Μαύρα
σύννεφα…
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από κόσμο
που γιορτάζει και περιδιαβαίνει κρατώντας κάτι γιορτινό και όλοι χαρούμενοι και
ευτυχισμένοι, εκτός από κάποιον που περνάει με την απέχθεια του να γίνεται
εμφανή. Όταν συνάντησε κάποιον τυχαίο περαστικό που έπεσε κατά λάθος πάνω του
σταμάτησε και τον αγριοκοίταξε. Ο άλλος χωρίς να καταλαβαίνει ότι έχει
προκαλέσει το μένος χοροπηδάει και σφυρίζει, όπως έβγαλε έναν σφυριχτό ήχο μία
σφαίρα που καρφώθηκε στο στήθος του και τον έστειλε μισό μέτρο πιο πίσω.
Ο ήχος πυροδότησε σταδιακά μία
σιωπή όπου όσοι ήταν πιο κοντά στο επεισόδιο προσπάθησαν να χωνέψουν το θέαμα
και μετά κάποιες γυναίκες άρχισαν να ουρλιάζουν και οι περισσότεροι να
απομακρύνονται μάταια. Ένας καταιγισμός σφαιρών έπεσε σα βροχή γύρω τους σκορπώντας
το θάνατο.
Το πανδαιμόνιο επικράτησε για
αρκετά λεπτά με αρκετούς οπλοφόρους να εμφανίζονται από διαφορετικά σημεία
πυροβολώντας στα τυφλά. Αν κάποιος μπορούσε να δει τις θέσεις τους από ψηλά θα
μπορούσε να δει ότι σχημάτιζαν ένα σχέδιο στην επιφάνεια της γης, τον αριθμό
ένα.
Σειρήνες ακούγονταν τώρα στον
ορίζοντα και αστυνομικοί σημάδευαν τους οπλοφόρους φωνάζοντας και δίνοντας
εντολή να πέσουν κάτω στο έδαφος. Κανείς από αυτούς όμως δεν κουνήθηκε, απλά
κατέβασαν τα όπλα και περίμεναν την επόμενη φάση του σχεδίου. Ο αρχηγός των
αστυνομικών ζητούσε βοήθεια στον ασύρματο με την υποστήριξη ειδικών δυνάμεων,
οι οποίες μόλις κατέφθαναν με τα ειδικά οχήματα μεταφοράς.
Η αντεπίθεση είχε οργανωθεί
περικυκλώνοντας τους υπόπτους και ελεύθεροι σκοπευτές είχαν ακροβολιστεί στο
χώρο περιμένοντας οδηγίες. Η πρώτη έκρηξη σημειώθηκε δέκα λεπτά μετά τις φωνές
του αρχηγού ανατινάζοντας δύο περιπολικά και θερίζοντας με τα θραύσματα αυτούς
που βρίσκονταν κοντά τους. Η δεύτερη έκρηξη σκότωσε ακαριαία μία διμοιρία των
ειδικών δυνάμεων, προκαλώντας το χάος ανάμεσα στις ετερόκλητες ομάδες
διατήρησης της τάξης.
Από κάποιο σημείο ψηλά ένας
ελεύθερος σκοπευτής της αστυνομίας άρχισε να ρίχνει στους υπόπτους και πολύ
σύντομα ξεκίνησαν και άλλοι τρεις συνάδελφοι του. Η διάταξη των υπόπτων ήταν
μία ευθεία με τον καθένα να είναι στραμμένος προς μία πλευρά και ο αμέσως
επόμενος από την αντίθετη και να πηγαίνουν εναλλάξ, ενώ στα άκρα της γραμμής
αυτής υπήρχε μία σειρά κάθετη με την ίδια διάταξη και από την άλλη μία διαγώνια
γραμμή.
Πέντε από τους υπόπτους είχαν πέσει
νεκροί, προτού ανατιναχθούν οι δύο από τους τέσσερις σκοπευτές, με τους
υπόλοιπους να προσπαθούν να εντοπίσουν από βάλλονταν τα βλήματα. Προτού
προλάβει κανείς από τους υπόλοιπους δύο να αντιδράσει, το τελευταίο πράγμα που
είδαν μέσα από τη διόπτρα ήταν ένας πύραυλος που προοριζόταν για εκείνους.
Δύο πανομοιότυπες στρατιωτικές
βαλίτσες επενδυμένες με κέβλαρ απέξω και αφρώδες πλαστικό μέσα υποδέχτηκαν από
ένα αντιαρματικό RPG ρώσικης
κατασκευής και εξαφανίστηκαν από τις ταράτσες των κτιρίων.
Οι ύποπτοι που είχαν ανοίξει πυρ
κατά παντός άγνωστου γύρω τους είχαν εξαφανιστεί μέσα στο χάος και στους
καπνούς. Οι μάσκες που φορούσαν βρίσκονταν ήδη σε σκουπιδοτενεκέδες και τα όπλα
τους είχαν πεταχτεί μέσα σε πορτμπαγκάζ αυτοκινήτων που έφευγαν με ταχύτητα από
εκεί. Πτώματα κείτονταν νεκρά με τα σώματα τους να σχηματίζουν αφύσικες γωνίες
και οι τραυματίες να φωνάζουν για βοηθεία.
Οι καπνοί ανέβαιναν στην ατμόσφαιρα
δυσοίωνα σχηματίζοντας μαύρα σύννεφα…
Δαίμονες…
«Τι αποφάσισες λοιπόν?»
«Θα δουλέψω για σένα υπό έναν όρο-»
«Δεν υπάρχουν όροι. Θα δουλεύεις για μένα και ποτέ δε θα με
συναντήσεις.»
«Εντάξει. Το αποδέχομαι.»
«Τέλεια! Επειδή όμως θα ήταν άδικο να μην σου απαντήσω στις
ερωτήσεις σου, έχεις το δικαίωμα να με ρωτάς μονάχα μία φορά ότι θέλεις κάθε
φορά που θα φέρνεις σε πέρας μία αποστολή.»
«Σύμφωνοι!»
«Βέβαια, οι αποστολές που θα σου δίνω θα ξεκινήσουν όταν
κλείσεις τους δαίμονες που σε βασανίζουν μία για πάντα εκεί που ανήκουν, στη
λήθη.»
«Πως…»
«Έχω ένα ευρύτατο δίκτυο πληροφοριών και πρακτόρων, όπου εσύ
αγαπητή μου επέλεξες να γίνεις μέλος του.»
Ο πρώτος δαίμονας της άκουγε στο όνομα Χέλμουτ Κοχ, ένας
φιλειρηνικός ιερέας σε μία ξεχασμένη επαρχία της βόρειας Γερμανίας. Οι κάτοικοι
ζούσαν από το ψάρεμα κυρίως και θεωρούσαν τους εαυτούς τους ευτυχισμένους,
καθώς δεν είχαν τόσες πολλές επαφές με τις πολύβουες πόλεις. Δέκα χρόνια πριν
είχε καταφθάσει νέος ιερέας στην εκκλησία τους από τα ανατολικό Βερολίνο, αλλά
δεν τους ένοιαζε γιατί ο προηγούμενος ιερέας είχε πεθάνει αφήνοντας μεγάλο κενό
στην κοινότητα.
Αυτό που δε γνώριζαν ήταν πως είχε απομακρυνθεί με εντολή του
Βατικανού για ατοπήματα που είχαν αρχίσει να γίνονται καταγγελίες, επικίνδυνες
καταγγελίες που θα μπορούσαν καταστρέψουν την επιρροή της καθολικής εκκλησίας.
Έτσι απομακρύνθηκε άμεσα, αφήνοντας πίσω του κατεστραμμένες ψυχές, μία εξ αυτών
να βρίσκεται στον ίδιο στρατώνα εκπαίδευσης με τη Ζακ. Αμέτρητα βράδια ξυπνούσε
από εφιάλτες και έτρεμε μέσα στη νύχτα, ένας τρόμος που δε μπορούσε να φύγει
από πάνω της.
Η εκπαίδευση την σκληραγωγούσε, όμως μυστικά της έδινε τη
δύναμη να ξεφύγει από τη ζωή που δεν είχε θελήσει ποτέ να έρθει. Η μοναδική της
φίλη που στεκόταν μαζί της όλα αυτά τα βράδια ήξερε ότι κάποια στιγμή θα την
άφηνε, έτσι είναι η ζωή και προτού βρεθεί ευάλωτη ξανά και ζωές άλλων
εξαρτώνται από εκείνη, αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της.
Το αίμα της φίλης της κυλούσε στα χέρια της Ζακ με το μυαλό
της να μην έχει συνειδητοποιήσει ότι έχασε άλλο ένα πρόσωπο που είχε δεθεί μαζί
της και την έλεγαν Μαγκνταλένα. Ορκίστηκε εκδίκηση και επώδυνα μαρτύρια.
Η στιγμή είχε έρθει και το ταξίδι στη Γερμανία την γέμιζε με
αναμνήσεις και αδημονία για την επικείμενη εκδίκηση. Ο ήλιος μόλις που είχε
φανεί και η Ζακ βρισκόταν ήδη μπροστά από την πόρτα της καθολικής εκκλησίας
περιμένοντας. Ο ιερέας δεν άργησε να φανεί.
«Ο αιδεσιμότατος Κοχ?»
«Μάλιστα δεσποινίς μου. Με ποια έχω την τιμή να ομιλώ που με
γνωρίζει?»
«Ήμουν φίλη κάποιας από το προηγούμενο ποίμνιο σας.»
Τα μάτια του τρεμόπαιξαν στιγμιαία, μία νότα ανησυχίας.
«Πως θα μπορούσα να σας βοηθήσω?»
«Θα μπορούσατε να μου πείτε αν η ασέλγεια σε ανήλικους είναι
αμαρτία?»
Η ανάσα του κόπηκε, ένας φόβος φάνηκε στο πρόσωπο του και
μετά μία ψυχρότητα.
«Βεβαίως και είναι αμαρτία, αλλά αυτό θέλατε να μάθετε τόσο
πρωί?»
«Όχι ήθελα να μάθω αν θυμάστε αυτήν την κοπέλα.»
Έβγαλε από την τσέπη της μία παλιά φωτογραφία με μία μικρή
κοπέλα. Στα μάτια του φάνηκε η αναγνώριση και ετοιμάστηκε να πει πως δεν τη
γνώριζε, όταν μία υπολογισμένη γροθιά τον άφησε αναίσθητο. Στη συνέχεια τον
μετέφερε σε μία απομονωμένη αποθήκη και τον βασάνισε μέχρι θανάτου,
ακρωτηριάζοντας τον, θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα.
Το άψυχο σώμα το πέταξε στη λίμνη που βρισκόταν μερικά
χιλιόμετρα μακριά από την εκκλησία, δεν ήθελε να το βρουν παιδιά, αρκετό κακό
είχε προσφέρει. Μερικές ώρες μετά το βρήκαν άγρια ζώα και άρχισαν να τρώνε, με
τη βροχή να τα διακόπτει και να παρασέρνει τον εκλιπόντα Χέλμουτ Κοχ στη λίμνη.
Η επόμενη στάση βρισκόταν στην Αγγλία και έτσι κατέβηκε από
το τρένο στα προάστια του Λονδίνου, νοτιοδυτικά προς το Πόρτσμουθ. Η υπόλοιπη
διαδρομή έγινε με αμάξι, καθώς προτιμούσε να αυτού του είδους τη μετακίνηση,
για να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε επισκεφθεί αυτήν τη χώρα.
Μερικά χρόνια πριν είχε έρθει με τους γονείς της για αγώνες
σκάκι και κάπου εκεί χάθηκε στους δρόμους του Λονδίνου, με τις βιομηχανικές
περιοχές να μοιάζουν όλες ίδιες. Τότε βρέθηκε σε ένα σοκάκι και είδε με τα
μάτια της κάποιον που φορούσε άσπρη ρόμπα και έμοιαζε με γιατρό να σέρνει μαζί
με μία γυναίκα ένα σώμα κάποιας νεαρής κοπέλας. Τα χέρια της έπεφταν άτονα στα
πλευρά της και ήταν χλωμή. Αυτή η σκηνή θα τη σημάδευε στην πορεία της ζωής
της, απορώντας γιατί κάποιος να πρέπει να κάνει κακό σε κάποιον άλλο.
Τώρα ήταν η σειρά της να ξαναπροκαλέσει κακό και αυτή τη φορά
ήξερε πολύ καλά το λόγο. Έχοντας παραβιάσει την κλειδαριά βρέθηκε στο σαλόνι
και από εκεί βρήκε εύκολα το υπόγειο όπου βρίσκονταν οι ένοικοι του σπιτιού, να
έχουν μία νεαρή κοπέλα και να ετοιμάζονται να τη βασανίσουν. Με δύο χτυπήματα
στη βάση του κρανίου έπεσαν αναίσθητοι. Η κοπέλα μεταφέρθηκε έξω από το σπίτι
όπου θα συνερχόταν σύντομα και το ζεύγος Ράδερφορντ με τον ιατροδικαστή – Λόρδο
να κρέμεται με μία θηλιά περασμένο στο λαιμό. Η γυναίκα του ακολούθησε σύντομα
και οι φωνές και των δύο ακούγονταν για λίγο πριν σιωπήσουν για πάντα.
Ο τελικός προορισμός της βρισκόταν στο Παρίσι όπου
συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο που καταδίκασε τη μητέρα της σε
πέντε χρόνια φυλακή από όπου δεν κατάφερε να βγει ζωντανή. Ο θάνατος της
προκάλεσε και το θάνατο του πατέρα της, αφού πρώτα είχε χάσει την κόρη του, στη
συνέχεια έχανε και τη γυναίκα που αγαπούσε. Ο δικαστής Ζαν Μπαπτίστ Μονρό δε θα συγχωρούνταν τόσο εύκολα.
Έκατσε
στο τραπέζι του και του χαμογέλασε με ένα ειλικρινές χαμόγελο.
«Καλή
σας μέρα κύριε δικαστά, χαίρομαι που σας γνωρίζω επιτέλους.»
«Ω! Καλή
σας μέρα ωραία μου δεσποινίς! Χαρά μου!»
«Μεγαλύτερη
χαρά έχω που θα δω το πρόσωπο σας για τελευταία φορά! Αντίο.»
Έφυγε
προτού δώσει τη δυνατότητα στο συνομιλητή της να ρωτήσει κάτι παραπάνω ή έστω
να τη σταματήσει. Παραξενεμένος ο δικαστής συνέχισε να πίνει τον καφέ του, όταν
μία δυσφορία τον περιέβαλε. Ένας δυνατός πόνος που ξεχυνόταν σε όλο του το
κορμί και που δε μπορούσε να αντέξει. Οι επόμενες μέρες ήταν βασανιστικές και
φοβερά επώδυνες, αφού οι γιατροί είχαν διαγνώσει πως είχε δηλητηριαστεί, όμως
καμία θεραπεία δεν ανταποκρινόταν. Ο θάνατος του ήταν αργός και βασανιστικός.
Η νέα τάξη…
Σε ένα πρώην καταφύγιο για προστασία από πυρηνική καταστροφή
συνεδριάζουν μέλη της Νέας Τάξης. Η συγκέντρωση ήταν μυστική και για αυτό το
λόγο όσα μέλη εμφανίστηκαν ήταν του κλειστού πυρήνα της οργάνωσης, περιμένοντας
την άφιξη του ηγέτη, όπως τον αποκαλούσαν, αλλιώς Γιάννος στα σερβικά.
Ο χώρος είχε διαμορφωθεί έτσι ώστε να μοιάζει με αμφιθέατρο
και μία σκηνή όπου ανέβαιναν υψηλόβαθμα στελέχη και ρητορούσαν. Τη στιγμή που
μία φιγούρα κινούνταν όλο και πιο κοντά στο βήμα, βρισκόταν ήδη στη σκηνή ο
υπαρχηγός του ακροδεξιού κόμματος της Σερβίας και ανέλυε τα πιστεύω του.
«Το παραλήρημα συνεχίζεται βλέπω.» σκεφτόταν όσο πλησίαζε.
«…Η νέα τάξη είναι εδώ! Είμαστε η γενιά που θα φέρει τις
άρχουσες τάξεις στο προσκήνιο, εμάς που μας υποτίμησαν, μας ταπείνωσαν…»
Φωνές και υψωμένες γροθιές συνόδευαν κάθε φράση του.
Οργισμένα πρόσωπα που ήθελαν να δείξουν το μίσος τους και τη
δύναμη τους στον κόσμο.
«…Δε φοβόμαστε κανέναν! Είμαστε οι ηγέτες και κάθε άλλος
υποδεέστερος οφείλει να γονατίζει μπροστά μας! Θα δούμε το αίμα τους να ρέει
όπως παλιά και ο τρόμος θα τους παραλύει, όταν θα βλέπουν το στρατό μας να
περνά!...»
Οι φωνές είχαν φτάσει στο αποκορύφωμα τους και ο όχλος
διψούσε για αίμα, για αίμα όλων των εθνικοτήτων που αποτελούσαν τα βαλκάνια.
Κάποιοι άλλαξαν τα συνθήματα και φώναζαν τον ηγέτη που ένωσε
όλους τους εθνικιστές σε ένα ενιαίο σκοπό, φώναζαν το όνομα εκείνου που τόλμησε
να τα βάλει με την φιγούρα που πλησίαζε.
«…Ο ήλιος ανατέλλει για όλους εμάς και η εκδίκηση θα είναι
άμεση! Έχει έρθει η ώρα να-»
Ο συνειρμός σταμάτησε όταν αντίκρισε κάποιον να ανεβαίνει με
την κουκούλα χαμηλωμένη μπροστά του και νόμιζε ότι ήταν ο Γιάννος. Επιχείρησε
να του κάνει θερμή υποδοχή, αλλά το υψωμένο χέρι τον σταμάτησε. Πλησίασε στο
μικρόφωνο και κατέβασε την κουκούλα, κανείς δεν τον αναγνώρισε και κανείς δε θα
επιζούσε για να πει ότι τον είδαν.
«Κάποτε είχα το όραμα να πάρω εκδίκηση από τους υπεύθυνους
που προκάλεσαν κακό σε μένα και σε όσους σχετίζονταν με μένα. Στο πλαίσιο αυτό ένιωθα
πως όλοι θα έπρεπε να πεθάνουν και να χαθούν από τον κόσμο και να ζήσει ο
κόσμος μέρες αθωότητας ξανά. Όταν όμως γνώρισα ανθρώπους που άξιζαν να δώσω και
την ζωή μου, αναθεώρησα και τότε επέλεξα
πως θα αναλάβω να καθαρίσω τον κόσμο από τους ομοίους μου. Ομοίους που
μοιράζονται τη σκοτεινή πλευρά, όλους εμάς που δεν ταιριάζουμε σε κοινωνικά
πρότυπα, όλους εμάς που κουβαλάμε την άβυσσο μέσα μας. Δε με νοιάζει αν κάνω
καλό, αυτό που με νοιάζει είναι ότι ικανοποιώ εμένα και στο τέλος θα είμαι ο
μόνος που θα μείνει. Ήρθε η ώρα όμως να αποχωρήσω, ελπίζω να απολαύσατε το
τελευταία σας παραλήρημα. Θα τα πούμε στην κόλαση. Αντίο.»
Τοξικά αέρια εκλύονταν στο χώρο, άοσμα και άχρωμα, όση ώρα
μιλούσε στη σκηνή και μόλις τελείωσε έβαλε τη μάσκα αερίων στο κεφάλι του και
περίμενε μέχρι να πέσει και ο τελευταίος. Ένας ένας όλοι οι παρευρισκόμενοι
βρίσκονταν στο έδαφος νικημένοι από σπασμούς και αφόρητους πόνους.
«Η εκδίκηση είναι για αυτούς που την αντέχουν.»
Η άφιξη…
Το στρατιωτικό τζιπ σταμάτησε λίγο πριν την είσοδο,
ακολουθούμενο από άλλα τρία πίσω του. Η συνοδεία ήταν απαραίτητη για τον Γιάννο
ή διεθνώς Ιανό, καθώς ανά πάσα στιγμή κάποιος μπορεί να εκμεταλλευόταν την
ευκαιρία. Οι στρατιώτες του αποβιβάστηκαν και έστησαν περίμετρο ασφαλείας, όλα
φαίνονταν ήσυχα και ασφαλή.
Γρήγορα όμως ήρθε η αναφορά πως έλειπαν οι φρουροί της
εγκατάστασης από τη θέση τους.
«Πηγαίντε αμέσως να ελέγξετε τι γίνεται!» ήρθε η άγρια
διαταγή από το κατεβασμένο παράθυρο.
Ένα άσχημο προαίσθημα τον κατέλαβε και δε μπορούσε να το
διώξει. Ήξερε ότι ήταν τολμηρή κίνηση να σκοτώσει αυτήν τη γυναίκα για
αντίποινα που ανέβαλε το σχέδιο του, όμως έπρεπε να γίνει. Οι πληροφορίες του
έλεγαν πως στο κάστρο εκείνο στη Σκοτία βρισκόταν μία εταιρεία βιτρίνα και μετά
από πολύ κόπο κατόρθωσε να την εντοπίσει. Η απόπειρα δολοφονίας όμως απέτυχε
και δεν ήξερε πως, όλα είχαν γίνει με άκρα μυστικότητα και παρ’ όλα αυτά η
γυναίκα ανέπνεε ακόμη.
Τώρα ενώ θα εμφανιζόταν μπροστά στους τοπικούς εθνικιστές οι
φρουροί έλειπαν μυστηριωδώς, κάτι είχε πάει στραβά.
«Αρχηγέ έχουμε πρόβλημα.»
«Ακούω.»
«Όλοι είναι νεκροί.»
Το σοκ ήταν τέτοιο που δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να
σκοτώσει τον στρατιώτη μπροστά του. Ήθελε να πάει να δει με τα μάτια του, όμως
ήξερε ότι θα ήταν επικίνδυνο.
Χαμένος όπως ήταν στις σκέψεις του είδε τους στρατιώτες του
να κρατάνε όπλα τους και να σημαδεύουν την είσοδο του καταφυγίου. Ο τελευταίος
στρατιώτης είχε βγει με ένα σημείωμα καρφωμένο στο στήθος του παραπατώντας.
Κάποιος του είχε καρφώσει ένα σπασμένο λοστό στο στήθος.
«Βρείτε αμέσως ποιος το έκανε!» ούρλιαζε υστερικά ο Ιανός.
Ένας στρατιώτης έτρεξε αμέσως στο πλευρό του για να
διαπιστώσει πως άφηνε την τελευταία του πνοή. Έβγαλε το σημείωμα και το
μετέφερε στον Ιανό. Το σημείωμα έγραφε: “Ο μεγαλύτερος εχθρός σου είναι ο
καλύτερος σου φίλος, εγώ όμως είμαι ο μεγαλύτερος σου εφιάλτης”.
Μία στιγμή έλλειψης αυτοκυριαρχίας επικράτησε και τσαλάκωσε
το χαρτί με μανία, όμως δευτερόλεπτα μετά ένα αυτάρεσκο χαμόγελο έκανε την
εμφάνιση του και η αυτοκυριαρχία του επέστρεψε.
«Μαζέψτε τα! Φεύγουμε αμέσως!» φώναξε στους στρατιώτες του
«Κάψτε το μέρος και μην αφήσετε ίχνη.»
Η σημερινή μέρα ήταν για εκείνον μία πρόβα για την επερχόμενη
αλλαγή στα Βαλκάνια, τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, όπως έλεγαν οι ντόπιοι.
«Ηλίθιοι. Δε μπορείς να στηρίζεσαι σε άλλους να κάνουν τη
δουλειά σου. Ηλίθιοι.» μουρμούριζε.
Το στρατιωτικού τύπου τζιπ ξεκίνησε και στο φόντο
φαινόντουσαν μαύροι καπνοί, κάνοντας τον υπαίτιο μίας ακόμη καταστροφής να
χαίρεται και να προετοιμάζεται για την επόμενη.
«Είναι όλα έτοιμα?» ρώτησε τον οδηγό.
«Μάλιστα αρχηγέ.»
«Όπως ήταν και η συγκέντρωση?» ο τόνος του σαρκαστικός.
Καμία απάντηση δεν υπήρχε και καμία δε δόθηκε.
Η διαδρομή μέχρι το κοντινό ιδιωτικό αεροδρόμιο ήταν σιωπηρή
και όλοι οι επιβαίνοντες σε επιφυλακή, κανείς δεν ήθελε να έχει την τύχη των
υποστηρικτών σε εκείνη τη συγκέντρωση.
Απουσίες…
Η Ζακ είχε μόλις επιστρέψει στο κάστρο στην Σκοτία και
παρατηρούσε τους υπαλλήλους – βιτρίνα να ασχολούνται με τις καθημερινές τους
εργασίες. Έφτασε στο προσωπικό της χώρο και παρατήρησε πως η σύγκρουση, τα
πτώματα και οποιαδήποτε ένδειξη πως είχε δοθεί μάχη είχαν εξαφανιστεί.
«Κάποιος καθάρισε.» συλλογιζόταν.
Έψαξε να βρει το τηλέφωνο και το βρήκε σε άλλη θέση από ότι
συνήθιζε, αυτό σήμαινε πως κάποιος είχε αλλάξει τις γραμμές για μεγαλύτερη
ασφάλεια. Κάλεσε το τον αριθμό του Μέντορα και περίμενε.
Η κλήση δεν συνδέθηκε ποτέ.
Απορημένη πάτησε το κουμπί για επανάκληση και περίμενε μάταια,
καθώς κανείς δεν απάντησε ξανά. Το γεγονός αυτό της προξένησε ερωτηματικά και
ανησυχία, γιατί ποτέ πριν δεν είχε ξανασυμβεί. Βημάτισε νευρικά στο δωμάτιο και
κάλεσε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης.
«Κωδικός?» ακούστηκε μία ψυχρή γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη
του ακουστικού.
«02 – 03 – Tango – 07 – 14»
«Επιβεβαίωση κωδικού δεκτή.»
«Οδηγίες?»
«Αναμονή μέχρι νεοτέρας. Σιγή ασυρμάτου.»
Ο χαρακτηριστικός ήχος του τερματισμού της κλήσης δημιούργησε
περισσότερα ερωτηματικά. Αρχικά ήταν η απουσία του Μέντορα και μετά «σιγή
ασυρμάτου»? Κάτι δεν πήγαινε καλά και το ήξερε.
Ντύθηκε για μυστική αποστολή και ξεκίνησε για μία ασφαλή
τοποθεσία για να προμηθευτεί τα απαραίτητα.
Στον διάδρομο 3 στις τέσσερις το πρωί προσγειώθηκε ένα
αεροσκάφος χωρίς επίσημη άδεια προσγείωσης, όμως ο πύργος ελέγχου δεν γνώριζε
την ύπαρξη του. Όταν άνοιξε η πόρτα και συνδέθηκε η σκάλα βγήκαν τρεις άνδρες
και μία γυναίκα και κατευθύνθηκαν σε δύο αυτοκίνητα χωρίς πινακίδες.
«Λείπει κάποιος.» τόνισε η γυναίκα.
«Δεν έχει δώσει σημεία ζωής εδώ και δέκα ώρες. Συνεχίζουμε
χωρίς αυτόν.» απάντησε ο άνδρας που καθόταν πίσω της στο αμάξι.
«Πότε ξεκινάει η επόμενη φάση?»
«Σε δώδεκα ώρες. Όταν φτάσεις θα σου δοθούν οδηγίες επί
τόπου.»
«Εντάξει.»
Μία ώρα μετά το αυτοκίνητο σταμάτησε σε έναν έρημο επαρχιακό
δρόμο και αποβιβάστηκε ο άνδρας. Εκεί τον περίμενε ένα αυτοκίνητο με αναμμένη
τη μηχανή.
Δύο ώρες μετά στα περίχωρα της πόλης αποβιβάστηκε η γυναίκα
και κατευθύνθηκε σε ένα εξοχικό. Τα φώτα ήταν σβηστά, όμως ένα αμυδρό φως αναβόσβηνε.
Το παρατήρησε για λίγο και επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Έφυγαν βιαστικά.
Ένα υποβρύχιο βρισκόταν μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω από το
βυθό του Ατλαντικού ωκεανού και είχε πορεία βορειοανατολική. Ο καπετάνιος είχε
δώσει εντολή να μην ακούγεται τίποτα και να κινείται με την ελάχιστη ταχύτητα.
Με κομμένη την ανάσα παρατηρούσε την οθόνη του σόναρ να καταγράφει κύκλους.
Ο υποπλοίαρχος ίδρωνε και προσπαθούσε να κρύψει τη
νευρικότητα του, αλλά μάταια. Τα δάχτυλα του κινούνταν από μόνα τους και η
καρδιά του ήταν έτοιμη να εκραγεί.
Δώδεκα λεπτά πριν είχαν λάβει εντολή να γυρίσουν το διακόπτη
και να ξεκινήσουν μία σειρά από γεγονότα που θα άλλαζαν τον κόσμο. Είχαν
στείλει μήνυμα για επιβεβαίωση που δεν ερχόταν.
Ο καπετάνιος είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του όταν
ακούστηκε ο ήχος του τηλεγραφείου. Περίμεναν όλοι με αγωνία την αποκωδικοποίηση
και ο τηλεγραφητής έφτασε με τρεμάμενα χέρια.
Η απάντηση ήταν κατηγορηματική.
Ένα ταχύπλοο ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα από την Βενετία με
προορισμό το αεροδρόμιο Μάρκο Πόλο. Ο μοναδικός επιβάτης προσπαθούσε να φτάσει
όσο το δυνατόν πιο σύντομα και να προλάβει τα γεγονότα. Η ταχύτητα του ήταν
τόση που το σκάφος σχεδόν απογειωνόταν με κάθε κύμα που προσέκρουε πάνω του.
Στα ραντάρ του ιταλικού λιμενικού αναβόσβηνε ένα άγνωστο
σκάφος που κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα. Αμέσως σκάφη του λιμενικού
ξεκίνησαν για αναχαίτηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου