Η δομή των ιστοριών περιστρέφεται γύρω από την Ζακ, μία εκπαιδευμένη δολοφόνο, με ένα βίαιο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Ο Μέντορας είναι αυτός που βρίσκεται στο παρασκήνιο και κινεί τα νήματα, καθοδηγώντας παράλληλα την ηρωίδα σε αποστολές, δολοφονίες και όχι μόνο.
Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι κανείς δε γνωρίζει ποιος είναι ο Μέντορας και η Ζακ εμπιστεύεται κάποιον που δεν έχει δει ποτέ σε ολοένα και πιο επικίνδυνες αποστολές, με απρόσμενα αποτελέσματα.

Η ζωή είναι μία σειρά από επιλογές, η εκδίκηση είναι μία από αυτές...

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Ζακ 12 - Μεσάνυχτα

Η Νόρμα αναστήθηκε…

Η υπηρεσία ήταν μία καλά οργανωμένη επιχείρηση με ενεργούς πράκτορες σε όλο τον κόσμο, που συνδύαζε στρατιωτικές τακτικές και πολίτες τόσο σε αντάρτικο πόλεως, όσο και σε μυστικές επιχειρήσεις, ανάλογα με τις περιστάσεις. Μέσα από όλο αυτόν τον συρφετό κόσμου σχηματίζοντας ένα μωσαϊκό από διαφορετικότητα, ικανότητα και αποτελεσματικότητα, ξεχώριζε τουλάχιστον ένα πρόσωπο.
Ο Άνταμ Σμιθ βρισκόταν πάντα στο πιο ψηλό σημείο της οποιασδήποτε λίστας που κρατούσαν κάποιοι στατιστικολόγοι, επιστήμονες που είχαν επιλεχθεί για να βρίσκουν τους καλύτερους των καλύτερων και να τους κατευθύνουν. Βασικό μέλημα της Υπηρεσίας ήταν η εύρυθμη λειτουργία των πρακτόρων της ανά την υφήλιο με άκρα μυστικότητα. Γρανάζια μίας μηχανής ψευδών, στρεβλών και αποτελεσματικών πραγματικοτήτων.
Μία αποστολή τον είχε φέρει ως την Ευρώπη, ακόμη μία φορά, εισχωρώντας σε ένα κύκλωμα Σλοβάκων μαστροπών, όπου ο φερώνυμος αρχηγός είχε δοσοληψίες με ύποπτα πρόσωπα διεθνούς κινδύνου. Μετά από έξι μήνες μυστικός, είχε απορροφηθεί από το ρόλο του τόσο πολύ που η χρήση ναρκωτικών ουσιών έμοιαζε να είναι η δεύτερη φύση του. Ο χειριστής του επέμενε να τον αποσύρει από την αποστολή διακινδυνεύοντας όλη την πορεία που είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά ο Σμιθ δε θα τα παρατούσε τόσο εύκολα, είχε φτάσει πολύ κοντά στο στόχο και συνάμα πολύ μακριά από τον εαυτό του.
Μερικές ενέσεις ακόμη και θα ήταν πολύ αργά για να επιστρέψει, όταν βρέθηκαν στα χέρια του οι κωδικοί για την κρυπτογραφημένη γραμμή συνομιλιών του μεγάλου αφεντικού με τους κύκλους που υποπτεύονταν. Το κακό όταν κάποιος έχει πολλές πόρνες ανάμεσα στα πόδια του και τους συμπεριφέρεται απαίσια, αυτές θα κάνουν οτιδήποτε για κάποιον πρόθυμο να τις ακούσει και να τους δείξει ότι υπάρχουν άντρες που δεν είναι τέρατα. Βέβαια, το να παριστάνει κάποιος ότι δεν είναι μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτεί κάποια, είναι βασική εκπαίδευση ενός πράκτορα.
Οι κωδικοί έφτασαν στα κεντρικά της Υπηρεσίας, επαληθεύτηκαν και τότε δόθηκε η άδεια για το σκηνοθετημένο θάνατο του πράκτορα. Βασική προϋπόθεση ήταν να μην αποκαλυφθεί η πραγματική ταυτότητα του, οπότε μία βόμβα στο αμάξι του, μάρτυρες που τον είχαν δει να μπαίνει, ένα πτώμα από ένα νεκροτομείο της περιοχής και μία αριστοτεχνική αλλαγή οδηγού, εξαφάνισαν για πάντα τον Σμιθ από τη Σλοβακία.
Μετά από έντονη συζήτηση με τον χειριστή του, βρέθηκε για διακοπές στο Παλέρμο, όπου θα έκανε την αποτοξίνωση του και θα έβρισκε τον εαυτό του. Οι Σικελοί είναι άνθρωποι που γνωρίζουν πως η σιωπή είναι χρυσός και η πόλη ήταν ιδανική για κάποιον που θέλει να παραμείνει ανώνυμος. Ο πράκτορας Σμιθ ζούσε μία υπέροχα φυσιολογική αγροτική ζωή, με τις πρώτες μέρες να είναι έντονες και γεμάτες πόνο από την απεξάρτηση.
Είχαν περάσει δύο εβδομάδες όταν περιδιάβαινε τους γραφικούς δρόμους σε ένα χωριό του Παλέρμο και είδε το πιο υπέροχο θέαμα που είχε δει ποτέ στη ζωή του: Μία πανέμορφη γυναίκα που έμοιαζε με σικελικό μύθο.
Η οπτασία της κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, αφού έστριψε σε μία γωνία και χάθηκε. Ο πράκτορας έτρεξε με κομμένη την ανάσα να την προφτάσει, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά, είχε εξαφανιστεί. Τις επόμενες μέρες περνούσε με μεγάλη συχνότητα από το δρομάκι εκείνο, μέχρι να τη συναντήσει ή να τη δει ή οτιδήποτε θα μπορούσε να τον κάνει να κρατηθεί κάτι από εκείνη στη μνήμη του.
Η ονειροπόληση του έμεινε μετέωρη καθώς αντιλήφθηκε πως υπήρχε κάποιος εκεί μαζί του, κάποιος απρόσκλητος, ο οποίος δε θα έπρεπε να είναι. Την ακριβή τοποθεσία του σπιτιού του τη γνώριζαν ελάχιστα άτομα και μερικά από αυτά ήταν οι ανώτεροι του στην Υπηρεσία, επομένως αν ήταν κάποιος στο σπίτι του χωρίς να το γνωρίζει θα έπρεπε να ήταν ένας από αυτούς, αφού οι υπόλοιποι ήταν νεκροί. Βέβαια, το πρόβλημα εντοπιζόταν στο γεγονός πως κανείς από τους ανωτέρους του δε θα έμπαινε στον κόπο να του κάνει μία τυπική επίσκεψη. Άρα, ποιος ήταν αυτός που καθόταν στην πολυθρόνα του και τον έβλεπε ενώ κοιμόταν?
«Περίμενες να ξυπνήσω για να με σκοτώσεις? Τρυφερό».
«Όπως μπορείς να καταλήξεις και μόνος σου, αν το ήθελα θα το είχα κάνει, δε με δένει κάποιος συναισθηματισμός μαζί σου».
«Άρα δένεσαι με άλλους».
«Συγκεκριμένα με έναν που ενδιαφέρει εσένα».
Με μία αέρινη σχεδόν κίνηση πάτησε τον κρυφό διακόπτη πίσω από το μαξιλάρι του για να ανάψει τον πολυέλαιο και μην αφήνοντας χρόνο αντίδρασης στον εισβολέα έβγαλε ένα περίστροφο από το μαξιλάρι του. Όταν σημάδεψε προς το μέρος του άλλου, έτοιμος να προσαρμόσει τα μάτια του στο έντονο φως, που περίμενε να γεμίσει το χώρο, η έκπληξη του ήταν ακαριαία, η λάμπα δεν άναψε ποτέ.
«Ωραίες κινήσεις έχω να πω! Εντυπωσιάστηκα!» ο σαρκασμός ήταν έκδηλος.
«Ποιος είσαι?»
«Ας πούμε ένα ενδιαφερόμενο μέλος, για το καλό μίας κοινής μας φίλη».
«Σε σημαδεύω με όπλο και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να συζητάς σα να γνωριζόμαστε χρόνια?»
«Πρώτον, σε γνωρίζω χρόνια. Δεύτερον, με σημαδεύεις με άδειο όπλο, κάτι που παρατήρησες από την ώρα που το έπιασες».
Ακολούθησε μία μικρή σιωπή μέχρι ο πράκτορας να κατανοήσει πως το θέατρο του είχε πέσει στο κενό. Ο εισβολέας ήταν καλός, πολύ καλός και δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει αν το επιθυμούσε.
«Σε ακούω» είπε πρόθυμος να δει που θα κατέληγε η εισβολή αυτή.
«Η Νόρμα ζει».
Η φράση έμεινε μετέωρη για αρκετή ώρα και κανείς τους δε μιλούσε, ο εισβολέας περίμενε την αντίδραση του Σμιθ και ο Σμιθ προσπαθούσε να αντιληφθεί πόσα ήξερε ο άλλος.
«Πες μου ποιος είσαι, αλλιώς…»
«Αλλιώς θα με σκοτώσεις. Ναι, ξέρω. Όπως επίσης ξέρω πράγματα που δε θα ήθελες να βγουν στην επιφάνεια. Ξέρεις, η Υπηρεσία δε χαίρεται ιδιαίτερα όταν οι πράκτορες της παρεκκλίνουν για προσωπικό όφελος».
«Σε προειδοποιώ…»
«Καλό είναι να κάτσεις εκεί που κάθεσαι, γιατί δεν έχεις ελπίδες εναντίον μου. Επίσης μέχρι να με φτάσεις θα έπεφτες νεκρός. Οποιοδήποτε αντικείμενο θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις σαν όπλο δε βρίσκεται κοντά σου. Επομένως θα με ακούσεις».
«Σε ακούω».
«Ωραία. Βλέπω είσαι λογικός. Όπως προείπα, η Νόρμα ζει».
«Εννοείς η δολοφόνος που αυτοαποκαλείται Ζακ?»
«Ναι, για εκείνη μιλάω, όμως εσύ τη γνώρισες ως Νόρμα και από τότε δέθηκες συναισθηματικά».
«Δεν είμαι ερωτευμένος με μία δολοφόνο».
«Φυσικά όχι, αν και, είναι αλήθεια, ωστόσο. Επειδή υπάρχει μία πίεση χρόνου, θέλω να με ακούσεις με προσοχή λοιπόν».



Κάτι για να σπάσει ο Πάγος…

Μερικά χρόνια πριν κάποια ανώτερα στελέχη μιας πολυεθνικής εξαφανίστηκαν δίχως να αφήσουν ίχνη, υποχρεώνοντας το εναπομείναν διοικητικό συμβούλιο να αποφασίσει τη συγχώνευση με την αντίπαλη εταιρεία που για καιρό πολιορκούσε μία προσάρτηση. Όλα ξεκίνησαν όταν ο πρόεδρος είπε χαρακτηριστικά: «Δεν ανέχομαι ποταπά σκουλήκια να προσπαθούν να διεισδύσουν στο μήλο μου». Η δήλωση αυτή έμεινε αναπάντητη μέχρι που ενημερώθηκαν οι πραγματικοί ιθύνοντες που είχαν αποφασίσει να διευρύνουν τον κύκλο εξουσίας τους.
Με συνοπτικές διαδικασίες πάρθηκαν αποφάσεις και οι διαταγές μεταβιβάστηκαν στα κατώτερα κλιμάκια, ένα εκ των οποίων ήταν ο Ιανός. Το μήνυμα που έλαβε ήταν να εξαλείψει το πρόβλημα μόνιμα για να προωθηθούν τα υπόλοιπα σχέδια. Στο μυαλό του σχηματίστηκαν οι πιθανότητες ανέλιξης και βρήκε πως θα μπορούσε να φτάσει ψηλότερα στην ιεραρχία αν εξαφάνιζε και έναν ανταγωνιστή του στην πορεία. Το πρόβλημα όμως εντοπιζόταν στο πως θα το παρουσιάσει, αφού όλα θέλουν ένα λεπτό χειρισμό, τέτοιο ώστε να μην αποκαλυφθεί ο ίδιος. Τότε αποφάσισε να υιοθετήσει μία βιτρίνα, κάποιον αρκετά έξυπνο και φιλόδοξο, αλλά εύκολα χειραγωγήσιμο. 
Ύστερα από αρκετή έρευνα βρέθηκε ένας τύπος που ανήκε στην ακροδεξιά παράταξη των Σέρβων πατριωτών και το σημείο χειραγώγησης του ήταν η ίδια του η φιλοδοξία να σκοτώσει όποιον ήταν αντίθετος με τις ιδέες του. Ειδικά κονδύλια χρηματοδότησαν μία μυστική επιχείρηση ενδυνάμωσης τόσο του πολεμικού υλικού όσο και του έμψυχου, των πατριωτών. Κυκλοφορούσαν διάφορα ονόματα στους υπόγειους ακροδεξιούς κύκλους, με αποτέλεσμα να είναι ασύνδετες ομάδες χωρίς κάποιον να τους καθοδηγεί.
Όλα άλλαξαν όταν σε μία «εκδήλωση» πατριωτισμού, εμφανίστηκε ένας παράξενος άντρας με σημαδεμένο πρόσωπο και χωρίς να ρωτήσει κανέναν ανέβηκε στο βήμα. Με μία επουράνια ηρεμία και πλήρη αδιαφορία κοίταζε προς τα κάτω στο κοινό με πολλή προσοχή, σα να έψαχνε κάποιον ή κάτι. Αρκετοί παρευρισκόμενοι έδειξαν ένα έντονο ενδιαφέρον για τον ξένο και πολλοί από αυτούς έδειχναν εχθρική προδιάθεση. Ο ξένος όμως αγνοούσε πλήρως τις αποδοκιμασίες και τις απειλές προς το πρόσωπο του, ωσότου βρήκε αυτό που αναζητούσε. Σηκώνοντας αργά το δεξί του χέρι σε φασιστικό χαιρετισμό, έκανε μία βαθιά υπόκλιση.
Σε ένα θέατρο επιβάλλεται η δραματοποίηση και ειδικότερα σε μία σκηνή με ένα κοινό έτοιμο να υποδεχτεί οποιονδήποτε ως ηγέτη. Αν κάποιος ξένος σε αναγνωρίσει ως ηγέτη, τότε όλοι δεν έχουν παρά να σε προσέξουν, αν βέβαια ο ξένος έχει κύρος, τότε όλοι θα σε σεβαστούν και τέλος αν ο ξένος έρχεται ως προάγγελος του σκληρότερου πυρήνα της παγκόσμιας ακροδεξιάς οργάνωσης δίνοντας σου το χρίσμα, δε θα υπάρξει κανείς να μη σε σέβεται.
Η σιωπή βασίλεψε έπειτα από το λόγο που είχε εκφωνήσει μπροστά το σέρβικο ακροατήριο. Ένας λακωνικός λόγος που εμπεριείχε λέξεις όπως: Ράιχ, Γιάνος, αρχηγός και άλλες ακροδεξιές ιδέες. Αναμεμειγμένα όλα με την εμφάνιση αυτού που τα έλεγαν, δεν ενέπνεαν σεβασμό, αλλά φόβο. Ο βασικός στόχος του Ιανού προκειμένου να δημιουργηθεί η περσόνα του Γιάνος, του ανθρώπου που θα γινόταν η βιτρίνα του.
Το εγχείρημα επωμίστηκε ο άνθρωπος με το προσωνύμιο ο Πάγος, το οποίο δίκαια αντικατέστησε το πραγματικό του όνομα, ένα όνομα που ξεχάστηκε με την πάροδο των χρόνων και έγινε σκόνη κάτω από το βάρος της λήθης. Στοιχεία και λεπτομέρειες της ζωής του χάθηκαν από επίσημα αρχεία, παραποιήθηκαν και εν τέλει διαγράφηκαν. Για κάποιον όμως υπήρχαν λεπτομέρειες, όπως μία φωτογραφία με τον ίδιο τον Πάγο να κλαίει με αναφιλητά, έναν άνθρωπο που οι πιο σκληροί βασανιστές δεν κατάφεραν να σπάσουν ποτέ και κυρίως εκείνον που δεν ένιωθε αισθήματα.
Η φωτογραφία καιγόταν αργά στο τζάκι και στο μυαλό του έτρεχαν σενάρια για το πώς θα γλύτωνε το μένος του ανθρώπου που του χάρισε τη ζωή, ώσπου ο σωτήρας του σηκώθηκε και η αναπνοή του σταμάτησε. Όλο του το σώμα σφίχτηκε περιμένοντας το αναπόφευκτο χέρι του θανάτου, αλλά εκείνος τον προσπέρασε σα να μην υπήρχε. Μόλις του είχε προσφέρει δύο επιλογές και θα έπρεπε να διαλέξει σοφά την πιο σωστή. Κυρίως εκείνη που θα του έδινε τη δυνατότητα να παρατείνει την περίοδο της ζωής του.



Η μέρα τελείωσε…

Νταν, νταν, νταν…
Δώδεκα χτύποι ενός παλιού ρολογιού σημαίνοντας το τέλος μίας ακόμη μέρας, μίας ατέλειωτης μέρας.
Οι δονήσεις στην πνιγηρή ατμόσφαιρα μεταφέρουν τους ήχους σε όλο μήκος και το πλάτος της έπαυλης. Ενδιάμεσος σταθμός τα αυτιά του μοναδικού ένοικου, ο οποίος στέκεται ατενίζοντας το παράθυρο.
Βρίσκεται για ώρες εκεί χαμένος στις σκέψεις του, αναπολώντας πως έφτασε η ζωή του σε αυτό το σημείο και κυρίως ποια ήταν η καμπή που τον οδήγησε εκεί. Στο αριστερό του χέρι βρισκόταν ένα κρυστάλλινο ποτήρι με παλαιωμένο ουίσκι και στο δεξί ένα μικρό περίστροφο. Ήταν ειδική παραγγελία και του είχε κοστίσει μία μικρή περιούσια, όμως πληρούσε τις προδιαγραφές που αναζητούσε: δυνατό, ακριβές, επιχρυσωμένο και μοναδικό. Θεωρούσε ότι για να σκοτώσεις κάποιον, πρέπει να αφήσεις την υπογραφή σου και να το κάνεις με χάρη. Το να σκοτώνεις ήταν τέχνη.
Αμυδρά είχε ακούσει τους χτύπους του ρολογιού και μετά τον έβδομο συνειδητοποίησε πως είχε έρθει η ώρα για την τελευταία πράξη ενός καλού έργου, αλλά όχι τόσο καλού όσο θα ήθελε ο ίδιος προσωπικά.
Τα σχέδια του είχαν ανατραπεί από κάποιον ανώτερο του και όφειλε να του το αναγνωρίσει, όμως είχε φύγει νωρίτερα. Ποτέ δεν περίμενε πως θα ηττηθεί, πόσο μάλλον ότι θα πέθαινε.
Η ζωή είναι μικρή και πάνω από όλα απρόσμενη.
Πάντα θα υπάρχει κάποιος ανώτερος από σένα τη δεδομένη στιγμή που νομίζεις ότι είσαι ανώτερος.
«Άραγε πως θα είναι ο ανώτερος σου? Αναρωτιέμαι…» είπε απευθυνόμενος στη νύχτα απέξω από το παράθυρο του «Δε θα μάθω ποτέ».
Ήπιε τις τελευταίες γουλιές του και σήκωσε το όπλο, βάζοντας το κάτω από το σαγόνι του. Η κάννη ήταν δροσερή και αυτό τον ικανοποίησε. Το βλέμμα του είχε αιχμαλωτίσει ένα αστέρι ψηλά στον ουρανό για να είναι το τελευταίο πράγμα που θα θυμόταν, αλλά το χέρι του άρχισε να τρέμει, ένας σπασμός τον έπιασε και το ποτήρι ξέφυγε. Το όπλο ακολούθησε. Τέλος έπεσε ο ίδιος στο πάτωμα σφαδάζοντας.
«Δηλητήριο…» ψέλλισε.
Κάποιος του είχε στερήσει την αυτοκτονία.
Το βλέμμα του έπεσε σε ένα μικρό κέρμα που βρισκόταν μερικά εκατοστά από τον αμφιβληστροειδή του. Ένα κέρμα για τον άλλο κόσμο.
«Δε μπορεί να είναι τόσο καλός! Πως το προέβλεψε?»
Έπειτα πέθανε…  



Κώδικας…

Ένα κομμάτι χαρτί με παραταγμένους αριθμούς είχε αφεθεί πάνω στο τραπέζι όπου έτρωγε το χάμπουργκέρ του με ιδιαίτερη προσήλωση. Ποτέ δεν πρόσεξε ποιος ή ποια μπορεί να άφησε ένα τέτοιο σημείωμα πάνω στο τραπέζι και δε θα το πρόσεχε αν δεν έριχνε την κέτσαπ με το χέρι του, όταν πήγε να πάρει τη χαρτοπετσέτα του.
Στην αρχή νόμιζε πως είναι κάποιο σημείωμα από κάποια όμορφη, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε.
«Ποια θα με κοιτάξει εμένα?»
Το άνοιξε με τα λερωμένα χέρια του και η απορία αμέσως σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Δε μπορούσε να καταλάβει τι σήμαιναν οι αριθμοί, πόσο μάλλον σκεφτεί για ποιο λόγο θα εμφανιζόταν αυτό το πράγμα σε εκείνον.
Για μερικά λεπτά σκέφτηκε σοβαρά το ζήτημα, μέχρι που θυμήθηκε πως είχε αφήσει το φαγητό του. Παράτησε τους αριθμούς και συνέχισε να τρώει ατάραχος.
Στιγμές αργότερα πέρασε ένας τύπος με σταθερό βήμα και σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου είχε αντικαταστήσει το χαρτάκι με την απόδειξη, σε μία και μόνο κίνηση χωρίς να σταματήσει.
Ο εύσωμος είχε τελειώσει με το φαγητό του και αποφάσισε να ασχοληθεί λίγο πιο σοβαρά με τους παράξενους αριθμούς, όταν παρατήρησε ότι κρατούσε στα χέρια του την απόδειξη. Μεγαλύτερη απορία σχηματίστηκε τώρα στο πρόσωπο του και έψαχνε να βρει τη σερβιτόρα, για να λύσει το μυστήριο.
Την ίδια στιγμή ο άγνωστος άνοιγε την πόρτα και έβγαινε στον γεμάτο βουή δρόμο κρατώντας στο χέρι του το χαρτί με τους αριθμούς. Μερικές στιγμές νωρίτερα είχε λάβει ένα μήνυμα να πάει να παραλάβει ένα σημείωμα για εκείνον και μόνο και την υποσημείωση πως αν δεν πήγαινε γρήγορα θα έχανε την ευκαιρία του.
Τώρα κοιτούσε τους αριθμούς και προσπαθούσε να καταλάβει το κρυπτογραφημένο μήνυμα.


40, 60, 46, 30, 48, 45, 47, 54, 11, 41, 57, 60, 9, 36,
54, 46, 64, 32, 63, 58, 54, 40, 49, 39, 55, 46, 35, 35

Στο εσωτερικό του κρανίου του υπολογισμοί, πράξεις και μία προσπάθεια να ανακαλέσει ότι κώδικα είχε ασχοληθεί ποτέ. Το μόνο πράγμα που ήξερε εκείνη τη στιγμή ήταν πως δε θα μπορούσε να το λύσει στο δρόμο. Μετακινήθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου και έκανε νόημα για να σταματήσει ένα διερχόμενο ταξί. Ήχοι από απότομο φρενάρισμα ακούστηκαν και ένα ταξί είχε σταματήσει ακριβώς μπροστά του.
«Που πάμε αφεντικό?» ένας ινδικής καταγωγής οδηγός τον ρώτησε.
Πρόσεξε την ταυτότητα του στο διαχωριστικό που βρισκόταν ανάμεσα τους και είχε ένα όνομα που μόνο αγγλικό δε φαινόταν.
«Ντάουνινγκ Στριτ».
«Έγινε».
Στη διαδρομή που ακολούθησε είχε βγάλει το χαρτί από την τσέπη του και το περιεργαζόταν με προσοχή. Ποιος μπορεί να ήξερε για το μικρό του μυστικό? Τι μπορεί να ήθελε από εκείνον? Μήπως ήταν μπλόφα για να αποκαλυφθεί?
Το μυαλό του βομβαρδιζόταν με πιθανά σενάρια, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα. Είχε κάτι το οικείο, όμως δε μπορούσε να το εντοπίσει ακόμη.
Παράλληλα σε άλλα μέρη του κόσμου το ίδιο μήνυμα είχε παραληφθεί από άλλους που επίσης προσπαθούσαν να το αποκρυπτογραφήσουν. Αυτό που είχε παραληφθεί ήταν πως όποιος το έβρισκε σε ένα καθορισμένο χρόνο θα περνούσε στην επόμενη δοκιμασία. Ο χρόνος περνούσε για όλους…



Νεκρός χρόνος…

Στα περίχωρα της βόρειας Γερμανίας στο Κίελ υπάρχει ένα χάλκινο γλυπτό του Έρμστ Μπάρλαχ και δεσπόζει στο πλάι της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Η ώρα είναι περασμένη και οι επισκέπτες έχουν φύγει αρκετές ώρες πριν, οπότε ο Μέντορας στέκεται να ατενίζει το έργο που είχε αποκολληθεί από το αρχικό του σημείο, «μετακόμισε» την περίοδο του ναζισμού το 1937.
«Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν και ποιόν αιώνα πρέπει να διαβούμε, για να υπερκεράσουμε τα άκρα, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς? Ίσως η χειρότερη εφεύρεση της ανθρωπότητας να ήταν η πολιτική» αναφώνησε σκεπτικός μπροστά από το άγαλμα.
Παρατηρούσε τον άγγελο μαχητή να κραδαίνει το σπαθί και σκεφτόταν τι χρειάστηκε να θυσιάσει ο ίδιος για να γίνει ο μαχητής που κάποιοι ονειρεύονταν σαν παιδιά. Αναμνήσεις από ένα πολύ μακρινό παρελθόν έτειναν να αναδυθούν, όμως διακόπηκαν απότομα.
Η σκιά που τον παρακολουθούσε τον είχε προφτάσει και βρισκόταν μερικά μέτρα πίσω του. Από το σπίτι του ντετέκτιβ Ροθ είχε χρειαστεί περίπου μία ώρα μέχρι να μεταβεί στην ιδιωτική κλινική όπου νοσηλευόταν η Ζακ. Εκεί χρειάστηκε περισσότερο χρόνο από όσο υπολόγιζε, αφού τα πλοκάμια της οργάνωσης είχαν φτάσει μέχρι εκεί, για να βεβαιωθούν πως θα είχαν υπό έλεγχο την κεντρική τους αντίπαλο, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Νοσοκόμες και δύο γιατροί ανήκαν στην οργάνωση περιμένοντας οδηγίες, ενώ υπήρχε ένας επόπτης που έδινε απευθείας αναφορά μέχρι την άφιξη του Μέντορα. Μετά ήταν μόνο μια ανάμνηση, ενώ τη θέση του την πήρε ο Μέντορας. Μεταβίβασε όλες τις συνδέσεις με τρόπο ώστε να τις δέχεται και να μπορεί να επικοινωνεί.
Η αντίστροφη μέτρηση βρισκόταν στο: 15:18:23 και για τις επόμενες ώρες θα περίμενε να δει πως θα εξελίσσονταν τα γεγονότα προκειμένου να αντιδράσει ανάλογα. Το μόνο πρόβλημα για εκείνον ήταν πως θα περνούσαν οι ώρες αυτές της αναμονής, αλλά όποιος τον ακολουθούσε μόλις είχε μετατραπεί σε τέλειο όργανο για να «σκοτώσει» την ώρα του.
Κοίταξε για μια μεγάλη παρατεταμένη στιγμή το άγαλμα και στη συνέχεια έβαλε τα μαύρα γυαλιά του και αποχώρησε από το χώρο με αργά βήματα. Η «σκιά» του τον ακολουθούσε κατά πόδας μέχρι που ο Μέντορας αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να σταματήσει τα παιχνίδια.

Ο Τόμας Χάρις φημολογούνταν πως είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης για οικονομικούς λόγους και πολλοί ήταν αυτοί που είχαν αποφασίσει να ασπαστούν αυτήν την ανυπόστατη άποψη. Στο Κίελ είχε βρει το καταφύγιο του, το μέρος όπου μπορούσε να ακολουθήσει το ένστικτο του σε βάθος και να εντρυφήσει χωρίς τις ενοχλητικές παρατηρήσεις άλλων.
Το πάθος του ήταν η συλλογή χαρακτήρων, όσο πιο μακάβριοι τόσο το καλύτερο, για την ψυχοπαθολογική του έρευνα. Γνωστός ψυχίατρος και ακόμη πιο γνωστός από τον τελευταίο του ασθενή, αποφάσισε να βρει την ρίζα του κακού: τις επικρατούσες αιτίες που καθορίζουν έναν άνθρωπο ως ψυχοπαθή ή όχι. Με τα χρόνια είχε αναπτύξει ένα «δεσμό» που του επέτρεπε να τους αναγνωρίζει με την πρώτη ματιά.

Ο άνθρωπος με την καμπαρντίνα είχε εμφανιστεί από το πουθενά εκεί στο Κίελ και αποφάσισε να τον παρακολουθήσει. Ήλπιζε να μην τον καταλάβει, αλλά μετά το άγαλμα εξαφανίστηκε μυστηριωδώς…

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Ζακ 11 - Αποκάλυψη

Μία ευχή πραγματοποιείται…

«Κύριε Ροθ καλώς ήρθατε στο φτωχικό σας» ακούστηκε μία βραχνή φωνή λίγο πιο δυνατή από το ψίθυρο.
Όλες οι τρίχες στο κορμί του ντετέκτιβ Ροθ, ουκ ολίγες, σηκώθηκαν όρθιες και οι παλμοί της καρδιάς του εκτοξεύθηκαν. Άμεσα προσπάθησε να βρει την αυτοκυριαρχία του, αλλά κάτι στον ήχο της φωνής που ακούστηκε έκρυβε κάτι σκοτεινό, κάτι τελεσίδικο.
Το σπίτι του το θεωρούσε απαραβίαστο, γιατί στο μυαλό του ενυπήρχε η άποψη πως όσο σκληρός φαινόταν στο έξω κόσμο κανείς δε θα μπορούσε να εισβάλει στον εσώτερο. Προφανώς έκανε λάθος.
«Όποιος και αν είσαι έχεις τρία δεύτερα να φύγεις, προτού σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα!» φώναξε με έναν τόνο υστερίας.
«Χμ… Νομίζω πως εσύ έχεις τρία δεύτερα να το βουλώσεις και να κάτσεις κάτω. Έχω να σου πω δυο λόγια.»
«Θα σε σκοτώσω κάθαρμα! Θα-» η φράση του έμεινε μετέωρη, αφού βρέθηκε το πρόσωπο του στο πάτωμα και το υπόλοιπο σώμα του ήταν στον αέρα.
«Λοιπόν… Άκου πως έχει το πράγμα. Θα τα πω μονάχα μία φορά, αν χρειαστεί να τα ξαναπώ, πέθανες. Σύμφωνοι?»
Η αδρεναλίνη της δράσης είχε εξαφανιστεί και τη θέση της πήρε ο φόβος, ένας φόβος πρωτόγνωρος. Αυτός που τον είχε σηκώσει στον αέρα σα να ήταν φτερό είχε προλάβει να διασχίσει όλο το χολ του σπιτιού του σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Κάπου στο βάθος του μυαλού του κατάλαβε πως έπρεπε να υπακούσει αν ήθελε να έχει ελπίδες να ζήσει.
Τότε ακούστηκε ένας ηλεκτρονικός ήχος που έμοιαζε με ξυπνητήρι και αμέσως μετά βρέθηκε και το υπόλοιπο σώμα του στο έδαφος. Σωριασμένος όπως ήταν στο έδαφος, θυμήθηκε πως το όπλο του βρισκόταν στη θήκη κάτω από το μπουφάν του, όμως το ξανά σκέφτηκε και δεν του έδωσε σημασία. Γύρισε το κορμί του με ελάχιστες κινήσεις για να μη θεωρηθεί απειλή από τον εισβολέα και αντίκρισε μία ηλεκτρονική συσκευή, τη μόνη πηγή φωτός, να δείχνει ιριδίζοντες μεγάλους ψηφιακούς αριθμούς: 21:59:01.
«Λοιπόν, επειδή η προσοχή μου απαιτείται προς τις καταστάσεις οι οποίες χρίζουν λεπτών χειρισμών θα είμαι σύντομος. Κύριε Ροθ σκοπεύω να σας εντάξω σε μία σειρά από γεγονότα που λαμβάνουν χώρα αυτή τη στιγμή που μιλάμε»
Ο Ροθ προσπάθησε να αντιληφθεί όλα αυτά που άκουγε και για κάποιο λόγο αποφάνθηκε πως ο άνθρωπος που είχε απέναντι του ήταν παράφρων, οπότε έπρεπε να δράσει άμεσα. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε έβγαλε το όπλο από τη θήκη του και στην ανύψωση του περιστρόφου ένιωσε ένα ρεύμα αέρα να του σκίζει το λοβό του αυτιού του και μετά να συνειδητοποιεί πως άκουσε πυροβολισμό.
«Αν επιχειρήσεις πάλι κάποια ανάλογη παράσταση βλακείας η επόμενη σφαίρα θα διαπεράσει το κενό που έχεις στο κρανίο σου»
Με μάτια γουρλωμένα όσο τους επέτρεπαν τα βλέφαρα και το μυαλό του κολλημένο στην εικόνα που είχε σχηματιστεί στη φαντασία του: τη σφαίρα να καρφώνεται στο μέτωπο του και το πίσω μέρος του κεφαλιού του να ανοίγει σαν κρατήρας. Ο τρόμος τον παρέλυσε αφήνοντας καυτά ούρα να μουσκέψουν των τεσσάρων ημερών σλιπ του.
«Επίσης, οφείλεις μία συγνώμη σε κάποιον και να την εννοείς»
«Θα κάνω ότι μου ζητήσεις!» έλεγε κλαψουρίζοντας.
«Χαίρομαι που συνεννοηθήκαμε. Άκου τι ακριβώς θέλω να κάνεις…»



 Τα γρανάζια στη θέση τους…

Ο Αντόνι Γκραμπόφσκι είχε καταταγεί άθελα του στο ρωσικό ναυτικό, αφού ο πατέρας του πίστευε στην παλιά ρωσική αίγλη και το ένδοξο παρελθόν της χώρας. Γεννημένος στην Πολωνία θεωρούσε άσκοπο να λάβει εκπαίδευση παντός είδους από τη «Μάνα Ρωσία», την απεχθανόταν. Δύο χρόνια πριν είχε γνωρίσει άτομα που βρίσκονταν σε επαφή με εξτρεμιστικά στοιχεία και αποτελούσαν ένα κομμάτι από ένα ευρύτερο δίκτυο αντίστασης, μία συνομοσπονδία ανταρτών έτοιμων να διώξουν τους ρώσους από τα σπίτια τους και την πατρίδα τους.
Όταν κατετάγη στο ναυτικό όλοι ήξεραν πως θα είχαν κάποιον εκ των έσω, για αυτό το λόγο τον βοήθησαν όσο γινόταν ώστε να αποφοιτήσει δεύτερος στη σχολή μηχανικών και μία λαμπρή καριέρα να ανοίγεται μπροστά του. Στο υποβρύχιο αυτό είχε βρεθεί για να μπορέσει να σιγουρέψει ένα βασικό στόχο της παράνομης ομάδας, να ξεκινήσει έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο ανάμεσα στην Αμερική και στη Ρωσία. Ο ρόλος του ήταν να εξασφαλίσει πως οι πυρηνικές κεφαλές θα εκτοξεύονταν, σκορπώντας το θάνατο σε όλη την Βόρεια Αμερική και μετά ο θάνατος θα άγγιζε τη Ρωσία όπως τόσα χρόνια έκανε στην πατρίδα του.
Οι ψεύτικες εντολές είχαν δοθεί και ο πλοίαρχος ήταν έτοιμος να πατήσει το κουμπί και η παγκόσμια κοινότητα θα έμπαινε σε μία νέα εποχή εχθροπραξιών. Κάποιος όμως είχε εξασφαλίσει πως αυτό δε θα γινόταν, κάποιος είχε σαμποτάρει το εγχείρημα και ο Αντόνι Γκραμπόφσκι ανέμενε νέες εντολές, όταν φωνές και ήχοι από συμπλοκές ακούγονταν σε όλο το υποβρύχιο.
Η ανταρσία είχε λάβει χώρα όταν βρέθηκε το πτώμα του ανθυποπλοίαρχου και αμέσως οι ναύτες αμφισβήτησαν την ηγεσία του πλοιάρχου, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα βίαιες συγκρούσεις και την κατάληψη του σκάφους. Όσοι είχαν αντισταθεί στη διάρκεια της ανταρσίας κλείστηκαν σε ένα θάλαμο των ναυτών. Το υποβρύχιο αρχικά είχε κατεύθυνση τη βόρεια Ρωσία, όμως τώρα όδευε προς τη Γερμανία, για να ανεφοδιαστούν και να ξεκινήσουν συνομιλίες με το αρχηγείο.

Ο κατάσκοπος απομακρυνόταν από το κρατητήριο με τα μάτια του να εξετάζουν κάθε πιθανή επίθεση από τους αστυνομικούς γύρω του, θεωρώντας πως έπαιζαν μαζί του. Το ακριβώς αντίθετο συνέβη όμως, αφού για τους αστυνομικούς ήταν παγερά αδιάφορος. Στην έξοδο προσπάθησε να εντοπίσει αυτόν που τον είχε βγάλει από τη δύσκολη θέση, αλλά δεν τον εντόπισε πουθενά, είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί.
Οι σκέψεις του ήταν επικεντρωμένες στο πως θα κινηθεί από εκεί και πέρα και δεν πρόσεξε πως ένας ντετέκτιβ βρισκόταν σε πορεία σύγκρουσης.
«Με συγχωρείτε!» είπε με προσποιητή ευγένεια που δεν πέρασε απαρατήρητη από τον κατάσκοπο.
«Δε σας πρόσεξα» είπε αδιάφορα και έκανε να φύγει, όμως ο άλλος τον σταμάτησε και του είπε συνωμοτικά:
«Η νυξ παραμένει. Το τρένο για Γερμανία λένε είναι ευρύχωρο»
Ο αστυνομικός αυτός μόλις του έδωσε τα στοιχεία που ήθελε και τον επόμενο προορισμό του. Ο δρόμος για το σταθμό των τρένων καλύφθηκε εύκολα και άνοιξε το φάκελο, όπου τον περίμεναν ένα διαβατήριο, μετρητά, στρατιωτική ταυτότητα, ένα πάσο ελέγχου και ένα γερμανικό ναυτικό λιμάνι.
Αρκετά λεπτά μετά, ένα τηλέφωνο στο αστυνομικό τμήμα χτύπησε τρεις φορές και σταμάτησε. Ο ντετέκτιβ Ροθ κινήθηκε προς μία οθόνη υπολογιστή και διάβασε ένα μήνυμα που είχε παραλήπτη εκείνον. Όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου.

Ένας σκορπιός αποφάσισε να περιπλανηθεί πάνω στο κορμί του για αρκετή ώρα, προτού ξυπνήσει από το λήθαργο στον οποίο είχε περιπέσει. Ο Τόμας Μουρ ένιωθε τόσο καταπονημένος όσο όταν έπαιρνε μέρος στις γυμναστικές επιδείξεις του κολλεγίου του. Προσπαθούσε να καταλάβει από πού προερχόταν αυτός ο παράξενος ήχος και τότε αντίκρισε δύο δαγκάνες να ανοιγοκλείνουν μερικά εκατοστά από τη μύτη του.
Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και ένιωθε πως ακόμη μία λιποθυμία ερχόταν πιο έντονη αυτή τη φορά, με αποτέλεσμα οι παλμοί του να αυξηθούν κατακόρυφα από το άγχος. Επιχείρησε να κινηθεί και ο σκορπιός σταμάτησε να κινείται και η ουρά του ορθώθηκε απειλητικά. Ο φόβος τον είχε παραλύσει και το στόμα του είχε πετρώσει, οπότε δε μπορούσε ούτε να φωνάξει για βοήθεια.
Η βοήθεια όμως, εμφανίστηκε στο πρόσωπο μίας γυναίκας που άρπαξε το σκορπιό από την ουρά και τον πέταξε στο χώμα, ενώ με σίγουρο βήμα πάτησε πάνω του και τον έλιωσε. Βλέποντας τη σκηνή που εκτυλίχθηκε μπροστά του, αφ’ ενός ήθελε να χαρεί που σώθηκε από τον σκορπιό, αλλά αφ’ ετέρου δεν ήξερε αν η γυναίκα απέναντι του ήταν με το μέρος του ή όχι.
«Μη φοβάσαι και μου λιποθυμήσεις ξανά!» του είπε περιπαιχτικά.
«Ποια… Ποια είσαι?»
«Μία φίλη που σε έσωσε από τη ζούγκλα»
«Για ποιο λόγο?»
«Γιατί κάποιος είχε προβλέψει την επίθεση στην ομάδα σου και σας έψαχνα εδώ και μέρες»
«Οι υπόλοιποι?» ρώτησε ξέπνοα.
«Νεκροί. Είσαι ο μόνος ζωντανός»
«Πως ξέρω ότι δεν τους σκότωσες εσύ?»
Ο φόβος τον είχε κυριεύσει ξανά και το μυαλό του άρχισε να κάνει υπολογισμούς για το πόσο ιδανικά ήταν τα πράγματα να αποχωριστεί από την υπόλοιπη ομάδα, να σκοτωθούν όλοι οι άλλοι και να είναι ο μόνος ζωντανός. Η καχυποψία τον είχε κατακλύσει και η γυναίκα απέναντι του φαινόταν παράξενα ήρεμη. Αποφάσισε να είναι προσεκτικός και σε επιφυλακή, όσο μπορούσε δηλαδή.
«Απλά δεν το ξέρεις»
Η δήλωση της αυτή ήταν τόσο κενή από συναίσθημα που τον παρέλυσε ο φόβος. Ένιωθε αιχμάλωτος και όχι ευγνώμων που του έσωσε τη ζωή. Προτιμούσε να έχει να αντιμετωπίσει μαθηματικές προκλήσεις, παρά μία απρόβλεπτη θανατηφόρα γυναίκα στη μέση του πουθενά.



Σαχ…

Ο μπάτλερ χτυπάει διακριτικά την πόρτα και περιμένει να ακούσει τον κύριο του να τον καλεί μέσα.
«Πέρασε Φρεντ» ακούγεται μία βραχνή, αλλά σταθερή φωνή.
Ανοίγει την πόρτα αργά και με σεβασμό, γιατί γνωρίζει πως αυτός ο χώρος είναι προσωπικός χώρος του κυρίου του, το sanctum sanctorum του. Ο φωτισμός είναι διακριτικός και η κύρια πηγή φωτός προέρχεται από το τζάκι που έχει μία ζωηρή φλόγα και έχει ανεβάσει τη θερμοκρασία αρκετούς βαθμούς. Δύο υπερμεγέθεις πολυθρόνες που σχηματίζουν γωνία μεταξύ τους ως προς το τζάκι βρίσκονται σε κοντινή απόσταση και στο κέντρο ένα δρύινο τραπέζι με δύο ποτήρια γεμάτα ουίσκι.
«Τι συμβαίνει Φρεντ?»
«Κύριε, μόλις κατέφθασε ο επισκέπτης που περιμένατε»
«Ωραία… Να περάσει»
«Μάλιστα κύριε»
«Φρεντ?»
«Ναι κύριε?»
«Μπορείς να αποσυρθείς»
«Σας ευχαριστώ κύριε. Καλό βράδυ»
Ο μπάτλερ βγήκε από το δωμάτιο και μερικά λεπτά μετά και η πόρτα άνοιξε χωρίς βιασύνη, από όπου πέρασε ένας ψηλός και ψυχρός τύπος, με μία ουλή που ξεκινούσε από τον αριστερό κρόταφο μέχρι τη βάση του λαιμού του.
«Έληξε το θέμα με τον πρόξενο?»
«Ναι. Τέλος»
«Ωραία. Πολύ ωραία. Πρέπει να μάθουμε όμως ποιος μας πρόδωσε. Να επιληφθείς αμέσως»
Με το αριστερό του χέρι να βγαίνει από την πολυθρόνα έπιασε το δεξί ποτήρι και το εξαφάνισε πίσω από την πλάτη της.
«Ο φίλος μου από εδώ λέει ότι από στιγμή σε στιγμή θα είμαστε και οι δύο νεκροί. Τι έχεις να πεις για αυτό?»
«Αστείο»
Ένα γαντοφορεμένο χέρι ξεπρόβαλε από την αριστερή πολυθρόνα που κρατούσε μία φωτογραφία έτσι ώστε να φαίνεται προς το μέρος του όρθιου άντρα. Την άφησε ήσυχα στο τραπέζι και πήρε με τη σειρά του το δικό του ποτήρι. Το πρόσωπο του έμεινε ανέκφραστο, αλλά στα μάτια του φάνηκε ένας φόβος να τον διαπερνά. Η φωτογραφία που είδε τον έκανε να αναθεωρήσει την προηγούμενη ερώτηση, ναι αυτός ο άνθρωπος όποιος και αν ήταν θα μπορούσε να τους σκοτώσει από στιγμή σε στιγμή.
«Μπορώ να εκφράσω μία τελευταία επιθυμία?» είπε ειρωνικά αυτός που καθόταν στη δεξιά καρέκλα.
«Δε νομίζω ότι είσαι σε θέση να ζητάς οτιδήποτε» απάντησε ψυχρά ο άλλος απέναντι του.
«Υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνω… Πως θα μας σκοτώσεις όπως λες όταν δεν έχεις κανένα όπλο επάνω σου? Είσαι τόσο σίγουρος πως θα το καταφέρεις με τα γυμνά σου χέρια?»
Σιωπή επικράτησε για λίγο με τους ήχους από το τζάκι να ακούγονται μόνο.
«Κύριε?»
«Ναι, Πάγε?»
Πάγος ήταν το παρατσούκλι που είχε προσκολληθεί στον όρθιο τύπο, λόγω της αύρας που έβγαζε στους γύρω του και κυρίως της απάθειας του για οποιοδήποτε συναίσθημα. Ήταν ένας ψυχρός δολοφόνος που αναλάμβανε τις πιο δύσκολες αποστολές και πάντα τις έφερνε εις πέρας με οποιοδήποτε κόστος.
«Αυτός ο άνθρωπος είναι που ευθύνεται για την ουλή στο πρόσωπο μου και που του χρωστάω τη ζωή μου»
Για πρώτη φορά ίσως στη ζωή του ακούστηκε ίχνος συναισθήματος στη φωνή του και αυτό ήταν φόβος. Ο ίδιος δεν ένιωθε ποτέ κάτι πέρα από το αίσθημα της προσήλωσης σε οποιαδήποτε αποστολή ή την αφοσίωση στον αρχηγό του. Μερικοί άνθρωποι είναι γεννημένοι για να είναι ηγέτες, άλλοι ακόλουθοι και υπάρχει μία μικρή μερίδα που ανήκει στην κατηγορία τα «εργαλεία». Ο Πάγος ήταν κάτι παραπάνω από εργαλείο στο οπλοστάσιο του Ιανού.
«Έκανες τον Πάγο να δείξει φόβο, κάτι που δεν έχει καταφέρει κανείς ποτέ πριν. Ποιος είσαι?»
«Δε μου άρεσαν ποτέ οι συστάσεις. Έχω τόσα ονόματα που το πραγματικό μου όνομα δεν έχει καμία σημασία πια. Τα τελευταία χρόνια με γνωρίζουν ως ο Μέντορας»
«Θεωρούσα πως δε θα ήσουν τόσο χαζός να έρθεις εδώ μέσα μόνος και άοπλος»
«Ποιος είπε ότι είμαι μόνος? Πόσο μάλλον άοπλος? Επίσης μία μικρή διόρθωση, σου είπα ότι θα είσαι νεκρός, εσύ, σε δύο ώρες, ποτέ δεν ανέφερα ότι θα σε σκοτώσω εγώ. Τώρα να μου επιτρέπετε πρέπει να φύγω»
Ένα πηγαίο γέλιο αντήχησε στο μικρό δωμάτιο, με τον Ιανό να μη μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό του από μία στιγμή ιλαρότητας.
«Έχεις το θράσος να έρχεσαι εδώ, να μου λες ότι πρέπει να σε δω, γιατί είναι σημαντικό, παριστάνεις πως είσαι ένας από τους πιο έμπιστους μου, ανακοινώνεις πως θα με σκοτώσει κάποιος μυστηριωδώς και τέλος φεύγεις? Όχι! Δεν το επιτρέπω άλλο αυτό! Πάγε μπορείς να τον σκοτώσεις όποτε θέλεις αυτόν τον αυθάδη»
Ο Μέντορας σηκώθηκε πίνοντας την τελευταία σταγόνα από το ποτό του και το άφησε το αθόρυβα στο τραπέζι. Ρίχνοντας τη φωτογραφία στο τζάκι, στράφηκε προς την πόρτα και προσπέρασε ατάραχα τον Πάγο. Ο δολοφόνος δικαιολόγησε το παρατσούκλι του μένοντας ακίνητος.



Ο ιστός της Αράχνης…

«Στην αρχαιότητα υπήρχε κάποια όπως λέει ο μύθος ήταν η καλύτερη υφάντρα σε όλη την αρχαία Ελλάδα και την έλεγαν Αράχνη. Υπερηφανευόταν πως είναι τόσο καλή που θα μπορούσε να κερδίσει και τη θεά Αθηνά, ώσπου η Αθηνά δέχτηκε την πρόκληση και μονομάχησαν στο ποια θα φτιάξει το καλύτερο υφαντό. Το αποτέλεσμα αναμενόμενο, η θεά κέρδισε και η θνητή καταδικάστηκε να γίνει ένα πλάσμα που θα πάλευε για την επιβίωση του, μια αράχνη»
«Μου κάνεις μάθημα ιστορίας?»
«Φυσικά και όχι. Δεν είχα τέτοια πρόθεση. Άλλωστε και το δικό σου όνομα έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ρώμη»
«Ναι ήθελα κάτι που να ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μου»
«Στη διπροσωπία σου μήπως?»
«Ακριβώς»
«Αυτό που εκμεταλλεύτηκα δηλαδή»
«Είσαι μέσα στο σπίτι μου και δεν υπάρχει περίπτωση να φύγεις ζωντανός»
«Σε δύο ώρες ακριβώς θα είσαι νεκρός, αλλά μέχρι τότε θα έχω φύγει ζωντανός και το σχέδιο σου θα ναυαγήσει παταγωδώς. Διόρθωση. Έχει ναυαγήσει ήδη»
«Μου αρέσει πραγματικά η αυτοπεποίθηση σου! Ξέρεις ότι θα πεθάνεις και συνεχίζεις να παριστάνεις τον ανέμελο»
«Δεν είμαι ανέμελος, είμαι σίγουρος»
«Όπως και να έχει, νεκρός σίγουρα»
«Χάρηκα που τα είπαμε. Ήσουν καλός αντίπαλος, απλά όχι ο καλύτερος. Μη λυπάσαι για αυτό, επειδή θα αποκτήσεις παρέα στον άλλο κόσμο»
«Χαραμίζεσαι, θα έπρεπε να πας σε κάποιο τσίρκο για να διασκεδάζεις τον κόσμο»
«Ο μόνος γελοίος σε αυτό το δωμάτιο είσαι εσύ και ο μόνος λόγος που δε σε σκοτώνω είναι διότι έχεις εξαιρετικό γούστο στα οινοπνευματώδη ποτά»
Το βλέμμα του Ιανού είχε σκοτεινιάσει και ετοιμαζόταν να επιτεθεί, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Παράλληλα ο Μέντορας κουνούσε δεξιόστροφα το ποτήρι του μυρίζοντας το πλούσιο άρωμα.
Στο μυαλό του διαδραματίζονταν ξανά όλα τα γεγονότα που είχαν αποτελέσει τους κρίκους μίας πολύ μακριάς αλυσίδας γεγονότων, με τελικό αποδέκτη την αρχή της κατάρρευσης μίας πολύ καλά δομημένης οργάνωσης. Ελάχιστα πράγματα ήταν γνωστά και ακόμη πιο ελάχιστες ήταν οι πιθανότητες να εισχωρήσει στο εσωτερικό της, εκτός και αν αποδείκνυες πως είσαι ικανός για κάτι τέτοιο.
Αρκετά χρόνια πριν η ίδια οργάνωση του είχε στοιχήσει ότι πολυτιμότερο είχε στη ζωή του και ποτέ δε ξέχασε την υπόσχεση που έδωσε: Να αφανίσει την οργάνωση μέχρι και το τελευταίο μέλος. Στην πορεία όμως αναθεώρησε τις σκέψεις του, έτσι ώστε κάθε αδικημένος να βρει τη δικαιοσύνη που αναζητούσε, την αμείλικτη, ψυχρή και δίκαιη δικαιοσύνη. Ως αποτέλεσμα προέκυψε ένα ευρύτατο δίκτυο από πιόνια, που τις περισσότερες φορές αγνοούσαν ότι ενεργούν για λογαριασμό κάποιου άλλου ή θεωρούσαν πως ανήκουν σε κάποια μυστική κυβερνητική οργάνωση.
Ωστόσο, στρατολόγησε και μερικούς ειδικά εκπαιδευμένους στρατιώτες, στην πορεία των χρόνων, επίσημα νεκροί από συγγενείς και φίλους, κυρίως όμως από κυβερνήσεις και κρατικές οργανώσεις. Ο καθένας από αυτούς έπαιρνε την ονομασία Φάντασμα, τόσο για τις ικανότητες του να είναι απαρατήρητος, όσο και για το λόγο ότι ήταν επίσημα νεκρός. Όλοι τους ήταν μισθοφόροι και το χρήμα καθόριζε την αφοσίωση τους σε έναν σκοπό ή αρχηγό, οπότε αργά ή γρήγορα μετατρέπονταν σε αναλώσιμες μονάδες.
Ένα παγκόσμιο δίκτυο έχει άπειρες μεταβλητές, αφού άνθρωποι το χειρίζονται και οι επιθυμίες τους επικεντρώνονται στις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Ένα παγκόσμιο δίκτυο χειραγώγησης και κατεύθυνσης προς ένα επιθυμητό σημείο όμως, εκτός από τις άπειρες μεταβλητές έχει και πολλά κοινά, όπως η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Ο Μέντορας έστησε έναν ιστό με βάση ανθρώπους που είχαν κάποια ταλέντα, άσχετα αν δεν ήξεραν ότι τα έχουν. Κάθε πληροφορία που συνέλλεγαν μεταφερόταν μέσω αυτών σε ιδιωτικές εταιρείες αξιολόγησης, όπου προωθούσαν τις πληροφορίες ως επικίνδυνες, επείγουσες, σημαντικές ή αδιάφορες σε κρατικές υπηρεσίες. Οι εταιρείες αυτές ανήκαν σε εκείνον και εκείνος επέλεγε ποιες πληροφορίες να αποκρύψει και ποιες όχι.
Στον ιστό του δικτύου του εμφανίστηκε ένα όνομα πολλά υποσχόμενο που κάποιοι είχαν βάλει στη μαύρη λίστα για στρατηγικούς λόγους, καθώς ήταν απρόβλεπτη και αρκετά έξυπνη για υποχείριο. Βέβαια, με τα κριτήρια αυτά καθορίστηκε η τύχη της και την επέλεξε ο Μέντορας για την βάλει υπό την φτερούγα του. Η υπόθεση της απαιτούσε λεπτό χειρισμό, ειδικά για το ευρύτερο σχέδιο που το είχε ονομάσει Αράχνη. Όλα έμοιαζαν προκαθορισμένα σα μία χορογραφία όπου η κάθε κίνηση ήταν τέλεια εναρμονισμένη με τις επόμενες.
Από τις σκόρπιες πληροφορίες που είχε συλλέξει συνέθεσε την επιφάνεια της οργάνωσης και κυρίως το χρόνο αντίδρασης της σε συνθήκες που απαιτούσαν την προσοχή της που ήταν τριάντα έξι ώρες. Το πρώτο πείραμα ήταν ο «Βαρόνος», ένα γρανάζι της οργάνωσης που της απέφερε εκατομμύρια κάθε μήνα. Οι πρώτες οκτώ ώρες αφιερώθηκαν στη συλλογή πληροφοριών, ενώ από δώδεκα ώρες χρειαζόταν ειδικό κλιμάκιο δικηγόρων για την αντιμετώπιση των διεθνών προεκτάσεων και οι υπόλοιπες δώδεκα απαιτούνταν για μονάδες κρούσης όπου θα εξάλειφαν το πρόβλημα οριστικά.
Το επόμενο βήμα του σχεδίου, απλώς επιβεβαίωσε τις υποψίες του Μέντορα και του απέδειξε πως η οργάνωση, όποια και αν ήταν, δούλευε συστηματικά στην αφάνεια. Ο κύριος Χες αποτελούσε τη βιτρίνα κάποιων ακροδεξιών στοιχείων που συγκέντρωναν χρήματα, όπλα και κυρίως στρατό στην κεντρική Ευρώπη, ένα παρακλάδι της οργάνωσης το οποίο είχε κάνει την εμφάνιση του με αιματηρό τρόπο. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να αποκαλυφθεί ο ιθύνων νους και αυτός ήταν με κάτι που θα τραβούσε την προσοχή και θα φανέρωνε την διάβρωση των κρατικών υπηρεσιών, όπως και το ποιος θα εμφανιζόταν. Μία έκρηξη η οποία έγινε δημόσιο θέμα παίρνοντας μεγάλες διαστάσεις έβγαλε στο προσκήνιο πολλά περισσότερα από όσα ήλπιζε.
Καθόταν τώρα μπροστά από το τζάκι του Ιανού αφηρημένος στις σκέψεις του να παρατηρεί τις γλώσσες της φωτιάς να καταπίνουν τα κούτσουρα που σιγόκαιγαν. Κάπου κατά βάθος ήθελε να τον σκοτώσει ο ίδιος, αλλά θα ήταν προτιμότερο να μείνει στην αφάνεια...



Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Ζακ 10 - Ζακλίν όχι Ζακ

Επισκέπτης…

«Μπήκες σε μεγάλο κόπο σήμερα για να με εξοντώσεις ομολογώ.»
«Άλλη μια μέρα στη δουλειά ήταν μόνο.»
«Βασικός σου στόχος ήταν τότε η ανάκτηση του αφεντικού σου?»
«Είχες κάτι δικό μου και το ήθελα πίσω, ήταν θέμα χρόνου λοιπόν να το πάρω. Όσο για σένα προσωπικά, είναι ζήτημα μερικών λεπτών.»
«Ακούγεσαι πολύ σίγουρος για τον εαυτό σου, αλλά να σου υπενθυμίσω ότι είμαι ο καλύτερος στην εξαπάτηση.»
«Αν ήσουν ο καλύτερος τότε θα σταματούσες τον απρόσκλητο επισκέπτη σου.»
«Μπλοφάρεις και για να στο αποδείξω, γιατί δεν ελέγχεις το δωμάτιο της κλινικής? Να σου πω μήπως τον αριθμό του δωματίου?»
Ένας ακαθόριστος, οξύς ήχος μικρής διάρκειας ακούστηκε από την άλλη γραμμή και μετά σιωπή.
«Σκέφτεσαι τις επιλογές σου έτσι δεν είναι? Σου είπα είμαι ο καλύτερος και σίγουρα οι υπόλοιποι έχουν δυσαρεστηθεί με τις καθυστερήσεις.»
«Ξέρεις θα ήθελα να συνομιλήσουμε περισσότερο για την εσφαλμένη αντίληψη σου να λες συνέχεια ότι είσαι ο καλύτερος, ενώ έχεις οικειοποιηθεί ένα όνομα που ανήκει σε άλλον. Ο Ιανός ήταν θεός και μάλιστα εκείνος που ξέφυγε από την λογική των άλλων θεών. Το γεγονός ότι σου έχουν επιτρέψει να φέρεις το όνομα αυτό είναι γιατί ο πραγματικός Ιανός θέλει να μείνει στις σκιές, περιμένοντας με να κάνω την κίνηση μου.»
«Εγώ είμαι ο ένας και μοναδικός, για αυτό αν θες κάνε μου τη χάρη να το βουλώσεις, αλλιώς-»
«Αλλιώς τι?»
Η φωνή του συνομιλητή του ακούστηκε δυσοίωνα κοντά, πολύ κοντά.
Ο Ιανός που βρισκόταν στο κτίριο ήταν ένα ανδρείκελο που ο πραγματικός είχε προωθήσει και πείσει πως μπορούσε να παριστάνει τον αρχηγό. Αναμφίβολα είχε ικανότητες, όχι τέτοιες όμως που άρμοζαν σε κάποιον με τεράστια υπομονή και επιδεξιότητα.
«Δε μπορεί…» κατάφερε να ψελλίσει προτού το κεφάλι του αποχωριστεί από το υπόλοιπο σώμα του.
Ο Μέντορας κινήθηκε με την άνεση του ανθρώπου που είχε ξαναβρεθεί στο χώρο και με το αίμα που ανάβλυζε από την τραχεία άφησε ένα μήνυμα για τον πραγματικό Ιανό. Συμπλήρωνε την τελευταία λέξη στον τοίχο όταν δέχθηκε σήμα ότι υπήρχαν επισκέψεις. Το μήνυμα του ήταν: «Έρχομαι για σένα».

Η τοπική αστυνομία είχε κληθεί να ερευνήσει αναφορές που έλεγαν πως ακούστηκαν πυροβολισμοί σε ένα ξενοδοχείο και ότι όφειλαν να ερευνήσουν το συμβάν. Το πιο κοντινό περιπολικό περιελάμβανε το βετεράνο πλέον σε συμβάντα υψηλού κινδύνου Χακάν Σεϊμάνογλου, Τούρκο μετανάστη με εικοσαετή εμπειρία στο σώμα και τον Σούλτς Φιρτ, απόφοιτο της ακαδημίας με ένα χρόνο προϋπηρεσία.
Ο Χακάν τον είχε προετοιμάσει πως: «Ή φάρσα θα είναι ή καμία απατημένη βρήκε το σύζυγο της με άλλη και πήγε να τον σκοτώσει.»
Το μυαλό του Σούλτς είχε παραμείνει κολλημένο στην εικόνα ενός εφήβου που τον κοιτούσε ατάραχος, ενώ κρατούσε ένα ανθρώπινο κεφάλι από τα μαλλιά. Η εικόνα είχε χαραχτεί στη μνήμη του, γνωρίζοντας πως ότι και να γινόταν δε θα την ξεχνούσε ποτέ. Από εκείνη τη μέρα και μέχρι το τέλος της ζωής του θα έβλεπε εφιάλτες που θα τον στοίχειωναν κάθε φορά που θα έκανε κάποιο λάθος, σα μία νέμεση να τον κυνηγά και να του θυμίζει ότι υπάρχει κάποιος που θα τον κυνηγούσε αν δε διόρθωνε τα λάθη του.
Η μέρα του είχε ξεκινήσει όπως όλες, μία τυπική, τυπικότατη μέρα, για να καταλήξει στην αίθουσα ανακρίσεων με τον Ροθ να τον ανακρίνει σαν ένα κοινό εγκληματία. Σιχαινόταν τον Ροθ, όσο κανέναν άλλο στο τμήμα.
«Πάμε πάλι από την αρχή.» έλεγε για τρίτη φορά ο ντετέκτιβ Ροθ.
«Πόσες φορές πρέπει να πω τα ίδια?» φώναξε αγανακτισμένος ο Σούλτς.
«Τόσες όσες χρειαστεί, ξέρεις τη διαδικασία.» του αντιγύρισε ατάραχος.
«Δεν είμαι ύποπτος! Έτυχε να είμαι στη κατάλληλη θέση την πιο ακατάλληλη στιγμή…»
«Συμφωνώ απολύτως!» είπε με ψεύτικο ενθουσιασμό «Το μόνο πρόβλημα είναι πως ο δολοφόνος αφού είχε ξεπαστρέψει τόσα άτομα άφησε εσένα ζωντανό? Δε σου φαίνεται περίεργο?»
«Καλύτερα να με είχε σκοτώσει.» σκεφτόταν.
Η ανάκριση είχε αποκομίσει μόνο πως ένας ύποπτος είχε διεισδύσει στον τρίτο όροφο του ξενοδοχείου και είχε αποκόψει την παροχή ρεύματος σε όλο τον όροφο, αλλά είχε και ακρωτηριάσει αρκετούς τύπους που είχαν εκκρεμή εντάλματα σύλληψης από την Ιντερπόλ. Ανάμεσα σε αυτούς βρισκόταν και το αποκεφαλισμένο πτώμα αγνώστων στοιχείων, ενώ αποτυπώματα, DNA κτλ. δεν συνέπιπταν σε καμία λίστα. Το κεφάλι του έλειπε από τον τόπο του εγκλήματος.
«Τι σου είπε ακριβώς?»
«Θα γυρίσεις από την άλλη πλευρά και θα συνεχίσεις την έρευνα σου. Δε θα πεις ποτέ σε κανέναν ότι με συνάντησες, γιατί αν το κάνεις δε θα δεις άλλη μέρα. Σύμφωνοι?»
«Μάλιστα και σε άφησε να φύγεις?»
«Όχι! Φυσικά όχι! Με χτύπησε στο κεφάλι και έχασα τις αισθήσεις μου! Πόσες φορές να τα ξαναπώ?»
«Βλέπω ότι με εμένα έχεις νεύρα και ένταση!» είπε ειρωνικά «Εκείνη τη στιγμή που βρίσκονταν τα νεύρα σου? Φοβήθηκες μήπως? Ένιωσες ζεστά κάτουρα να κυλάνε στο πόδι σου? Αδερφούλα?»
«Άντε γαμήσου! Δε σου επιτρέπω καραγκιόζη!»
Η γροθιά τον πέτυχε κάτω από το σαγόνι και τον έριξε πίσω στον τοίχο, επιβάλλοντας στους υπόλοιπους έξω να εισέλθουν μέσα επειγόντως για να εκτονώσουν την κατάσταση. Πανικός επικράτησε προκειμένου να χωρίσουν τους δύο εμπλεκόμενους και να εκτονώσουν την κατάσταση. Λίγο πριν σύρουν έξω από το δωμάτιο τον Ροθ ο Σούλτς πρόλαβε να του απευθύνει:
«Εύχομαι να σε επισκεφθεί την ώρα που θα κοιμάσαι και να νιώσεις ότι ένιωσα εγώ! Στο εύχομαι ολόψυχα!» φώναξε φτύνοντας σχεδόν τις λέξεις προς το μέρος του αποχωρούντα Ροθ.
Μία ευχή που δε θα αργούσε να πραγματοποιηθεί…



Ανάρρωση…

Υπήρχε μία ευεξία κινούμενη μέσα στο κορμί μου η οποία μου θολώνει το μυαλό και δε μπορώ να σκεφτώ καθαρά. Σίγουρα μου έχουν χορηγήσει κάποιο ηρεμιστικό ή κάτι χειρότερο, κάτι που δε μου άφηνε ευοίωνες προοπτικές ή έστω κάποια δυνατότητα διαφυγής. Ωστόσο, ένιωθα να μην απειλούμαι, κάτι που φαινόταν παράξενο υπό τις συνθήκες αιχμαλωσίας μου και τα βασανιστήρια που είχα να υπομείνω μέχρι να με αποτελειώσουν.
«Οι ενδείξεις της γιατρέ σήμερα είναι αρκετά καλές.» ακούστηκε μία μονότονη γυναικεία φωνή.
«Ωραία, υπολογίζω αύριο να είναι σε καλύτερη κατάσταση.»
Ο ήχος, το χρώμα και κάτι που δε μπορούσα να το προσδιορίσω μου φαινόντουσαν γνωστά, οικεία. Προσπαθούσα να ανοίξω το στόμα μου και να αρθρώσω κάποια λέξη, όμως το ένιωθα τόσο μουδιασμένο που δε μπορούσα να κουνήσω ένα μυ. Ανήμπορη να κάνω οτιδήποτε άλλο από το να σκέφτομαι, ενέδωσα στον πειρασμό της ευεξίας και αφέθηκα.

Η συνειδητοποίηση πως μπορούσα να κινήσω τα άκρα μου και να ανοίξω τα μάτια μου με καθησύχασε σε μεγάλο βαθμό, όμως ήθελα απεγνωσμένα να μάθω τι είχε συμβεί.
Που ήμουν?
Πόσες μέρες ήμουν έτσι?
Άρχισα να δοκιμάζω μερικές κινήσεις και το σώμα μου ανταποκρινόταν μέχρι ένα βαθμό, ευχάριστα νέα. Αυτό σήμαινε πως θα μπορούσα να είμαι στην προηγούμενη φυσική μου κατάσταση σε μία εβδομάδα. Δοκίμασα να σηκωθώ και το κεφάλι μου ήταν βαρύ και ζαλιζόμουν. Ίσως να χρειαζόμουν περισσότερο καιρό.

«Πως αισθάνεσαι σήμερα?» η φωνή του μέντορα τόσο καθαρή και αγχολυτική, σε βαθμό που με τρελαίνει.
«Θα προτιμούσα να είχε λίγο φως το δωμάτιο.»
«Εγώ θα προτιμούσα να μη χρειαζόμουν να σε σώσω.» παύση τόσο μεγάλη που ήθελα να σκοτώσω κάποιον «Η ζωή είναι άδικη τελικά, δε νομίζεις?»
Η ειρωνεία του ήταν εξωπραγματική, ουσιαστικά μου έλεγε πως ήταν κάτι που έκανε, τετριμμένο, αλλά ταυτόχρονα του άρεσε. Εμένα όμως δε μου άρεσε. Για πολλούς λόγους, με τον κυριότερο: Αν σε σώζει ο ανώτερος σου που υποτίθεται πρέπει να τον σώζεις εσύ, θα βγεις σύντομα σε συνταξιοδότηση.
«Μπορούμε να αφήσουμε τους γρίφους και να μιλήσουμε ανοιχτά?»
«Όπως επιθυμείς. Υπάρχει ένα σχέδιο που είναι ήδη σε εφαρμογή και περιμένει εσένα να λάβεις τη θέση σου.»
«Το οποίο δε θα ξέρω μέχρι να έρθει η ώρα μου να το μάθω, σωστά?» είχα εκνευριστεί και κυρίως με εξόργιζε το γεγονός πως με άφηνε για ακόμη μία φορά στο σκοτάδι.
«Ξέρεις, δε σε αφήνω στο σκοτάδι επειδή είμαι σαδιστής» πάλι εκείνη η σιωπή, που τώρα καταλάβαινα ότι το έκανε για να μου δώσει χρόνο να χωνέψω το γεγονός ότι ήξερε ακριβώς τι σκεφτόμουν «αλλά επειδή δεν έχω ακριβές σχέδιο στο μυαλό μου και πάντα αυτοσχεδιάζω.»
«Μη με περνάς για χαζή!» φώναξα.
«Αν σε θεωρούσα χαζή, τότε θα ήσουν μία χαζή νεκρή.»
Κάτι στη δήλωση του με έκανε να ανατριχιάσω, είχε κάτι παγερό και τελεσίδικο η φωνή του όταν απαντούσε έτσι, τόσο αινιγματικά.
«Το αρχικό μου σχέδιο έχει φτάσει στο τέλος του και εσύ απέτυχες.»
«Δεν ήμουν ποτέ μέρος του σχεδίου σου!» πρόλαβα να αντιτάξω προτού ακούσω:
«Πάντα ήσουν μέρος του σχεδίου μου.» έτσι απλά με έκανε να αμφισβητήσω όλες τις αποφάσεις μου.
Ήμουν σίγουρη ότι είμαι η πιο έξυπνη από οποιονδήποτε γνώριζα και ξέρω ότι είναι αλήθεια, αλλά αυτός ο άνθρωπος διατείνεται ότι είναι ο πιο έξυπνος από όλους. Αυτό είναι αδύνατο και το ξέρω καλά, οπότε μου λέει ψέματα, όμως μέχρι τώρα είχε πάντα δίκιο σε όλα. Τότε άρχισα να σκέφτομαι ποια παρόρμηση με είχε καταλάβει να ακολουθήσω τον Μέντορα, πως με είχε αφήσει στο σκοτάδι, πως βρήκα τον εξοπλισμό που χρειαζόμουν, οι αποφάσεις που πήρα ήταν βάσει σχεδίου, του δικού του σχεδίου.
«Υποκλίνομαι.» είπα με αρκετή δόση ειρωνείας.
«Ζακ οι ειρωνείες δε μου άρεσαν ποτέ, πόσο μάλλον από σένα.»
«Με λένε Ζακλίν όχι Ζακ.»
«Εντάξει Ζακλίν.» ο τρόπος που ανέφερε το όνομα μου είχε κάτι δυσοίωνο «Το σχέδιο μου θα προχωρήσει με ή χωρίς εσένα, να το θυμάσαι.»
«Αυτό σημαίνει ότι απολύομαι?»
«Αυτό δε σημαίνει τίποτα για σένα. Η απόφαση σου είναι σεβαστή. Δε σε υπολογίζω όμως για υποθέσεις ανωτέρου επιπέδου.»
Υποθέσεις ανωτέρου επιπέδου? Το μυαλό μου έψαχνε να βρει τι εννοούσε, δεν υπήρχε λογική πίσω από τα λόγια του, εκτός και αν ήταν κάποιο σχέδιο που είχε ήδη σε εφαρμογή, με εμένα εκτός.
«Δέχομαι τις υπόλοιπες.»
«Χαίρομαι. Τότε όλα περασμένα ξεχασμένα, ή όπως θα το έλεγαν οι Άγγλοι: Water under the bridge
Το ύφος του είχε αλλάξει πάλι, έμοιαζε πιο οικείο και πιο αινιγματικό από ποτέ.
«Deus ex machina
Τα τελευταία του λόγια δεν είχα ιδέα σε ποιον αναφέρονταν. Αρχικά υπέθεσα ότι αναφερόταν στο ότι με έσωσε, αλλά αφού όλα ήταν μέρος του σχεδίου, τότε τι σήμαινε? Οι ερωτήσεις που εξαπέλυσα δεν βρήκαν στόχο, καθώς ο Μέντορας είχε εξαφανιστεί από το δωμάτιο, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Δευτερόλεπτα μετά τα φώτα άναψαν και μία νοσοκόμα με έναν γιατρό μπήκαν στο δωμάτιο.



Εξελίξεις…

Ο ανθυποπλοίαρχος Ντιμίτρι Ρασπαντίεφ βρισκόταν στην επίβλεψη του σόναρ, κοιτάζοντας στην οθόνη του οποιαδήποτε ανωμαλία θα υποδείκνυε κάτι άλλο πέρα από το βυθό ή μεγάλα ψάρια. Ταυτόχρονα προσπαθούσε να ακούσει ήχους από άλλο υποβρύχιο ή οτιδήποτε που δε θα ήταν φυσιολογικός ήχος. Η βάρδια του σχεδόν έφτανε στο τέλος της και θα ξαναγυρνούσε στην υποβρύχια ρουτίνα του.
Χτυπούσε ρυθμικά τα δάχτυλα του πάνω στο μπράτσο της καρέκλας, όταν ένας ήχος ακούστηκε σαν να είχε εκτοξευθεί τορπίλη. Κοίταξε προς το μέρος της γέφυρας όπου συνήθως βρίσκεται κάποιος αξιωματικός υπηρεσίας και δε βρισκόταν κανείς. Η περιέργεια τον παρακίνησε να ελέγξει αν η διαίσθηση του τον οδηγούσε σε κάτι που κάθε ναύτης πυρηνικού υποβρυχίου απέφευγε, προδοσία στα βάθη του ωκεανού.
Βρίσκοντας αντικαταστάτη για να ελέγχει το σόναρ, προχώρησε στην αποθήκη πυραύλων και εκτόξευσης, απορώντας που είχε εξαφανιστεί ο φρουρός μπροστά από την πόρτα. Γύρισε με βιάση την περιστροφική κλειδαριά της πόρτας και εισχώρησε στο στενό δωμάτιο, από όπου δε θα ξανά έβγαινε ποτέ.

Φυλακισμένος προσωρινά στο δωμάτιο κράτησης και με την πρόγνωση να είναι ακόμη χειρότερη, φυλακισμένος σε φυλακή, ο ψεύτικος πρόξενος αγωνιούσε για την τύχη του. Οι επιλογές που είχε περιορίζονταν στο αν ο Ιανός θα τον απελευθέρωνε με κάποιο νόμιμο τρόπο, κάτι που αυτόματα θα σήμαινε να περιμένει ή αν θα έπρεπε να το σκάσει από εκεί και να ριψοκινδυνεύσει την ύπαρξη του ή η επιλογή νούμερο τρία που μόλις μπήκε στο δωμάτιο.
Η άφιξη της πιο αινιγματικής φιγούρας, που είχε δει μέχρι εκείνη την ώρα στη ζωή του, τον έκανε να σαστίσει. Ψηλός με κοστούμι φανερά χειροποίητο και ακριβό, με ιταλικά μοκασίνια κάποιου πολύ γνωστού οίκου, ενώ το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστη μάσκα με μία ουλή που ξεκινούσε από τον αριστερό κρόταφο μέχρι τη βάση του λαιμού του και μαύρα γυαλιά να κρύβουν τα μάτια του. Η αύρα που έβγαζε όμως, ήταν τρομακτική κάνοντας το δωμάτιο να μοιάζει ότι έχασε τη θερμότητα του και η θερμοκρασία έπεσε αρκετούς βαθμούς.
Με μία ξεκάθαρη κίνηση του έδειξε πως μπορεί να φύγει, αφήνοντας τον κατάσκοπο άναυδο. Υπήρχαν τόσες ερωτήσεις που ήθελε να κάνει, αλλά δεν τολμούσε να σπαταλήσει την ευκαιρία που του δινόταν. Σηκώθηκε βιαστικά και πήρε μαζί του ένα φάκελο που του είχε προτείνει ο άλλος, κοιτάζοντας παράλληλα τα μαύρα δερμάτινα γάντια που φορούσε ο άλλος και με την ερώτηση να έχει κολλήσει στο στόμα του: Είσαι ο Ιανός?

Η επιβίωση στη ζούγκλα βασίζεται στην καλή φυσική κατάσταση, την εμπειρία, τις γνώσεις περί ζούγκλας και φυσικά τύχη. Όταν όμως είσαι επιστήμονας με ένα ευρύ φάσμα διδακτορικών και ο φυσικός σου χώρος είναι το εργαστήριο, τότε η επιβίωση φαντάζει δύσκολη, έως πολύ δύσκολη.
Ο Τόμας Μουρ με τρία διδακτορικά αναρτημένα στο τοίχο του δωματίου του και ένα σωρό βιβλία περιτριγυρισμένος, είχε πάρει την απόφαση να ζήσει την εμπειρία μίας αρχαιολογικής ανακάλυψης. Ωστόσο, κανείς δεν τον προϊδέασε για την περιπέτεια που θα ακολουθούσε, μία ζούγκλα και αμέτρητα τετραγωνικά μέτρα αβεβαιότητας και τρόμου. Μπροστά του δέντρα και μία εχθρική φύση, πίσω του μακελειό και αιμοδιψείς δολοφόνοι. Μερικές φορές το άγνωστο όσο τρομακτικό και αν φαντάζει είναι καλύτερο από το βέβαιο θάνατο του γνωστού.
Το πόδι τον πονούσε φρικτά, τα χέρια του είχαν ματώσει και δεν ήξερε αν είχε πέσει ξανά ή μόλις σηκωθεί. Κάπου είχε διαβάσει πως η ελονοσία ήταν σε έξαρση ή ήταν για κάποια άλλη ζούγκλα? Το μυαλό του βρισκόταν σε σύγχυση και καμία διαφορική εξίσωση δε θα μπορούσε ποτέ να τον βοηθήσει να βγει από τη δυσχερή θέση στην οποία βρισκόταν.
Οι ήχοι και τα πουλιά του προκαλούσαν ρίγη, μαζί με το σύρσιμο και τους ασθενείς θορύβους στο παρασκήνιο έκαναν την ουροδόχο κύστη του να ξεχυθεί στο παντελόνι του. Φοβόταν για τη ζωή του και κυρίως φοβόταν ότι αντί να πεθάνει της πείνας, θα τον έτρωγαν ζωντανό κυριολεκτικά. Με την πλάτη σε ένα κορμό δέντρου και τα γόνατα του να ακουμπούν το στήθος του, τρέμοντας, είχε παραδώσει τα όπλα και περίμενε το τέλος του. Ένα τέλος που είδε να πλησιάζει όταν ένα μαχαίρι τόσο μεγάλο που έμοιαζε με μικρό σπαθί περιστρεφόμενο στον αέρα καρφώθηκε λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του.
Με μεγάλη απροθυμία γύρισε το κεφάλι, πόσο κοντά είχε καρφωθεί από το κεφάλι του, θεωρώντας ότι όποιος το είχε ρίξει είχε αστοχήσει. Η πραγματικότητα ήταν πιο τρομακτική καθώς το μαχαίρι βρισκόταν ανάμεσα σε ένα κεφάλι βόα και στο υπόλοιπο σώμα του. Την επόμενη στιγμή λιποθύμησε.



Μία μέρα και ένα μνήμα…

Ο κόσμος είναι μία λεωφόρος ανθρώπων που μετακινούνται με βάση προσωπικά κριτήρια, γεωγραφικά, πολιτικά και κάθε είδους όταν αφορά ομάδες, οικογένειες, πληθυσμούς ή άτομα ξεχωριστά, όμως η μετατόπιση μίας κρυφής ομάδας ποτέ δεν είναι επιλογή.
Το σχέδιο του Μέντορα εξελισσόταν με ακρίβεια και υπομονή, καθώς το τελευταίο εικοσιτετράωρο βρισκόταν σε αντίστροφη μέτρηση. Όλες οι μεταβλητές είχαν προσδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, μετατρέποντας τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη σε στόχους. Αυτός που ορίζει το παιχνίδι είναι αυτός που ορίζει και τους κανόνες, αλλά όταν δεν έχει θέσει τους κανόνες οι παίχτες δε ξέρουν τα όρια τους. Επιπρόσθετα, αν οι παίχτες δε ξέρουν ποιος είναι ο αντίπαλος τους, τότε έχουν σοβαρό μειονέκτημα.
Η αρχή ήταν να κάνει να πιστέψουν ότι η Ζακ ήταν ο αντίπαλος, αναγκάζοντας το ψεύτικο Ιανό να κάνει την εμφάνιση του, την αστυνομία μία ολόκληρης χώρας να ξεψαχνίζει ότι υπάρχει για κάποιον Ιανό, την υπηρεσία να εμφανιστεί στο προσκήνιο, τον πραγματικό Ιανό να είναι έτοιμο να κάνει την κίνηση του, τα  σχέδια της ομάδας να έχουν ανατραπεί, πιόνια να έχουν πάρει τη θέση των προηγούμενων και στρατηγικά τοποθετημένα ειδικά πιόνια, όλα ήταν στη θέση τους, εκτός από κάποιον.
Ο άνθρωπος που είχε προκαλέσει μία σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων από ανεξάρτητα μεταξύ τους γεγονότα, βρισκόταν μόνος να αποτίνει φόρο τιμής σε ένα μνήμα χωρίς όνομα, χωρίς διακριτικά, έναν ανώνυμο τάφο, με ένα μαύρο λωτό τοποθετημένο πάνω του. Όσο βρισκόταν σε αυτό το μέρος ένιωθε ανθρώπινος, ένα κομμάτι που τον συνέδεε με ένα ξεχασμένο παρελθόν που προσπάθησε να αφήσει αμόλυντο, αλλά δεν τα κατάφερε. Από τότε μετατράπηκε σε οδηγό πληρωμένων δολοφόνων, διψασμένων για εκδίκηση, μία εκδίκηση που ποτέ δε θα έμενε κορεσμένη όσο υπήρχαν θύτες και θύματα.
Αφήνοντας για μία τελευταία φορά το βλέμμα του να πλανηθεί στο χώρο και να θαυμάσει το θαύμα της φύσης, έλεγξε τις τελευταίες αναφορές και ήξερε ότι οι τελικές φάσεις είχαν μπει σε πορεία σύγκρουσης. Υπήρχε κάποιος που έπρεπε να βγει από το παιχνίδι και για να φέρει αγαλλίαση σε κάποια…
«Η μέρα που περίμενες ήρθε και μαζί της φέρνει τον όλεθρο. Στην κόλαση που διάβηκες δεν είχες παρέα, στην κόλαση που θα διαβώ, η κόλαση θα είναι ανάμνηση. Αντίο



The night's nourishment,
Shall give my sakura's mourning end.
The sorrow's divine,
Shall be mine.

In an astonishment blind,
My inner world collide,
Fabrics of enlightment,
Pillars of commitment,
A pot of greed,
Can give a breed?

The arc of hopes sinkin',
My heart won't glow nor blinkin',
Depth of abyss shall not be even,
Raven poe's given,
Darkness lures me out,
Come forth my sprout,
Harbinger of death,
Grabbed my souls heft.

Blazing hell,
Returning back to my cell,
I foresee a bitter farewell,
But not before wish you well,
Near the end ring THE bell,
Be sounded to whole the dell.

The night's nourishment,
Shall give my sakura's mourning end.
The sorrow's divine,
Shall be mine.

Lie to me as never before,
Face doom and far beyond,
Beware of wolf's cry,
As I shall be by,
Fear his jar,
It can char.

Everything I say,
Shall not you betray,
Brought me pain,
Now feel the rain,
Pattern of obstacles you claim,
Feel my wrath's aim,
Delay no more,
I shall give you norm.

Seized in cross - fire,
Bribe the dire,
To give a pass,
The valley surpass,
Come to me,
Give up the ghost near me.

Everything is water under the bridge, or not?
Hide from yourself,
Is all you can do,
Raised the bet,
I leave you rest,
Cause inside the bosom,
A sakura shall blossom,
But it won't be yours,
Perished by smile,
Burned by eyes,
Rotten by disguise,
The masquerade is over,
I take over,
Prepare,
I won't be fair...

The night's nourishment,
Shall give my sakura's mourning end.
The sorrow's divine,
Shall be mine.

Or else...
Choose the end