Η δομή των ιστοριών περιστρέφεται γύρω από την Ζακ, μία εκπαιδευμένη δολοφόνο, με ένα βίαιο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Ο Μέντορας είναι αυτός που βρίσκεται στο παρασκήνιο και κινεί τα νήματα, καθοδηγώντας παράλληλα την ηρωίδα σε αποστολές, δολοφονίες και όχι μόνο.
Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι κανείς δε γνωρίζει ποιος είναι ο Μέντορας και η Ζακ εμπιστεύεται κάποιον που δεν έχει δει ποτέ σε ολοένα και πιο επικίνδυνες αποστολές, με απρόσμενα αποτελέσματα.

Η ζωή είναι μία σειρά από επιλογές, η εκδίκηση είναι μία από αυτές...

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Ζακ 2 - Η αρχή

Αρχή…

«Θα έλεγες πως η ζωή σου φέρθηκε δίκαια?»
«Με ρωτάς σα γυναίκα ή σα μαθήτρια?»
«Σε ρωτάω όπως θα ρωτούσε ένας μέντορας, το εκκολαπτόμενο φιλοσοφικό νεογνό του.»
«Αν είναι έτσι θα πρέπει να απαντήσω φιλοσοφικά, με λίγη δόση στοχασμού, σαν ένα ουίσκι σωστά παλαιωμένο και φυσικά σωστά διατηρημένο.»
«Σε ακούω.»
«Αν η δικαιοσύνη είναι τυφλή, τότε εγώ είμαι στο σκοτάδι, αν πάλι όχι τότε θα πρέπει να είμαι εγώ τυφλή. Οποιαδήποτε και αν είναι η αλήθεια, η ζωή μου είναι ένας κόκκος της άμμου στην απεραντοσύνη τίνος? Του τίποτα.»
«Μινιμαλισμός λοιπόν σε βαθμό μηδενισμού. Ενδιαφέρον.»
«Εμβάθυνση μόνο σε ότι αφορά την επιστήμη? Η φιλοσοφία είναι πέρα από αυτά τα κλισέ.»
«Συμφωνώ, αλλά θα πρέπει να επανακαθορίσω τον ισχυρισμό μου.»
«Μετά χαράς!»
«Λοιπόν, όταν μιλάμε για δικαιοσύνη όλα είναι υποκειμενικά. Δε μπορείς να την ορίσεις απόλυτα, μπορείς όμως να θέσεις κανόνες που συμφωνούν όλοι ή κάλλιστα να έχουν όλοι τη ροπή μιας εγγενούς συμφωνίας. Το γεγονός που το κάνει δύσκολο είναι αν μπορεί να καθοδηγείται ή να γίνεται έρμαιο ανθρώπων που έχουν επιφορτιστεί να εκτελούν τις βουλές της.»
«Θα μπορούσα να πω πως μου ακούγεται σα μανιφέστο.»
«Όχι αγαπημένη μου δε θα γίνω Σωκράτης, απέχουμε πολύ ακόμη από ένα τέτοιο επίπεδο. Βρισκόμαστε στην αρχή.»
«Αρχή ή φινάλε της προηγούμενης ζωής μου?»
«Αρχή και τέλος είναι σημεία μόνο. Διανοητικά παιχνίδια του ανθρώπινου μυαλού για να μπορέσουν να καθορίσουν τη σημαντική ασημαντότητα τους στο χώρο και στο χρόνο. Χρόνο… Χμ… Νομίζω πως ο χρόνος μας τώρα αρχίζει. Ήρθε η ώρα δε νομίζεις?»
«Ναι.»
«Όποτε θέλεις πίεσε τη σκανδάλη.»
Το δίλημμα…

Όταν ήμουν μικρή παρατηρούσα τα υπόλοιπα παιδάκια στην ηλικία μου που έπαιζαν χαρούμενα και γελούσαν με τους γονείς τους. Η δική μου ώρα παιχνιδιού μοιραζόταν ανάμεσα στον καθηγητή των μαθηματικών και τον καθηγητή της φυσικής. Η παράδοση της οικογένειας έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε κόστος, ήμουν η τελευταία εν ζωή απόγονος ενός ένδοξου παρελθόντος.
Αηδίες ή πιο λόγια “πρότερα βιώματα που σου προκαλούν δυσφορία”.
Αυτή η φράση είναι χαραγμένη στο μυαλό μου, στη καρδιά μου και στη ψυχή μου, αν έχω εννοείται. Ο πατέρας μου δε μπορούσε ποτέ να εκφραστεί σαν όλους τους υπόλοιπους ήταν ένας Λόρδος, ένας Δανδής, μία καρικατούρα των πρότερων τσάρων και των ομόλογων τους Δουκών.
Η οικογένεια το τάδε, η οικογένεια το δείνα, ο θείος σου ήταν πρόξενος του Κάιζερ και άτυχος παράλληλα. Πάντα η ατυχία του θείου έμπαινε σα δικαιολογία για την αποτυχία της οικογένειας να δικτυωθεί με τους πιθανούς νικητές.
Κανείς δεν ανέφερε το αιματοκύλισμα και την προδοσία..
Κανείς δεν ανέφερε αυτά που πέρασα μικρή…
Κανείς δεν ανέφερε ποτέ τον Σεργκέι…
Το Βερολίνο τότε δεν ήταν τυχερό όπως και ο θείος, αλλά ο πατέρας μου και η μάνα μου ήταν. Είχαν την εύνοια της τύχης με το μέρος τους. Οι ιστορίες τους έμοιαζαν σαν παραμύθια, κάποια στοιχεία αληθή και κάποια άλλα φανταστικά βγαλμένα από τη Δανία, τη γενέτειρα του παραμυθιού.
Θυμάμαι την έξοδο τους από την Ανατολική Γερμανία:

Αποφασίσαμε με τη μητέρα σου, να δραπετεύσουμε. Εκείνη την εποχή όλοι φοβόντουσαν να βγουν, να πάνε να αγοράσουν τρόφιμα. Υπήρχε στρατιωτικός νόμος. Στρατιώτες παντού να εκτελούν χρέη αστυνομίας και στρατού μαζί.
Το σπίτι μας είχε υποστεί φθορές από τους βομβαρδισμούς και τις οδομαχίες. Υπήρχαν πυρήνες που μάχονταν και ήθελαν την ελευθερία, αλλά εμάς δε μας ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Εμείς ήμασταν Ρώσοι, γεννημένοι στην Μόσχα, στο κέντρο της γης και του σύμπαντος. Ήμασταν απόγονοι του Τσάρου και των προγόνων του.
Βρεθήκαμε στη Γερμανία γιατί τα πρότερα βιώματα μας μάς προκαλούσαν δυσφορία. Εδώ βρήκαμε αυτό που μας έλειπε. Σκοπός. Στόχος. Αγνότητα.
Ο Αδόλφος ήταν ο εκπρόσωπος όχι μόνο των Γερμανών, αλλά και των δικών μας των καθαρών. Ήταν γεννημένος αρχηγός. Πιστέψαμε πως θα εκκαθάριζε μια για πάντα τον κόσμο και θα ελευθέρωνε τη μητέρα Ρωσία, όμως απέτυχε.
Έτσι βρεθήκαμε αιχμάλωτοι αυτών που θέλαμε να ξεχάσουμε.
Η σάπια γενιά ήταν στα χνάρια μας. Πλησίαζαν να μάθουν τις αληθινές μας ταυτότητες και αυτό θα ήταν θανάσιμο. Δε γινόταν να μας πιάσουν χωρίς να έχουμε έναν απόγονο. Η οικογένεια θα χανόταν για πάντα.
Είχαμε κρατήσει με κόπο έναν σύνδεσμο στην άλλη πλευρά και ταχυδρομικό περιστέρι ανταλλάσαμε μηνύματα. Είχε οριστεί η μέρα ως το τρίτο Σάββατο του Δεκεμβρίου. Θα μας κάλυπτε η κακοκαιρία που προβλεπόταν. Το περιστέρι δεν ήρθε ποτέ όμως με τις λεπτομέρειες του σχεδίου. Έπρεπε να αυτοσχεδιάσουμε.
Πήγαμε μαζί με τη μητέρα σου στο πλησιέστερο μας φυλάκιο. Εκεί ενέδρευε η φρουρά της σάπιας γενιάς. Πήραμε από ένα χάπι ο καθένας που σε έφερνε σε κωματώδη κατάσταση και το επόμενο σύμπτωμα ήταν να πέσεις σε λήθαργο τόσο βαθύ που έμοιαζες με νεκρό. Πάνω μας κουβαλούσαμε χαρτιά ρώσικης υπηκοότητας που είχαμε πάρει από ένα ζευγάρι Ρώσων. Η πρόθεση μας ήταν απλά να πάρουμε υπό την κατοχή μας, αλλά υπήρξαν επιπλοκές.
Το σχέδιο είχε επιτυχία. Μας θεώρησαν νεκρούς και μιας και ήμασταν Ρώσοι, έπρεπε να μας μεταφέρουν πίσω στην πατρίδα. Τα χάπια αυτά θα μας κρατούσαν ζωντανούς – νεκρούς για δύο μέρες το πολύ. Αν παίρναμε μεγαλύτερη δόση θα ήταν άκρα θανατηφόρα.
Μας είχαν στοιβάξει μαζί με άλλα πτώματα και μας είχαν πετάξει στην καρότσα ενός φορτηγού. Η μητέρα σου και εγώ είχαμε προβλέψει ότι μπορεί να μας είχαν σκεπασμένους με πανί, για να αποφύγουν τις αρρώστιες. Η ίδια η αρρώστια να αποφύγει αρρώστιες…
Εν πάση περιπτώσει, είχαμε αφήσει να μακρύνουν τα νύχια μας και τα λιμάραμε καθημερινά. Όταν ξυπνήσαμε από το λήθαργο σκίσαμε την πάνινη φυλακή μας και με λίγο κόπο πηδήξαμε από την καρότσα. Περιπλανηθήκαμε λίγο στο δρόμο και μας βρήκαν κάτι Πολωνοί χωρικοί που μιλούσαν γερμανικά.
Ήταν πατριώτες και αυτοί. Ήμασταν τυχεροί. Τα επόμενα δύο χρόνια μείναμε μαζί τους συλλέγοντας πληροφορίες και ζώντας στην αφάνεια. Εσύ ήρθες στη ζωή μας όταν γυρίσαμε στη Γερμανία. Το Βερολίνο πια ήταν ελεύθερο και εσύ μικρούλα. Οι φίλοι του θείου σου σε έκαναν ανθεκτική και όμορφη.
Είσαι μία γνήσια απόγονος μας.

Ένα κομμάτι του παλιού μου εαυτού αναριγά όταν τα θυμάται όλα αυτά. Η παιδική μου ηλικία ήταν ένας εφιάλτης, ένας ατέλειωτος και βασανιστικός εφιάλτης. Κάθε μέρα μελέτη μέχρι το απόγευμα, γιατί τότε με έπαιρνε ο θείος και με άφηνε σε ένα μέρος που θύμιζε νοσοκομείο, καθώς άντρες με άσπρες ρόμπες κυκλοφορούσαν με σημειώσεις, διαγράμματα, φιαλίδια και ιατρικό εξοπλισμό.
Όταν πρωτοπήγα με τρύπησαν πολλές φορές με βελόνες και ο πόνος ήταν τρομακτικός. Δε μπορούσα να πω όμως ότι φοβόμουν, γιατί τα υπόλοιπα παιδιά που έδειχναν σημάδια αδυναμίας εξαφανίζονταν, για πάντα.
Αν ήθελα να ξεφύγω θα έπρεπε να τα υπομείνω όλα και να ελευθερωθώ όταν θα ερχόταν η ώρα. Βέβαια το γεγονός πως ο θείος μου είχε άλλα σχέδια για μένα, δε γινόταν να το ξέρω τότε.
Όλα άρχισαν όταν μου ανακοίνωσαν ότι θα έπαιρνα μέρος σε ένα τοπικό τουρνουά σκάκι. Οι συμμετοχές ήταν μερικές δεκάδες, αλλά ο ανταγωνισμός μικρός, ενώ ο πατέρας μου με παρατηρούσε μην τυχόν και δυσκολευτώ παρ’ όλα αυτά. Η πρώτη θέση ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά με αυτό κατοχυρωνόταν η πορεία που μου είχαν προδιαγράψει. Σειρά είχαν ολοένα μεγαλύτερα τουρνουά, όπου μπορούσα να διαγωνιστώ σε κορυφαίο επίπεδο.
Οι ικανότητες μου και η συνεχή μελέτη με έκαναν να νιώθω ασφάλεια για το όνειρο που διαμορφωνόταν στο μυαλό μου, ο τίτλος του Γκραν Μετρ. Έβλεπα τις εικόνες να σχηματίζονται και μία ανατριχίλα διαπερνούσε το κορμί μου, ήταν ονειρικό συναίσθημα. Ήμουν έτοιμη να συνεχίσω παρακάτω, όταν με διέκοψαν απότομα από την ονειροπόληση μου.
«Ήρθε η ώρα να εκπαιδευτείς! Έλα τώρα!»
Η φωνή του θείου μου και η προσταγή πίσω από τις λέξεις δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις και πείσματα. Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα δε ξανάδα το σπίτι μου και τους γονείς μου, παρά μόνο μετά το πέρας της εκπαίδευσης.
Όλοι το αποκαλούσαμε το “μέρος”, γιατί κανείς δεν ήξερε που ήμασταν ή αν υπάρχει σε κάποιο χάρτη. Για την ακρίβεια ήταν ένα απομονωμένο νησί στη μέση του πουθενά. Στην πρώτη μας επαφή με τον χώρο είχαμε ναρκωθεί και μεταφερθεί, άγνωστο πως, σε καταλύματα που έμοιαζαν με στρατώνες. Η ομάδα μου δεν είχε αξιωματικό και όλοι μας ήμασταν απλά στρατιώτες. Οι αναμνήσεις κάποια βράδια με στοιχειώνουν ακόμη και τα βασανιστήρια ήταν φρικτά, αλλά είμαι ακόμη ζωντανή για να τα θυμάμαι όμως.
Η εκπαίδευση μου συμπεριελάμβανε τρόπους δολοφονίας με οποιοδήποτε μέσο και κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη, αλλά δε γινόταν να σκοτώσω κάποιον εν ψυχρώ, όχι χωρίς λόγο. Εκεί εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Σεργκέι.
Η προφορά του πρόδιδε Ρώσο και οι αναλογίες του, απλά μηχανή. Το ύψος του ήταν δύο μέτρα και δύο εκατοστά, ενώ το σώμα του έμοιαζε να ναι από γρανίτη. Κάθε εκατοστό του κορμιού του είχε μύες που όταν νευρίαζε θεωρούσα πως ήταν τεθωρακισμένα έτοιμα να ξεπροβάλουν ανά πάσα στιγμή. Είχε στρατιωτικό κούρεμα και όσο μαλλί έμενε ήταν ξανθό.
Έγινε ο εκπαιδευτής μου μετά την αποτυχία μου να σκοτώσω έναν άλλο εκπαιδευόμενο. Υπέφερα στα χέρια του από την πρώτη μέρα που τον γνώρισα, αλλά είχε πάντα κάτι το διαφορετικό, ήταν ωραίος. Με είχε αφήσει στον πάτο της θάλασσας για 4 ώρες γυμνή με μία μπουκάλα αέρα μόνο. Μου έλεγε πως ήταν για το καλό μου και ότι θα γινόμουν σκληρή.
Τουλάχιστον είχε δίκιο. Έγινα σκληρή. Μαζί του έμαθα πολλά πράγματα, με έκανε γυναίκα έτσι όπως μόνο εκείνος ήξερε. Με έκανε σχεδόν τέλεια, γιατί δε μπορούσα να σκοτώσω κάποιον.

«Αγαπημένη μου Ζακλίν, κάποια πράγματα δεν τα μαθαίνεις, τα έχεις πάντα μέσα σου και μαζί σου. Θυμάσαι τον αιδεσιμότατο Χέλμουτ Κοχ?»
«Φυσικά και τον θυμάμαι…» ανατρίχιασα και μόνο στην ιδέα ότι μπορούσα να τον ξαναδώ. Οι αναμνήσεις μου είχαν καταχωνιαστεί κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
«Νομίζεις πως σταμάτησε με σένα?»
«Τι εννοείς?»
«Όταν σε πήρε ο θείος σου για να εκπαιδευτείς, ποια θα αναπλήρωνε το κενό σου Μαγκνταλένα?»
«Πως…?» είχα μείνει άναυδη. Ένας άγνωστος ήξερε για το παρελθόν μου και εγώ τίποτα για εκείνον.
Τόσα χρόνια μπορούσα να ανακαλύψω τα πάντα γύρω από τον οποιονδήποτε, να μάθω μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια και μπροστά μου βρίσκεται μία οθόνη υπολογιστή με μαύρο φόντο και μία φωνή να μου μιλάει, γνωρίζοντας πράγματα για μένα.
«Νόμιζα πως είχες εκπαιδευτεί σωστά, ίσως να έκανα λάθος τελικά.»
«Ίσως…»
«Χμ… Δεν κάνω ποτέ λάθος αγαπητή μου, αυτό να το θυμάσαι πάντα.»
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν τι κομπασμός και αλαζονεία κρύβονται από πίσω. Με τον καιρό κατάλαβα πως είχε δίκιο, αυτός ο άνθρωπος δεν έκανε ποτέ λάθος, μάλλον εγώ έκανα λάθος, δεν είναι άνθρωπος…
«Θα σου πω μία ιστορία. Μια φορά και έναν καιρό πριν κάποια χρόνια υπήρξε κάποιος που συνάντησε μια παρέα ιερέων σαν τον κύριο Κοχ. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καταφύγει στα ένδικα μέσα. Η υπόθεση κράτησε ακριβώς ένα μήνα, τόσο πήρε σε κάποιους να σκεπάσουν την όλη ιστορία. Έτσι προσέλαβαν έναν πληρωμένο δολοφόνο, έναν Ρώσο.»
Το μυαλό μου υπονοούσε πως αναφερόταν στο μοναδικό άνθρωπο που αγάπησα ποτέ στη ζωή μου, η καρδιά μου όμως το αρνιόταν πεισματικά.
«Εσύ πρέπει να τον γνωρίζεις με το τωρινό του όνομα, Σεργκέι.»
Ήθελα να ουρλιάξω, αλλά η ψυχρή στρατιωτική λογική επενέβη και δεν είπα τίποτα. Έμεινα σιωπηλή. Είχα προσπαθήσει να βρω κάτι στα αρχεία του υπολογιστή, αλλά μάταια ήταν απλά ένας δέκτης σήματος. Δεν είχε τίποτα μέσα.
«Του είχε δοθεί το εξής ερώτημα: Θα μπορούσες να ζήσεις με την ηθική μιας δολοφονίας κάποιου που του αξίζει ή θα σκότωνες απλά για την ευχαρίστηση? Νομίζω πως ξέρεις πολύ καλά τι απάντησε…»
«Τι θέλεις από μένα?»
«Μα είναι πολύ απλό αγαπητή μου. Τι θα επιλέξεις σε αυτό το μικρό δίλημμα?»
«Τι θα γίνει  αν αρνηθώ?»
«Τίποτα απολύτως θα αποδείξεις ότι έκανα λάθος.»
Η ζωή μας κρίνεται από τις επιλογές μας, από την πληθώρα δεδομένων που πρέπει να αποφασίσεις ποια θα κρατήσεις και ποια θα πετάξεις. Μοιάζουν με ένα σωρό από άχυρα και εσύ πρέπει με μια ματιά να βρεις τη βελόνα. Ήμουν έτοιμη να μη δεχτώ, κραύγαζε λογικό εκείνη τη στιγμή, όμως κάτι στην όλη ιστορία δεν ταίριαζε.
Ήξερα για τι ήταν ικανός ο Σεργκέι, όπως επίσης ότι δεν είχε συναισθήματα, οπότε μου φαινόταν αλήθεια. Επίσης με πίεζε να σκοτώσω κάποιον από την ομάδα μου για να αποδείξω ότι είχα ότι χρειαζόταν για να μείνω ζωντανή. Έτσι θεώρησα πως ήταν κάποια δοκιμασία και δέχτηκα.



Το σκοτάδι δεν έχει όνομα.

Το νερό αγκαλιάζει κάθε πόντο του κορμιού μου, γεμίζει κάθε πόρο της επιδερμίδας μου. Καυτό και συνάμα τόσο πρωτόγνωρο, μοιάζει με εξιλέωση. Η θερμότητα τείνει να με κάψει, να μου αφήσει σημάδια, αλλά αδιαφορώ, νιώθω ζωντανή, αγνή και έτοιμη.
Έτοιμη…
Η λέξη μου προκάλεσε μνήμες, οδυνηρά κοντινές, όχι φυσικού πόνου, αλλά ψυχικού, σαν επιθανάτιος ρόγχος της παλιάς μου ζωής, εκείνη που ήμουν πια δεν υπάρχει, ένα όνομα ήταν απλά, ένα κουκούλι που μέσα του εκκολάφτηκε μια πεταλούδα έτοιμη να πετάξει.
Έτοιμη…

«Είσαι έτοιμη?» η προστακτική φωνή του Σεργκέι.
«Ναι.»
«Θα μπεις από την κεντρική είσοδο. Το όνομα σου είναι Σάρα. Κατοικείς στο Λονδίνο τα τελευταία δύο χρόνια και είσαι συνοδός τους τελευταίους έξι μήνες. Έχει σταλεί συστατική επιστολή, οπότε δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα. Αν σε ρωτήσει κανείς τίποτα, να απαντάς μονολεκτικά. Είσαι μία απλή συνοδός κατάλαβες?»
«Ναι.»
Ήταν η πρώτη μου αποστολή και όλα κρίνονταν από αυτή. Αν αποτύγχανα δε θα ξαναέβλεπα το φως της μέρας. Βέβαια στο μυαλό μου υπήρχε και η μυστική αποστολή, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα για την ώρα.
Με τις σκέψεις να με πλημμυρίζουν βγήκα από τη σουίτα του Άλεξ Μακ Άλιστερ, ενός ανερχόμενου μεγιστάνα της Νότιας Σκοτίας που επιθυμούσε μία επαγγελματία συνοδό. Η βιτρίνα είχε στηθεί πολύ καιρό πριν πάρω εγώ μέρος στην επιχείρηση και αν δεν κατάφερνα να τη φέρω σε πέρας, κάποια άλλη δολοφόνος θα με αντικαθιστούσε σκοτώνοντας το στόχο και μένα μαζί.
Η ψυχρή λογική με χτύπησε την ώρα που βγήκα από την πόρτα χωρίς επιστροφή, ή όλα ή τίποτα. Το ένστικτο είναι αυτό που αναλαμβάνει όταν το μυαλό αδυνατεί να πάρει τις σωστές αποφάσεις και το κορμί ακολουθεί. Έκλεισα τα μάτια και βγήκα από το πολυτελές αμάξι που μου παρείχαν για να κάνω το λιγότερο εντύπωση.
Ήρθε ο βαλές να πάρει το αμάξι μου και τον είδα που του κόπηκε η ανάσα, έβλεπα το λάγνο βλέμμα του να με γδύνει και ήθελα τόσο πολύ να του κόψω το λαιμό, όμως αδιαφόρησα και προσποιήθηκα πως δεν τον είδα ποτέ. Προχώρησα στην γυάλινη είσοδο και ο πορτιέρης προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Το στενό σακάκι του και η δυσχέρεια στις κινήσεις του φανέρωνε κάποιον που ήταν εκπαιδευμένος να ανοίγει τις πόρτες αυτές χρησιμοποιώντας κάθε μέσο και όχι απλά τα χέρια του. Κράτησα νοερή σημείωση.
Στο χολ βρίσκονταν άλλοι δύο πορτιέρηδες με ηλιοκαμένο πρόσωπο και σε απόλυτη στάση προσοχής. Οι τύποι του ξενοδοχείου κάτι ετοιμάζουν σίγουρα, η εναλλακτική μου έξοδος θα είναι αναγκαστικά μέσω αυτών, μία κάπως δυσάρεστη προοπτική, για εκείνους. Στην αίθουσα αναμονής βρίσκονταν πέντε άτομα που ήταν παντελώς αδιάφορα, δύο της ομάδας των πορτιέρηδων, ένας δυνητικά επικίνδυνος τύπος που πολύ βολικά έχει γυρισμένη πλάτη και κάθεται ολομόναχος να διαβάζει εφημερίδα και ένας υπερήλικας σε καροτσάκι που τον μεταφέρει μία επαγγελματίας συνοδός σίγουρα.
Όταν έφτασα στην υποδοχή βρισκόταν ένας ασιάτης που χαμογελούσε πίσω από τα μικρά γυαλιά του, κάνοντας τον να μοιάζει με ύαινα. Ήταν ντροπή για μία φυλή με τόσο μεγάλη ιστορία, αλλά όπως πάντα υπάρχει ένα σφάλμα σε κάθε τέλειο πρόγραμμα. Μου είπε ότι με περιμένουν και ανήγγειλε την άφιξη μου. Ένας βαλές με οδήγησε στον ιδιαίτερο ανελκυστήρα με ένα μπράβο μέσα και ένα από έξω. Εδώ δεν κρατούσαν τα προσχήματα.
Μέχρι να ανέβουμε ο μπράβος δε με κοιτούσε, είχε όμως τον νου του για την παραμικρή κίνηση μου. Η άνοδος κράτησε μερικά δευτερόλεπτα αν αναλογιστεί κανείς ότι οδεύαμε στη σουίτα του τελευταίου ορόφου. Όταν η πόρτα άνοιξε αντίκρισα άλλους δύο μπράβους έγχρωμους αυτήν τη φορά να περιμένουν ακριβώς έξω από την πόρτα με το χέρι σε όπλο κάτω από το σακάκι τους.
Με οδήγησαν στη μοναδική πόρτα του ορόφου όπου βρίσκονταν άλλοι δύο τύποι με σακάκια και μεγαλύτερα όπλα, αυτόματα τροποποιημένα για μάχη σε πόλη.
«Για ποιο λόγο έχουν προετοιμαστεί? Για πόλεμο? Μία απλή συνοδό περιμένουν… Εκτός και αν παίζεται κάτι μεγαλύτερο…» σκεφτόμουν λίγο πριν περάσω την πόρτα.
Υπήρχε ένα μικρός χώρος που έπρεπε να διασχίσεις προτού εισχωρήσεις στο αχανές εσωτερικό. Ένα πολυτελέστατο χολ με κρυστάλλινο πολυέλαιο, χρυσά αμπαζούρ, χρυσό τραπέζι με χρυσές καρέκλες και πίνακες από Πικάσο μέχρι Ρέμπραντ.
«Ατυχής επιλογή συνδυασμού πινάκων…» μουρμούρισα.
«Δε μπορώ παρά να συμφωνήσω αγαπητή μου.»
Ήταν η ίδια φωνή, αλλά δε μπορούσα να προσδιορίσω από που ερχόταν.
Προχώρησα στο εσωτερικό δωμάτιο ανοίγοντας μία δίφυλλη πόρτα φτιαγμένη από χρυσό. Επιχείρησα να κάνω την άφιξη μου αισθητή και τότε αντίκρισα το πτώμα.
Φορούσε ένα μπουρνούζι που σίγουρα άξιζε όσο όλα τα ρούχα μου μαζί και ήταν λερωμένο με αίμα. Πλησίασα και τότε είδα ότι από το αριστερό του αυτί προεξείχε μία λάμα από σίδερο τουλάχιστον δέκα εκατοστών με σπασμένη λαβή. Αμέσως πληκτρολόγησα το νούμερο ασφαλείας, αλλά ο αριθμός δεν απαντούσε.
Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Επέστρεψα στο κυρίως δωμάτιο και τότε ακούστηκε η φωνή πάλι:
«Νομίζω συμπέρανες πως είναι μία καλοστημένη παγίδα για να σε βγάλουν από τη μέση.»
Ήθελα να βγάλω το όπλο μου και να πυροβολήσω τον άνθρωπο πίσω από τη φωνή, αλλά δεν το είχα πάνω μου και κυρίως δεν ήξερα που είναι αυτός που μιλούσε.
«Έχεις ακριβώς τριάντα δευτερόλεπτα μέχρι να αποφασίσεις.»
«Σε τι?»
«Στο μικρό δίλημμα που σου έθεσα.»
«Θες να σκοτώσω τον Σεργκέι.»
Οι σφυγμοί μου είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν επικίνδυνα, δε μου άρεσε αυτό το παιχνίδι.
«Αυτό σκέφτηκες εσύ, δε συμφώνησα. Τελευταία φορά. Θα μπορούσες να ζήσεις με την ηθική μιας δολοφονίας κάποιου που του αξίζει ή θα σκότωνες απλά για την ευχαρίστηση?»
«Εξαρτάται.»
«Συνέχισε.»
«Εξαρτάται από το αν απειλείται η ζωή μου, αν με έχουν διατάξει να σκοτώσω και κυρίως αν είναι ένοχος.»
«Έξοχα. Τώρα το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις ζωντανή. Έρχονται.»
Δε χρειάστηκε να καταλάβω τι εννοούσε, φαινόταν ότι ήταν παγίδα και εγώ είχα εντολές να πέσω μέσα της. Ο αόρατος ομιλητής φαινόταν για σύμμαχος, αλλά δε μπορούσα να ξέρω. Η επόμενη κίνηση μου ήταν κρίσιμη για την ζωή μου και κυρίως για την εκδίκηση μου.
Έτρεξα μέσα στο δωμάτιο και πήγα στην κουζίνα και οπλίστηκα με ένα μαχαίρι για το δείπνο που θα λάμβανε χώρα.
«Καλύτερο από το τίποτα.» σκέφτηκα.
Άκουσα την πόρτα να ανοίγει και βαριά βιαστικά βήματα να εισέρχονται. Οι μπράβοι που ήταν απέξω σίγουρα και προφανώς είχαν ως στόχο εμένα. Έχω κρυφτεί πίσω από τον πάγκο και περιμένω τον πρώτο να εμφανιστεί και τότε όλα σκοτεινιάζουν…


Ζακ 1 - Ο τέλειος φόνος

Από το ανοιχτό παράθυρο ξέφυγε μία ριπή ανέμου και εισχώρησε στο δωμάτιο βιαστικά, σα να προσπαθούσε να καλύψει όλη την επιφάνεια σε ελάχιστο χρόνο. Όντας τυφλός εκ γενετής δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να δει ένα φύλλο να παρασύρεται από τον αέρα, αλλά μπορούσε να το φανταστεί ακούγοντας το.
Χρειαζόταν αυτήν την απόσπαση προσοχής, καθώς η θερμοκρασία του κορμιού του έχει εκτοξευθεί, ο ιδρώτας ρέει σαν ποτάμι και η κάνη του όπλου είναι κρύα, τόσο κρύα που τη νιώθει σα νυστέρι χειρουργείου. Όπως τότε που έκανε  εγχείρηση στο γόνατο και δεν είχε κοιμηθεί από το αναισθητικό αέριο. Το νυστέρι εισχωρούσε στο γόνατο του κρύο και ένιωθε τους μύες του σα χορδές να πάλλονται. Τότε είχε τρομάξει τόσο πολύ από το φόβο του που οι λέξεις δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν από το λάρυγγα του. Όπως τώρα που κάποιος κρατά στα χέρια του τη ζωή του.
Ακούει τα βήματα του δήμιου του, ασταθή, χωρίς σιγουριά, κινείται πάνω κάτω χωρίς ρυθμό και κάποιες στιγμές τον ακούει που μονολογεί. Δεν καταλαβαίνει σε ποια γλώσσα μιλάει, όμως του φωνάζει τώρα και τον χτυπάει με το όπλο. Πρέπει να ναι όπλο γιατί είναι μικρό και μεταλλικό, ή μήπως δεν είναι? Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ευχηθεί να μπορούσε να δει, τώρα όμως το εύχεται πολύ έντονα.
Ξαφνικά δέχεται ένα έντονο χτύπημα στο πρόσωπο και καταλήγει να πέφτει πάνω σε κάτι μαλακό. Ένα πνιχτό βογγητό ακούστηκε, σχεδόν ξέπνοο. Μυρίζει ένα άρωμα, γυναικείο, έχει την αίσθηση πως είναι ακριβό, από εκείνα τα βαριά αρώματα με την παρατεταμένη διάρκεια στο χώρο. Πάντα τα μισούσε, γιατί δεν τον άφηναν να συγκεντρωθεί στις υπόλοιπες μυρωδιές.
Βέβαια τώρα η μύτη του έχει σπάσει σίγουρα, καθώς άκουσε το κόκκαλο να σπάει και κάτι υγρό και ζεστό κυλάει αργά στο πρόσωπο του. Προσπαθεί να μετατοπίσει το κορμί του, αλλά αυτό είναι αδύνατο, γιατί βρίσκεται δεμένος πισθάγκωνα πάνω σε σιδερένια καρέκλα. Όσο κινείται, στο μέτρο το δυνατό, η γυναίκα από κάτω του υποφέρει και έτσι αποφασίζει να σταματήσει.
Τότε ακούγονται φωνές απ’ έξω από την πόρτα…

Ένα, δύο, τρία χτυπήματα και η ξύλινη βαριά πόρτα ανοίγει με κρότο…

Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν κάτι να πέφτει βαρύ στο πάτωμα, σαν άνθρωπος που πέφτει, ενώ κάλυπτε τον μηχανικό θόρυβο που έκανε ένα κλικ…




Κοιμητήριο…

 Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν αποπνικτική, άτομα συρρέουν στις ταυτόχρονες κηδείες που θα λάβουν χώρα στο τοπικό κοιμητήριο. Θρήνοι ακούγονται σποραδικά, κλάματα από μαυροφορεμένες γυναίκες, άντρες σκυθρωποί, άντρες με στολές και πρόσωπα σφιγμένα, άλλοι από οργή, άλλοι από πόνο και κάποιοι από τα δύο μαζί.
Τους παρατηρώ και νιώθω απέραντη θλίψη, όλοι αυτοί μέχρι πριν την έκρηξη δε νοιάζονταν για τίποτα άλλο πέρα από τη μικρή, ανιαρή, θλιβερή ζωή τους. Μου θυμίζουν τα στρατιωτάκια που έπαιζε ο αδερφός μου όταν ήμασταν παιδιά και αναπαριστούσε φανταστικές μάχες και σκότωνε κακούς. Αναρωτιέμαι αν μπορώ να θεωρήσω ότι κάνω και εγώ το ίδιο πλέον. Ίσως ναι, αλλά όλοι αυτοί δεν είναι σε θέση να δουν τη μεγαλύτερη εικόνα, εκείνο το γενικό πλαίσιο, που κατάφερα να δω εγώ. Η δικαιοσύνη είναι τυφλή, όμως είναι και παρωχημένη.
Συγκεντρώνονται τώρα και να που εμφανίζεται και ο ιερέας. Ιερέας. Οι αναμνήσεις με κατακλύζουν και τα χέρια μου εισχωρούν στις τσέπες του παλτού μου. Αγγίζω τα ασημένια νομίσματα. Αμέσως νιώθω έξαψη και ηδονή όταν θυμάμαι την έκφραση του. Εκείνα τα γουρλωμένα μάτια και τα δάκρυα, επιτέλους πραγματικά δάκρυα να κυλάνε από εκείνα τα αρρωστημένα μάτια.
«Δικαιοσύνη και Θεός είναι οι πυξίδες για την ενάρετη ζωή σας.»
Όταν μας προκαλούσε πόνο, αποστροφή και αηδία για τον ίδιο μας τον εαυτό σκεφτόταν τις αρετές ή το Θεό? Εκείνη τη στιγμή όμως σίγουρα αναζητούσε κάποιον να τον σώσει, κρίμα που δεν ήταν κανείς. Του έβαλα τα νομίσματα στο στόμα για να μη τα χάσει όταν θα χρειαστεί να τον περάσει απέναντι.
Το μόνο που με στεναχωρεί τώρα είναι ότι δεν είχα την ευκαιρία να αφήσω σε όλους αυτούς. Το σχέδιο έτσι και αλλιώς ήταν να περιμένω όταν θα απομακρυνθούν όλοι. Παρατηρώ πως τελείωσε το θέαμα και αποχωρούν. Πλησιάζω στον πρώτο τάφο. Νεαρός αστυφύλακας που έπεσε την ώρα του καθήκοντος. Ένα νόμισμα για σένα. Επόμενος αστυνομικός της ειδικής ομάδας, ένα νόμισμα και για σένα. Η λίστα περιλαμβάνει πολλούς ακόμη και τελικά φτάνω στα δύο υποτιθέμενα θύματα, άκουσα που έλεγαν ότι τα έβαλαν δίπλα δίπλα, όπως ήταν τις τελευταίες τους στιγμές. Η αποστροφή μου είναι τεράστια.
Το τελευταίο μου νόμισμα πηγαίνει στον ανοιχτό τάφο του δολοφόνου ή μάλλον του υπαίτιου όλου αυτού ή μάλλον σε αυτόν που θέλησα να χρεωθεί τους φόνους.
Στέκομαι αρκετή ώρα και αναπολώ το πρόσωπο του. Τρομαγμένο, με βαθιά ανησυχία στο τι θα του συνέβαινε αν δεν ακολουθούσε το σχέδιο, ένα φοβισμένο παιδί, κρίμα που δεν ήταν αθώος. Όλοι είμαστε ένοχοι για κάτι, άλλοι για πολλά και άλλοι για λιγότερα, ο βαθμός ενοχής είναι το σημείο με βάση το οποίο πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα νιώθω ζευγάρια μάτια να με κοιτούν καχύποπτα. Αυτά τα μάτια είναι εκπαιδευμένα να παρατηρούν, να προσέχουν και να είναι έτοιμα για οποιαδήποτε αντιπαράθεση. Πρέπει να κατάλαβαν ότι έχω κάποια θέση σε όλο αυτό. Τι ειρωνεία, γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω τον ντετέκτιβ Ροθ σε όλο του το μεγαλείο να είναι έτοιμος να εκραγεί, έτοιμος για δράση, για να δείξει ότι το παρατσούκλι του δεν είναι τυχαίο, το «γεράκι».
Ατυχές κατά τη γνώμη μου, αν ήταν γεράκι όντως θα με είχε καταλάβει τόσες φορές που με είχε συναντήσει, μετά από κάθε δολοφονία που ερευνούσε.
«Είσαι ένας τυχαίος τελικά.» μονολογώ. Δε ξέρω αν με άκουσε, αλλά τώρα πια λίγη σημασία έχει.
Με έχουν περικυκλώσει και νομίζουν ότι κάτι κατάφεραν. Όλα ήταν μέρος του σχεδίου και τα πιόνια είχαν προκαθορισμένους ρόλους, ώρα για την κορύφωση του έργου. Πλησιάζω προς το μέρος του.
«Γεια σας ντετέκτιβ Ροθ. Είναι έγκλημα να εναποθέτω ένα φόρο τιμής?»
«Όχι δεν είναι και ούτε θα θεωρηθεί ποτέ. Το πρόβλημα όμως είναι πως θα μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτο που το κάνατε σε όλους και δώσατε ιδιαίτερη προσοχή στο δολοφόνο.»
Χαμηλώνω το κεφάλι και χαμογελώ.
«Δε συστήθηκα. Με συγχωρείτε. Το όνομα μου είναι Ζακλίν, αλλά μπορείτε να με φωνάζετε Ζακ.»
Το βλέμμα του πάγωσε σαν στρεβλός πίνακας του Γκωγκέν. Ο φοβισμός πάντα βρίσκει τον τρόπο του να σε συναρπάσει, όπως και ο αγαπητός κύριος Ροθ.
«Μα εσύ είσαι γυναίκα…» σιγοψιθύρισε πριν με συλλάβουν.
Η αρμονία κρύβεται πίσω από τους αριθμούς, πάντα σε γοητεύουν…




Αίθουσα ανακρίσεων Β

Το κρύο μέταλλο είναι αναζωογονητικό, σου θυμίζει ποια είσαι και που κυρίως που είσαι. Πάντα θεωρούσα πως τις χειροπέδες τις εφηύραν άντρες για να μας επιβάλουν τη δύναμη τους και να μας χαλιναγωγήσουν. Πίσω στην πατρίδα με θεωρούσαν δυνητικά επικίνδυνη για τα φυσικά μου χαρίσματα, έτσι και αλλιώς παγκόσμια πρωταθλήτρια στα εφτά μου χρόνια δεν ήταν λίγο.
Ο Σεργκέι όμως είχε άλλες βλέψεις, ένα σάπιο κατάλοιπο του καθεστώτος, ένας Ρώσος στην Ανατολική Γερμανία με ιδεολογία την Νέα Ρωσία. Αηδία με πιάνει και μόνο στη σκέψη της ιδεολογίας, της άχρηστης αυτής ιδεολογίας…
«Ώστε Ζακ σε λένε, ε?»
Ήταν η βροντερή φωνή του Ροθ. Πίσω από το παράθυρο θα υπάρχει κάποιος σημαντικός, μάλλον κοστουμάτοι και φοβάται πως αν δεν παρουσιάσει ένα καλό θέαμα, θα χάσει την αρχηγία ως κυρίαρχο αρσενικό. Ο Σεργκέι τουλάχιστον ήταν άντρας.
«Μάλιστα.»
«Πριν από λίγο στην κηδεία ήσουν ομιλιτικότατη. Προς τι η λακωνικότητα τώρα? Θα – »
«Συγνώμη, αλλά ήταν κηδείες, πληθυντικός.»
Ήθελα να του δείξω ότι δεν είμαι υπό σε αυτό το δωμάτιο. Ήδη βλέπω τις αλλαγές στο πρόσωπο του. Συνειδητοποιεί ότι τον έκανα να φανεί αρχάριος, εξοργίζεται, προσπαθεί να κρατηθεί, ξέρει ότι έχασε το παιχνίδι και τώρα θα κάνει την κίνηση του.
«Νομίζεις πως είσαι έξυπνη ε?» έρχεται με φόρα και σπρώχνει το τραπέζι μακριά «Νομίζεις ότι μπορείς να με γελοιοποιήσεις?»
Δε μπορώ να μην κρατηθώ, είναι αδύνατο, χαμογελάω και:
«Ναι. Τελευταία φορά που κοίταξα το IQ μου ήταν ανάμεσα στην ελίτ των πιο έξυπνων στον κόσμο, ενώ το δικό σου δεν το έχω δει πουθενά… Μήπως οφείλεται στο ότι είναι ανύπαρκτο?»
Η γροθιά του ήταν απρόσμενα δυνατή, είχα χτυπήσει νεύρο, αλλά δε συγκρινόταν με τη γροθιά του Σεργκέι, εκείνος όταν γρονθοκοπούσε μπορούσε να σε σκοτώσει ακόμα και αν κρατούσες μεσαιωνική ασπίδα. Η δεύτερη ίσα που την ένιωσα, καθώς είχαν μπει βίαια αστυνομικοί που τον πήραν έξω κακήν κακώς. Η εικόνα του ήταν τραγική, ωρυόταν, χτυπιόταν και έβριζε απειλώντας τους πάντες. Καλή μετάθεση στο πουθενά πρώην ντετέκτιβ Ροθ.
Αφού καταλάγιασε η σκόνη εμφανίστηκε το δίδυμο που ήξερα καλά.
«Πράκτορας Σμιθ, Άνταμ Σμιθ και πράκτορας Κέυνς –»
«Τζον Κέυνς. Ναι γνωρίζω ποιοι είστε αγόρια. Χαίρομαι που με γνωρίζετε.»
Η έκπληξη τους κράτησε λίγο, γνήσιοι επαγγελματίες. Ο Σμιθ φορούσε ένα γκρίζο λινό κοστούμι με ένα άσπρο πουκάμισο. Η γραβάτα του σχεδόν φώναζε πως είναι από ιταλικό οίκο και κοστίζει πολλά μηδενικά. Αντίθετα ο Κέυνς ήταν ένα πιστό αντίγραφο του πρώτου στην πιο οικονομική εκδοχή του και οι δύο πιστά τσοπανόσκυλα της υπηρεσίας.
«Θα μπορούσατε να μας πείτε το πραγματικό σας όνομα?» ρώτησε ο γοητευτικός Άνταμ.
«Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ.»
«Μάλιστα τι σχέση είχατε με τα θύματα?»
«Εκτός του ότι εγώ ευθύνομαι για το θάνατο τους? Καμία.»
Το βλέμμα τους ήταν απολαυστικό. Με κοιτούσαν εξονυχιστικά για αν μπλοφάρω ή όχι.
«Ισχυρίζεστε πως εσείς τους σκοτώσατε?»
«Όχι βέβαια! Αυτό έλειπε! Η αστυνομία και το υπέρμετρο πάθος τους τούς σκότωσε. Εγώ απλά έβαλα τα εκρηκτικά. Άλλος πάτησε τη… σκανδάλη.»
«Θέλετε να πείτε πως είχατε στρατιωτική εκπαίδευση?» ο άμεσος Τζον.
«Θέλω να πω πως ξέρω πολλά πράγματα και ένα από αυτά είναι να παίζω με εκρηκτικά.» εδώ τους χάρισα ένα τέλειο χαμόγελο, το οποίο δεν το εκτίμησαν.
«Μας ενημέρωσαν  προηγουμένως πως ήταν αδύνατο να πάρουν τα δακτυλικά σας αποτυπώματα γιατί τα ακροδάχτυλα σας είναι καμένα με οξύ. Πληρωμένη δολοφόνος λοιπόν?»
«Αγαπητέ Τζον, το ποια είμαι το ξέρετε ήδη. Με λένε Ζακλίν και όταν επικοινωνούσα με τον κόσμο υπέγραφα ως Ζακ.»
«Ζακλίν, όπως Ζακλίν ντε Ρομιγί?»
«Ωω! Με εντυπωσιάσατε κύριε Άνταμ! Πάντα σας έβρισκα γοητευτικό και συναρπαστικό, όμως τώρα με εντυπωσιάσατε. Ναι. Ήταν μία από τις πιο γνωστές γυναίκες στην ιστορία της ανθρωπότητας και ασχολήθηκε με αυτό που μου αρέσει πιο πολύ, την αρχαία Ελλάδα. Όταν ήμουν –»
«Δε μας ενδιαφέρει η φιλοσοφία!» με διέκοψε ο ανυπόμονος Κέυνς «Από πού ξέρατε τον Έρνεστ Χες?»
«Ο Έρνεστ, ο πάντα καλός, τυφλός Έρνεστ. Τον συναντούσες στο δρόμο και σου έκανε εντύπωση η ευκολία με την οποία μπορούσε να κινείται και να είναι ανεξάρτητος. Το μπαστούνι του ήταν από κερασιά, επεξεργασμένο ώστε να μη σπάει. Κάθε μέρα έκανε τη βόλτα του κατά μήκος του ποταμού και ίσως τον έβλεπες που καθόταν πάντα στο ίδιο παγκάκι να μιλάει με περαστικούς. Αν παρατηρούσες όμως καλύτερα θα έβλεπες πως μετέφερε πληροφορίες για στόχους, στόχους άτομα που ήταν δυνητικά επικίνδυνα για τις φιλοδοξίες του.»
«Οι οποίες ήταν?»
«Η ανάσταση του Ράιχ. Του 4ου Ράιχ. Στο σκληρό δίσκο που βρήκατε πάνω μου υπάρχουν τα πάντα για τον Έρνεστ και το τσιράκι του την Αμάντα.»
Ο Άνταμ κοιτούσε σχολαστικά τα αρχεία του στο φάκελο. Η χάρη του ήταν μοναδική, κρίμα που δε θα είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω τις χάρες του άλλη μία φορά.
«Αμάντα Κόλλινς. Μάλιστα.» χτυπούσε το πηγούνι με το δείκτη πάντα όταν σκεφτόταν, χαρακτηριστικό του «Από ότι βλέπω εδώ εκατομμυριούχος με ανεπτυγμένη φιλανθρωπική δράση και πρόσφατα χήρα. Νομίζω –»
«Η Αμάντα σκότωσε τον άνδρα της στη διάρκεια των διακοπών τους στις Άλπεις. Θα περνούσαν ένα ρομαντικό τριήμερο όταν το πρώτο βράδυ μία επείγουσα κλήση του Τζορτζ τον ανάγκασε να επιστρέψει στο Λονδίνο. Εκείνη ισχυρίστηκε πως θα έμενε πίσω να απολαύσει το χιονισμένο τοπίο. Οι κάμερες και ο ξενοδόχος θα σας πουν με σιγουριά πως δεν έφυγε ποτέ και αυτό εν μέρει είναι αλήθεια, γιατί δε βγήκε ως Αμάντα, αλλά ως Μαριλίντα Χεσούς Πεσέιρο. Η υπηρέτρια βραζιλιάνικης καταγωγής με αυστριακό διαβατήριο. Αν βρείτε ζωντανή τη Μαριλίντα θα σας το επιβεβαιώσει, αλλιώς κοιτάξτε σε κανένα γκρεμό στο “κόκκινο βουνό”.»
«Monte Rosa
«Πολύ έξυπνος κύριε Τζον. Έχετε τα στοιχεία και ο χρόνος μου τελείωσε.»
Κοίταξα με δραματικό τρόπο το ρολόι μου και είδα πως είχε έρθει η ώρα 18:06, όπως είχαμε συμφωνήσει. Εξετέλεσα το καθήκον μου σαν καλή στρατιώτης. Από τη μέρα που γεννήθηκε η Μαγκνταλένα Ούλμ ήξεραν οι γονείς της πως θα την έχαναν. Ο πατέρας μου με έμαθε σκάκι όπου διέπρεψα και η μάνα μου το πώς χειρίζεσαι τους άνδρες. Ο Σεργκέι όλα τα υπόλοιπα. Προτού καν κλείσω τα δεκαοκτώ ήμουν άρτια εκπαιδευμένη στρατιώτης, μέχρι που σκότωσα το Σεργκέι.
Όταν ο εκπαιδευτής πεθάνει, αναλαμβάνει ο μέντορας και σε αυτόν τα χρωστάω όλα, αυτό που έγινα σήμερα και αυτή που θα μείνει για πάντα ως Ζακ.
«Κύριοι, χάρηκα που τα είπαμε. Άνταμ θα θυμάμαι πάντα τη νύχτα στο Παλέρμο. Εγώ ήμουν η Νόρμα σου, ο επίγειος άγγελος σου. Αντίο.»
Πρόλαβα να δω το πρόσωπο του όταν κατάλαβε τι εννοούσα, έκπληξη και μια γλυκιά ανάμνηση. Το δηλητήριο επέδρασε γρήγορα. Ο ρόλος μου τελείωσε…




Οι επιστολές του Ζακ

#1 Ιερέας Χέλμουτ Κοχ

Στην ενορία του θεωρούνταν ως ένας από τους καλύτερους ιερείς που υπήρξε ποτέ. Οι πιστοί συνέρρεαν στην εκκλησία κατά εκατοντάδες για να ακούσουν το κήρυγμα του. Επίσης έστελναν τα παιδιά τους για να τα καθοδηγεί και να τα προστατεύει.
Κρίθηκε ένοχος για όλα, αμαρτήματα εις βάρος των παιδιών αυτών που τόλμησε να ασελγήσει πάνω τους και να καταδικάσει ψυχές σε αιώνιο μαρτύριο. Η ποινή του, θάνατος.
Το πτώμα του θα το βρείτε στη λίμνη έξω από την ενορία του.

Απόσπασμα από την τοπική εφημερίδα.

“Σήμερα το πρωί βρέθηκε το άψυχο σώμα του αγαπημένου μας ιερέα, Χέλμουτ Κοχ. Το ανέσυρε ένας ψαράς καθώς το είδε να επιπλέει όχι πολύ μακριά από τη θέση όπου ψαρεύει πάντα. Τρομαγμένος και φανερά χαμένος μεταφέρθηκε στο κοντινό νοσοκομείο για να του προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.
Ο καθοδηγητής μας βρέθηκε δολοφονημένος όπως μας ενημέρωσαν οι αρχές, καθώς ήταν ακρωτηριασμένος και ανοιγμένος από το λαιμό ως την κοιλιά. Ο ιατροδικαστής που μετέβη στο σημείο εικάζει πως ήταν δολοφονημένος τουλάχιστον 24 ώρες.”

#2 Ζεύγος Ράδερφορντ

Ένα ευυπόληπτο ζεύγος του αριστοκρατικού Λονδίνου. Συναντήθηκαν τυχαία οι δρόμοι μας όταν ξεφορτωνόταν ο Γουίλιαμ το πτώμα της νεαρής του φοιτήτριας. Είχε πάντα την ανάγκη να δοκιμάζει νέες και πρόθυμες κοπέλες, όπως έλεγε ο ίδιος “Ποτέ δεν είναι αρκετή η δόση από ένα νυμφίδιο”. Η γυναίκα του δε θα ανεχόταν ποτέ να χωρίσει τον άντρα της και πόσο μάλλον να παραδεχτεί την απιστία του άντρα της. Δηλητηρίαζε τις άτυχες κοπέλες και μετά όταν βρίσκονταν στο τραπέζι του ιατροδικαστή Ράδερφορντ η αιτία θανάτου έγραφε “φυσικά αίτια”.
Κρίθηκε ένοχος για τις δολοφονίες των φοιτητριών του.
Κρίθηκε ένοχη για τις δολοφονίες των φοιτητριών του.
Η ποινή τους θάνατος.

Απόσπασμα από την London Tribune.

“Ο Λόρδος Ράδερφορντ και η γυναίκα του βρέθηκαν απαγχονισμένοι να κρέμονται από το κλαδί του δέντρου στην αυλή του σπιτιού τους. Ο Λόρδος είχε αποφασίσει πως οι ρυθμοί της πόλης τον έχουν κουράσει και είχε αποσυρθεί στα προάστια. Εκεί ζούσε τα τελευταία χρόνια όπου προσπαθούσε να κάνει ότι μπορεί για να σταματήσει τα αυξημένα ποσοστά αυτοκτονιών νεαρών κοριτσιών.
Τα άψυχα σώματα βρήκε νωρίς το πρωί η υπηρέτρια του ζευγαριού να κρέμονται με χοντρό σχοινί από το μεγαλύτερο κλαδί. Η Σκότλαντ Γιάρντ ερευνά την υπόθεση και έχει αποκλείσει το κίνητρο της ληστείας. Εκτεταμένες έρευνες διεξάγονται για την εύρεση των ενόχων.”

#3 Δικαστής Ζαν Μπαπτίστ Μονρό

Η δικαιοσύνη έχασε τον ορισμό της από τη στιγμή που ο δικαστής Μονρό ανέλαβε το καθήκον να την απονείμει. Γνωστός και πολύ σεβαστός δικαστής σε όλη τη Γαλλία, τόλμησε να υπονομεύσει τον ορισμό της δικαιοσύνης, στέλνοντας στη φυλακή άτομα που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν για να αποφύγουν την καταδίκη και άφησε ελεύθερους εγκληματίες που ευθύνονται για το θάνατο πολλών αθώων.
Αυτή τη φορά δικάστηκε και καταδικάστηκε για την μη απονομή δικαιοσύνης. Η ποινή του θάνατος.

Απόσπασμα από την L'Humanité.

“Ολόκληρη η Γαλλία είναι συγκλονισμένη από το φρικτό θάνατο του αξιότιμου δικαστή Ζαν Μπαπτίστ Μονρό. Ήταν ο στυλοβάτης της γαλλικής δικαιοσύνης και πρωτεργάτης για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή ένωση. Η συνεισφορά του είναι ανυπολόγιστη και ήταν παρών στις πιο μεγάλες δίκες που έλαβαν χώρα ποτέ στη Γαλλία.
Το νεκρό σώμα του βρέθηκε χθες το βράδυ στην πλατεία Νοτρ Νταμ πεταμένο στο δρόμο. Αν και υπήρχαν πολλοί αυτόπτες μάρτυρες τριγύρω, κανείς δεν κατάφερε να δώσει ακριβή περιγραφή του δράστη ή των δραστών. Βέβαια σημαντική λεπτομέρεια αποτελεί ότι οι οφθαλμοί του έλειπαν και οι αστυνομικοί που έσπευσαν στο σημείο δε μπορούσαν να αντικρίσουν το πτώμα, χωρίς να αφήσουν να διαρρεύσουν λεπτομέρειες.”




Σε ένα γραφείο κάπου στο κόσμο.

«Έι! Άνταμ?»
«Ναι?»
«Τελικά εκείνη ήταν η μυστηριώδη γυναίκα?»
«Από ότι φαίνεται, ναι… Δε θα το πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσε να έχει σκοτώσει τόσα άτομα…»
Η σιωπή έπεσε βαριά στο δωμάτιο.
Τα γραφεία τους ήταν κοντά το ένα από το άλλο, γιατί ήθελαν να νιώθουν σαν ένα άτομο, ήταν συνεργάτες πολλά χρόνια και αυτή τους η σχέση απέδιδε πάντα. Εκτός από αυτήν τη φορά. Αυτή τη φορά είχαν κάνει λάθος στο προφίλ. Το προφίλ ήταν πάντα ακριβές. Είχαν αποφανθεί πως πρέπει να είναι άντρας σαράντα με πενήντα ετών, αρκετά αθλητικός, με υψηλό δείκτη ευφυΐας, μοναχικός και με ιατρικές γνώσεις.
Σαν επιστέγασμα της απόλυτης αποτυχίας τους, ο δολοφόνος που προσφέρθηκε να παραδοθεί και να τους αποκαλύψει πως ήταν αυτή, πέθανε την ώρα της ανάκρισης. Τους είχε αφήσει πρώτα όμως στοιχεία που αποκάλυπταν πολλά για τα θύματα και κυρίως για τον “δολοφόνο” σκότωσε ένας ελεύθερος σκοπευτής στην ομηρία που κατέληξε σε μακελειό.
Το τηλέφωνο χτυπάει σπάζοντας τη σιωπή.
«Εμπρός?» ο Άνταμ απαντάει με παραιτημένο ύφος.
«Το πτώμα που είχα αναλάβει να κάνω τη νεκροψία, η γυναίκα δολοφόνος?» ο ανήσυχος ιατροδικαστής.
«Ναι? Τι με αυτό?»
«Εμ… Να… Εεε… Δεν υπάρχει πια.»
«Τι εννοείς? Τι λες τώρα?» ανήσυχος πετάγεται από το γραφείο του «Μίλα που να σε πάρει!»
«Για την ακρίβεια δεν πήγε πουθενά, αλλά έλιωσε πάνω στον πάγκο μου. Κάποιο πολύ ισχυρό οξύ την αποσυνέθεσε…»
Το ακουστικό έπεσε μετέωρο από τα χέρια του και προσγειώθηκε με κρότο στο πάτωμα. Όλα είχαν τελειώσει.
Τέλος.




«Τι έχεις να δηλώσεις Ζακλίν μου? Δεν ήταν ο τέλειος φόνος?»
«Χιχι! Ναι θαρρώ πως ήταν τέλειος… Αν και όχι όπως τώρα.»
«Χμ… Ρουά Ματ, ε?»
«Ναι με πύργο στο Θ2.»
«Κρίμα, γιατί θεωρούσα πως είχα περιθώριο για μία κίνηση ακόμα.»
«Είχες, αλλά δεν την έκανες.»
«Σε σκότωσα μία φορά, δε χρειάζεται να το ξανακάνω.»
«Λες να καταλάβουν ποτέ?»
«Η τελειότητα κρύβεται στους αριθμούς και η μαγεία στην εξαφάνιση.»
«Θα συνεχίσουμε?»
«Έχουμε μερικές χώρες ακόμη.»