχτα.
Η απάντηση στο γρίφο που έφερε το μήνυμα.
Κάποιος έπαιζε ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι και θα του στοίχιζε τη ζωή, βέβαια δε γνώριζε πως υπήρχε και κάποιος άλλος πίσω από τη βιτρίνα. Ο Μέντορας προτιμούσε την αφάνεια, τη δύναμη που του έδινε η αόρατη κυριαρχία επάνω σε ψυχές και μοίρες ανθρώπων. Με αργή κίνηση έκλεισε το φως της λάμπας που φώτιζε το δωμάτιο και έκλεισε τα μάτια, έπρεπε να σκεφτεί πως θα αντιδράσει και πως θα τιμωρήσει την αυθάδεια και την αλαζονεία.
Όταν κατέληξε στο σχέδιο δράσης του χαμογέλασε και σηκώθηκε αθόρυβα και βγήκε από το δωμάτιο. Το σκοτάδι ήταν σύμμαχος του και έβλεπε μέσα του.



Ελεύθερος σκοπευτής…

Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να προλάβει να απαντήσει στον άνθρωπό που της έσωσε τη ζωή και που ήταν πλέον κάτι παραπάνω από Μέντορας.
Κοιτούσε τα πτώματα μπροστά της και μετά το παράθυρο και πάλι από την αρχή, κάνοντας αυτή την κίνηση αρκετά λεπτά, υπολογίζοντας παράλληλα τις πιθανότητες να συμβεί. Ο ελεύθερος σκοπευτής μπορεί να σκοτώσει κάποιον από οσοδήποτε μακριά θέλει, αρκεί να είναι ευνοϊκές οι συνθήκες, να είναι δεινός σκοπευτής και το όπλο που κρατάει. Στην περίπτωση της όμως όλα υποδήλωναν πως όποιος την έσωσε, και δεν αμφέβαλε ότι ήταν εκείνος, ήταν ότι καλύτερο είχε συναντήσει ποτέ.
Το «σπίτι» της ήταν ένα μεσαιωνικό κάστρο στη Σκωτία στους πρόποδες ενός βουνού χαμένου στο χρόνο και το μαστίγωμα του ανέμου. Εξωτερικά έμοιαζε ακατοίκητο, όμως ο πραγματικός του ιδιοκτήτης το είχε μετατρέψει σε φρούριο με υπερσύγχρονα μέσα. Στο σύνολο του κατοικούσαν αρκετά άτομα το καθένα επιφορτισμένο με κάποια ανάθεση, το δίκτυο του Μέντορα. Η Ζακ κατοικούσε στο πιο ψηλό μέρος όλου του κτίσματος στα τριακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα.
Πήγε προς το μέρος της τρύπας που είχε σχηματιστεί στο παράθυρο και κοίταξε μέσα της. Ένα ελικόπτερο έκανε αργά περιστροφή και απομακρυνόταν στον ορίζοντα και πάνω του ένα άτομο με μία καραμπίνα κοντά στα δύο μέτρα να κλείνει αργά την πλαϊνή πόρτα. Το ελικόπτερο βρισκόταν πάνω από δύο χιλιόμετρα μακριά και περίπου στο ίδιο ύψος με το παράθυρο.
Ο σκοπευτής σημάδεψε από μία απόσταση τεράστια, είχε σφαίρες που μπορούσαν να διαπεράσουν αλεξίσφαιρο τζάμι, έστω και από τέτοια απόσταση και κατάφερε να σκοτώσει δύο ανθρώπους με μία βολή, με την πρώτη βολή.
Χαμένη στις σκέψεις της ένιωσε πως κάποιος πλησίαζε στο δωμάτιο της και γύρισε αυτήν τη φορά προετοιμασμένη.
«Είσαι καλά.» δεν ήταν ερώτηση, ήταν απλή επιβεβαίωση.
Το Φάντασμα είχε εμφανιστεί χωρίς να βγάλει ήχο, μόνο που το συναίσθημα που προκαλούσε πάντα στη Ζακ όταν εμφανιζόταν, την προειδοποιούσε πως κάπου εκεί κοντά της ήταν.
«Ποιος ανέλαβε τη βολή?»
«Νομίζω ότι ξέρεις.»
«Θέλω να μου το πεις.»
«Ο Μέντορας σου.»



Το τέλος του Φαντάσματος…

Γύρισε γνωρίζοντας πως ήταν κάποιος πίσω του, σε απόσταση αναπνοής και ότι ήταν καταδικασμένος, όμως δε θα παραδινόταν τόσο εύκολα.
«Πως κατάφερες να περάσεις από μένα?» είπε προσπαθώντας να κερδίσει πολύτιμα δευτερόλεπτα.
«Νόμιζες πως κινώ τα νήματα χωρίς να λερώνω τα χέρια μου.» η φωνή του ακούστηκε απροσδόκητα από αρκετά μακριά, σχεδόν στην είσοδο της σπηλιάς.
Μόλις ολοκλήρωσε την περιστροφή του έτοιμος να αμυνθεί στην επίθεση που δεν ήρθε ποτέ, αντίκρισε την παγωμένη πέτρα της σπηλιάς. Το ένστικτο του κυνηγού δεν έκανε ποτέ λάθος, οπότε κάτι άλλο συνέβαινε. Τρέχοντας προς τον τοίχο άρχισε να περπατάει πάνω του, μέχρι που σχηματίζοντας ένα τόξο προς τα πάνω και βρέθηκε με την πλάτη στο τοίχο και να προσγειώνεται στα πόδια του έχοντας τα όπλα του στα χέρια σημαδεύοντας το κενό. Δεν ήταν κανείς.
«Τι παιχνίδια παίζεις?»
«Δεν παίζω κανένα παιχνίδι. Με εσένα παίζω. Τα ανώτερα θηράματα παίζουν με τα θύματα τους πριν τα φάνε.»
Ο λαιμός του είχε κοπεί από άκρη σε άκρη σχηματίζοντας ένα μισοφέγγαρο από τον ένα λοβό του αυτιού στον άλλο.
«Πως?» κατάφερε να ψελλίσει με το αίμα να αναβλύζει από το στόμα του.
«Ξέχασες ότι στο σκοτάδι δεν έχω αντίπαλο, αλλά δες το σαν το τελευταίο σου μάθημα. Όταν ο αντίπαλος είσαι είναι ανώτερος από σένα σε έναν τομέα, τότε αξιοποίησε την ανωτερότητα εις βάρος του. Εσύ ήσουν ο καλύτερος στο να σκοτώνεις σιωπηλά και να εξαφανίζεσαι στο σκοτάδι, όμως εγώ το ήξερα και εσύ δεν ήξερες πως εγώ είμαι ο καλύτερος στο μην εμφανίζομαι ποτέ παρά μόνο για να δώσω το τέλος.»
Ξεψυχώντας είδε για πρώτη φορά το πρόσωπο του Μέντορα του και τότε κατάλαβε ότι ήταν ένα προκαθορισμένο τέλος.



Επιχείρηση Νυξ…

Το ελικόπτερο προσγειώθηκε στο διάδρομο του αεροδρομίου παραβιάζοντας όλους του κανόνες εναέριας πλοήγησης και από μέσα κατέβηκαν δύο φιγούρες, ο πιλότος και ο Μέντορας. Ο πιλότος είχε στην πλάτη του ένα σακίδιο και στο χέρι του κρατούσε ένα σακίδιο με το αποσυναρμολογημένο όπλο του Μέντορα. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα και χάθηκαν μέσα στη νύχτα.
Λίγα μέτρα από το ελικόπτερο βρισκόταν σταθμευμένο ένα ιδιωτικό τζετ με το μοναδικό του επιβάτη νεκρό. Από μακριά ακούγονταν σειρήνες που πλησίαζαν με ταχύτητα, όταν δύο εκρήξεις επισκίασαν τα πάντα γύρω τους. Τα δύο ιπτάμενα οχήματα έγιναν παρανάλωμα του πυρός.
Οι δύο φιγούρες είχαν εξαφανιστεί…

Η επιχείρηση νυξ βρισκόταν σε εξέλιξη και ο Έρνεστ Χες ήξερε ότι έπρεπε να βιαστεί για να φτάσει στο αεροδρόμιο, να παραλάβει ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο για την οργάνωση, με οδηγίες.
Η ώρα έδειχνε 22:10 και πάτησε το ειδικό  κουμπί στο ρολόι του για να την ακούσει. Γύρισε το κεφάλι του προς τον οδηγό για να μάθει εάν πλησίαζαν στον προορισμό τους και πριν προλάβει να ρωτήσει, άκουσε αυτό που έβλεπε ο οδηγός του. Εκρήξεις και μάλιστα ισχυρές.

Η βραδινή πτήση από τον Γαλλία πήρε εντολές να περιμένει οδηγίες για ανακατεύθυνση καθώς ο πύργος ελέγχου δήλωνε πως κάποιο ατύχημα είχε συμβεί στον αεροδιάδρομο που προοριζόταν να προσγειωθεί.
Ο πιλότος ανακοίνωσε την καθυστέρηση στους επιβάτες και έκλεισε πως θα λυνόταν το πρόβλημα σύντομα, ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε να συμβεί προτού τελειώσουν τα καύσιμα.
Μία επιβάτης σηκώθηκε ανήσυχη και πήγε μέχρι την τουαλέτα του αεροπλάνου. Εκεί κλείδωσε από μέσα και έβγαλε ένα κινητό τηλέφωνο στέλνοντας:
«Κάτι συνέβη. Αναβολή? Οδηγίες.»
Η απάντηση δεν άργησε να έρθει:
«Συνέχιση κανονικά. Καθυστέρηση 1 μέρα.»
Σαφώς ανακουφισμένη βγήκε από την τουαλέτα και κάθισε πίσω στη θέση της. Το σχέδιο προχωρούσε κανονικά, απλά θα έπρεπε να ενημερώσει τον Χες για την αναβολή.

Ο Χες είχε φτάσει στην αίθουσα αναμονής διαβεβαιώνοντας τον πως η πτήση θα ολοκληρωνόταν στα επόμενα λεπτά και πως οι εκρήξεις ήταν από κάποιο ελικόπτερο που συγκρούστηκε με ένα τζετ. Εμφανώς ανήσυχος περίμενε οδηγίες που δεν έρχονταν και ο επισκέπτης του, του οποίου αγνοούσε την ταυτότητα περίμενε υπομονετικά να τον γνωρίσει.
Πριν από μία εβδομάδα βρισκόταν σε ένα πανάκριβο εστιατόριο γευματίζοντας με μία ενδιαφέρουσα γυναίκα που από όσο μπορούσε να καταλάβει είχε μία αύρα μυστηρίου, που την έκανε ακόμη πιο θελκτική. Το γεύμα τους όμως διακόπηκε όταν το σχέδιο πήρε το πράσινο φως και έπρεπε να φύγει από το συννεφιασμένο Λονδίνο επειγόντως.
Τώρα βρισκόταν στη Σκωτία για να παραλάβει οδηγίες και βοήθεια. Το αρχηγείο είχε στείλει οδηγίες πως έπρεπε να εξαφανιστεί η οργάνωση στον απομακρυσμένο πύργο, προτού συνεχίσουν με τις εκκαθαρίσεις που είχαν σκοπό.

Μία μηχανή μεγάλου κυβισμού περιδιάβαινε τους δρόμους της επαρχίας με μεγάλη ταχύτητα και το χέρι, αυτού που την οδηγούσε, στο γκάζι. Είχε έρθει η ώρα για εκδίκηση και είθε το χάος να κυριαρχούσε.

Η γυναίκα στο αεροπλάνο δέχτηκε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα. Κανονικά δεν έπρεπε να δέχεται κλήσεις, γιατί ήταν τηλέφωνο με αναβαθμισμένο κρυπτογραφικό σύστημα μόνο για γραπτά μηνύματα. Το κοιτούσε με απορία και όταν οι συνεπιβάτες την κοίταξαν επίμονα το σήκωσε με απορία.



Αντεπίθεση…

Η πτήση 369 από την Γαλλία μόλις προσγειώθηκε και ο Χες ένιωσε όλο του κορμί να σφίγγεται από την αγωνία. Ο οδηγός του είχε επιφορτιστεί με τη δουλειά να κρατάει την ταμπέλα με την ένδειξη «Celtics Fans» για να γίνει αναγνωρίσιμο το σινιάλο.
Οι πρώτοι επιβάτες άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους και μαζί τους η γυναίκα που περίμενε να βρει τον Χες. Η ματιά της έπεσε πάνω στην χαρακτηριστική ταμπέλα και απομακρύνθηκε γρήγορα. Το τηλεφώνημα της είχε αποκαλύψει πως κάποιοι είχαν διεισδύσει στην οργάνωση και την περίμεναν στο αεροδρόμιο. Έπρεπε να φύγει άμεσα. Όποιος την είχε πάρει θα έπρεπε να είναι πολύ υψηλά ιστάμενος καθώς γνώριζε το πρωτόκολλο.
Ο Χες περίμενε εναγωνίως μάταια για κάποιον που δε θα ερχόταν ποτέ, όταν άκουσε μία γνώριμη φωνή να τον φωνάζει.
«Έρνεστ? Μα τι σύμπτωση?» η γυναικεία φωνή που τον είχε σαγηνεύσει, η Ζακ.
Έκπληκτος αναπήδησε στο κάθισμα του και προσηλώθηκε σε εκείνη, προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε.
«Ερμιόνη? Πραγματικά τι σύμπτωση? Δεν περίμενα να σε συναντήσω.»
«Βασικά ήρθα για να συναντήσω κάποιον εδώ και τελικά έπεσα πάνω σου! Αυτό ήταν ευχάριστη έκπληξη!»
«Πράγματι! Πως και βρέθηκες εδώ?»
«Ήρθα με την πτήση από Γαλλία.»
Το μυαλό του Χες πάγωσε στην ιδέα ότι ήταν κάποια που είχε έρθει να βάλει τέλος στα σχέδια της οργάνωσης. Πήρε στα χέρια του το μπαστούνι του, έτοιμος να επιτεθεί.
«Οι Κέλτες έχουν μεγάλη προϊστορία και οι δρυΐδες επίσης.» είπε η Ζακ απευθυνόμενη στον οδηγό του.
Ο οδηγός την κοιτούσε με απορία και τότε ο Χες είπε:
«Οι Γότθοι ήταν κυρίαρχοι και οι Ρωμαίοι ηγέτες.»
Τα συνθηματικά ήταν σωστά και η αναγνώριση επιτυχής. Ο Χες είχε βρει το σύνδεσμο του, ή έτσι νόμιζε.
Έκρηξη…

«Πως πήγε το μικρό μας σχέδιο?»
«Όλα πήγαν κατά γράμμα.»
«Έχεις στην κατοχή σου τα πακέτα?»
«Ναι και τα δύο είναι εδώ, αν και σε κακή κατάσταση.»
«Τι συνέβη?»
«Είχαν την ελπίδα ότι μπορούσαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό και έπρεπε να τους μεταπείσω.»
«Εντάξει αν κάνουν καμία κίνηση μην τους τη χαρίσεις.»
«Έγινε.»
Η συζήτηση τους έγινε στα γερμανικά, γιατί δεν ήθελαν να έχουν κάποια απόδραση και μετά να υπάρξουν επιπλοκές. Η Ζακ περίμενε πολύ ώρα αυτό το τηλεφώνημα και μέχρι εκείνη τη στιγμή βάδιζε ανήσυχη πάνω κάτω, μήπως είχε συμβεί κάτι απρόσμενο. Η προηγούμενη μέρα είχε αποδείξει πως δε μπορούσε να είναι σίγουρη για τίποτα.
Η γυναίκα είχε λιποθυμήσει πριν λίγη ώρα και ο τυφλός συνοδοιπόρος της στο τελευταίο τους ταξίδι προσπαθούσε να ελευθερωθεί, όμως μάταια. Κοίταξε το ρολόι της και είδε πως ήταν ώρα να αποχωρήσει από το ανοιχτό παράθυρο.
Μία ανώνυμη πληροφορία είχε ενημερώσει τις αρχές πως μία διπλή απαγωγή είχε λάβει μέρος σε γνωστή συνοικία του Λονδίνου και πως είχαν δει τους υπόπτους να μπαίνουν σε ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο. Οι τοπικές αρχές ενημέρωσαν τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και από εκεί ειδοποιήθηκαν με μυστικό συναγερμό οι πράκτορες της υπηρεσίας και όχι μόνο.
Την ώρα που ετοιμαζόταν μία συντονισμένη δύναμη δράσης μία μικρή διεφθαρμένη μονάδα από αστυνομικούς περνούσε από την πόρτα και μία βόμβα τους περίμενε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου