Αρχή…
«Θα
έλεγες πως η ζωή σου φέρθηκε δίκαια?»
«Με
ρωτάς σα γυναίκα ή σα μαθήτρια?»
«Σε
ρωτάω όπως θα ρωτούσε ένας μέντορας, το εκκολαπτόμενο φιλοσοφικό νεογνό του.»
«Αν
είναι έτσι θα πρέπει να απαντήσω φιλοσοφικά, με λίγη δόση στοχασμού, σαν ένα
ουίσκι σωστά παλαιωμένο και φυσικά σωστά διατηρημένο.»
«Σε
ακούω.»
«Αν
η δικαιοσύνη είναι τυφλή, τότε εγώ είμαι στο σκοτάδι, αν πάλι όχι τότε θα
πρέπει να είμαι εγώ τυφλή. Οποιαδήποτε και αν είναι η αλήθεια, η ζωή μου είναι
ένας κόκκος της άμμου στην απεραντοσύνη τίνος? Του τίποτα.»
«Μινιμαλισμός
λοιπόν σε βαθμό μηδενισμού. Ενδιαφέρον.»
«Εμβάθυνση
μόνο σε ότι αφορά την επιστήμη? Η φιλοσοφία είναι πέρα από αυτά τα κλισέ.»
«Συμφωνώ,
αλλά θα πρέπει να επανακαθορίσω τον ισχυρισμό μου.»
«Μετά
χαράς!»
«Λοιπόν,
όταν μιλάμε για δικαιοσύνη όλα είναι υποκειμενικά. Δε μπορείς να την ορίσεις
απόλυτα, μπορείς όμως να θέσεις κανόνες που συμφωνούν όλοι ή κάλλιστα να έχουν
όλοι τη ροπή μιας εγγενούς συμφωνίας. Το γεγονός που το κάνει δύσκολο είναι αν μπορεί
να καθοδηγείται ή να γίνεται έρμαιο ανθρώπων που έχουν επιφορτιστεί να εκτελούν
τις βουλές της.»
«Θα
μπορούσα να πω πως μου ακούγεται σα μανιφέστο.»
«Όχι
αγαπημένη μου δε θα γίνω Σωκράτης, απέχουμε πολύ ακόμη από ένα τέτοιο επίπεδο.
Βρισκόμαστε στην αρχή.»
«Αρχή
ή φινάλε της προηγούμενης ζωής μου?»
«Αρχή
και τέλος είναι σημεία μόνο. Διανοητικά παιχνίδια του ανθρώπινου μυαλού για να
μπορέσουν να καθορίσουν τη σημαντική ασημαντότητα τους στο χώρο και στο χρόνο.
Χρόνο… Χμ… Νομίζω πως ο χρόνος μας τώρα αρχίζει. Ήρθε η ώρα δε νομίζεις?»
«Ναι.»
«Όποτε
θέλεις πίεσε τη σκανδάλη.»
Το δίλημμα…
Όταν
ήμουν μικρή παρατηρούσα τα υπόλοιπα παιδάκια στην ηλικία μου που έπαιζαν
χαρούμενα και γελούσαν με τους γονείς τους. Η δική μου ώρα παιχνιδιού
μοιραζόταν ανάμεσα στον καθηγητή των μαθηματικών και τον καθηγητή της φυσικής.
Η παράδοση της οικογένειας έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε κόστος, ήμουν η
τελευταία εν ζωή απόγονος ενός ένδοξου παρελθόντος.
Αηδίες
ή πιο λόγια “πρότερα βιώματα που σου προκαλούν δυσφορία”.
Αυτή
η φράση είναι χαραγμένη στο μυαλό μου, στη καρδιά μου και στη ψυχή μου, αν έχω
εννοείται. Ο πατέρας μου δε μπορούσε ποτέ να εκφραστεί σαν όλους τους
υπόλοιπους ήταν ένας Λόρδος, ένας Δανδής, μία καρικατούρα των πρότερων τσάρων
και των ομόλογων τους Δουκών.
Η
οικογένεια το τάδε, η οικογένεια το δείνα, ο θείος σου ήταν πρόξενος του Κάιζερ
και άτυχος παράλληλα. Πάντα η ατυχία του θείου έμπαινε σα δικαιολογία για την
αποτυχία της οικογένειας να δικτυωθεί με τους πιθανούς νικητές.
Κανείς
δεν ανέφερε το αιματοκύλισμα και την προδοσία..
Κανείς
δεν ανέφερε αυτά που πέρασα μικρή…
Κανείς
δεν ανέφερε ποτέ τον Σεργκέι…
Το
Βερολίνο τότε δεν ήταν τυχερό όπως και ο θείος, αλλά ο πατέρας μου και η μάνα
μου ήταν. Είχαν την εύνοια της τύχης με το μέρος τους. Οι ιστορίες τους
έμοιαζαν σαν παραμύθια, κάποια στοιχεία αληθή και κάποια άλλα φανταστικά
βγαλμένα από τη Δανία, τη γενέτειρα του παραμυθιού.
Θυμάμαι
την έξοδο τους από την Ανατολική Γερμανία:
Αποφασίσαμε με τη μητέρα σου, να
δραπετεύσουμε. Εκείνη την εποχή όλοι φοβόντουσαν να βγουν, να πάνε να αγοράσουν
τρόφιμα. Υπήρχε στρατιωτικός νόμος. Στρατιώτες παντού να εκτελούν χρέη
αστυνομίας και στρατού μαζί.
Το σπίτι μας είχε υποστεί φθορές από
τους βομβαρδισμούς και τις οδομαχίες. Υπήρχαν πυρήνες που μάχονταν και ήθελαν
την ελευθερία, αλλά εμάς δε μας ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Εμείς ήμασταν Ρώσοι,
γεννημένοι στην Μόσχα, στο κέντρο της γης και του σύμπαντος. Ήμασταν απόγονοι
του Τσάρου και των προγόνων του.
Βρεθήκαμε στη Γερμανία γιατί τα πρότερα
βιώματα μας μάς προκαλούσαν δυσφορία. Εδώ βρήκαμε αυτό που μας έλειπε. Σκοπός.
Στόχος. Αγνότητα.
Ο Αδόλφος ήταν ο εκπρόσωπος όχι μόνο των
Γερμανών, αλλά και των δικών μας των καθαρών. Ήταν γεννημένος αρχηγός.
Πιστέψαμε πως θα εκκαθάριζε μια για πάντα τον κόσμο και θα ελευθέρωνε τη μητέρα
Ρωσία, όμως απέτυχε.
Έτσι βρεθήκαμε αιχμάλωτοι αυτών που
θέλαμε να ξεχάσουμε.
Η σάπια γενιά ήταν στα χνάρια μας.
Πλησίαζαν να μάθουν τις αληθινές μας ταυτότητες και αυτό θα ήταν θανάσιμο. Δε
γινόταν να μας πιάσουν χωρίς να έχουμε έναν απόγονο. Η οικογένεια θα χανόταν
για πάντα.
Είχαμε κρατήσει με κόπο έναν σύνδεσμο
στην άλλη πλευρά και ταχυδρομικό περιστέρι ανταλλάσαμε μηνύματα. Είχε οριστεί η
μέρα ως το τρίτο Σάββατο του Δεκεμβρίου. Θα μας κάλυπτε η κακοκαιρία που
προβλεπόταν. Το περιστέρι δεν ήρθε ποτέ όμως με τις λεπτομέρειες του σχεδίου.
Έπρεπε να αυτοσχεδιάσουμε.
Πήγαμε μαζί με τη μητέρα σου στο
πλησιέστερο μας φυλάκιο. Εκεί ενέδρευε η φρουρά της σάπιας γενιάς. Πήραμε από
ένα χάπι ο καθένας που σε έφερνε σε κωματώδη κατάσταση και το επόμενο σύμπτωμα
ήταν να πέσεις σε λήθαργο τόσο βαθύ που έμοιαζες με νεκρό. Πάνω μας
κουβαλούσαμε χαρτιά ρώσικης υπηκοότητας που είχαμε πάρει από ένα ζευγάρι Ρώσων.
Η πρόθεση μας ήταν απλά να πάρουμε υπό την κατοχή μας, αλλά υπήρξαν επιπλοκές.
Το σχέδιο είχε επιτυχία. Μας θεώρησαν
νεκρούς και μιας και ήμασταν Ρώσοι, έπρεπε να μας μεταφέρουν πίσω στην πατρίδα.
Τα χάπια αυτά θα μας κρατούσαν ζωντανούς – νεκρούς για δύο μέρες το πολύ. Αν
παίρναμε μεγαλύτερη δόση θα ήταν άκρα θανατηφόρα.
Μας είχαν στοιβάξει μαζί με άλλα πτώματα
και μας είχαν πετάξει στην καρότσα ενός φορτηγού. Η μητέρα σου και εγώ είχαμε
προβλέψει ότι μπορεί να μας είχαν σκεπασμένους με πανί, για να αποφύγουν τις
αρρώστιες. Η ίδια η αρρώστια να αποφύγει αρρώστιες…
Εν πάση περιπτώσει, είχαμε αφήσει να
μακρύνουν τα νύχια μας και τα λιμάραμε καθημερινά. Όταν ξυπνήσαμε από το
λήθαργο σκίσαμε την πάνινη φυλακή μας και με λίγο κόπο πηδήξαμε από την καρότσα.
Περιπλανηθήκαμε λίγο στο δρόμο και μας βρήκαν κάτι Πολωνοί χωρικοί που μιλούσαν
γερμανικά.
Ήταν πατριώτες και αυτοί. Ήμασταν
τυχεροί. Τα επόμενα δύο χρόνια μείναμε μαζί τους συλλέγοντας πληροφορίες και
ζώντας στην αφάνεια. Εσύ ήρθες στη ζωή μας όταν γυρίσαμε στη Γερμανία. Το
Βερολίνο πια ήταν ελεύθερο και εσύ μικρούλα. Οι φίλοι του θείου σου σε έκαναν
ανθεκτική και όμορφη.
Είσαι μία γνήσια απόγονος μας.
Ένα
κομμάτι του παλιού μου εαυτού αναριγά όταν τα θυμάται όλα αυτά. Η παιδική μου
ηλικία ήταν ένας εφιάλτης, ένας ατέλειωτος και βασανιστικός εφιάλτης. Κάθε μέρα
μελέτη μέχρι το απόγευμα, γιατί τότε με έπαιρνε ο θείος και με άφηνε σε ένα
μέρος που θύμιζε νοσοκομείο, καθώς άντρες με άσπρες ρόμπες κυκλοφορούσαν με
σημειώσεις, διαγράμματα, φιαλίδια και ιατρικό εξοπλισμό.
Όταν
πρωτοπήγα με τρύπησαν πολλές φορές με βελόνες και ο πόνος ήταν τρομακτικός. Δε
μπορούσα να πω όμως ότι φοβόμουν, γιατί τα υπόλοιπα παιδιά που έδειχναν σημάδια
αδυναμίας εξαφανίζονταν, για πάντα.
Αν
ήθελα να ξεφύγω θα έπρεπε να τα υπομείνω όλα και να ελευθερωθώ όταν θα ερχόταν
η ώρα. Βέβαια το γεγονός πως ο θείος μου είχε άλλα σχέδια για μένα, δε γινόταν
να το ξέρω τότε.
Όλα
άρχισαν όταν μου ανακοίνωσαν ότι θα έπαιρνα μέρος σε ένα τοπικό τουρνουά σκάκι.
Οι συμμετοχές ήταν μερικές δεκάδες, αλλά ο ανταγωνισμός μικρός, ενώ ο πατέρας
μου με παρατηρούσε μην τυχόν και δυσκολευτώ παρ’ όλα αυτά. Η πρώτη θέση ήταν
εύκολη υπόθεση, αλλά με αυτό κατοχυρωνόταν η πορεία που μου είχαν προδιαγράψει.
Σειρά είχαν ολοένα μεγαλύτερα τουρνουά, όπου μπορούσα να διαγωνιστώ σε κορυφαίο
επίπεδο.
Οι
ικανότητες μου και η συνεχή μελέτη με έκαναν να νιώθω ασφάλεια για το όνειρο
που διαμορφωνόταν στο μυαλό μου, ο τίτλος του Γκραν Μετρ. Έβλεπα τις εικόνες να
σχηματίζονται και μία ανατριχίλα διαπερνούσε το κορμί μου, ήταν ονειρικό
συναίσθημα. Ήμουν έτοιμη να συνεχίσω παρακάτω, όταν με διέκοψαν απότομα από την
ονειροπόληση μου.
«Ήρθε
η ώρα να εκπαιδευτείς! Έλα τώρα!»
Η
φωνή του θείου μου και η προσταγή πίσω από τις λέξεις δεν άφηνε περιθώρια για
αντιρρήσεις και πείσματα. Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα δε ξανάδα το σπίτι
μου και τους γονείς μου, παρά μόνο μετά το πέρας της εκπαίδευσης.
Όλοι
το αποκαλούσαμε το “μέρος”, γιατί κανείς δεν ήξερε που ήμασταν ή αν υπάρχει σε
κάποιο χάρτη. Για την ακρίβεια ήταν ένα απομονωμένο νησί στη μέση του πουθενά.
Στην πρώτη μας επαφή με τον χώρο είχαμε ναρκωθεί και μεταφερθεί, άγνωστο πως,
σε καταλύματα που έμοιαζαν με στρατώνες. Η ομάδα μου δεν είχε αξιωματικό και
όλοι μας ήμασταν απλά στρατιώτες. Οι αναμνήσεις κάποια βράδια με στοιχειώνουν
ακόμη και τα βασανιστήρια ήταν φρικτά, αλλά είμαι ακόμη ζωντανή για να τα
θυμάμαι όμως.
Η
εκπαίδευση μου συμπεριελάμβανε τρόπους δολοφονίας με οποιοδήποτε μέσο και κάτω
από οποιαδήποτε συνθήκη, αλλά δε γινόταν να σκοτώσω κάποιον εν ψυχρώ, όχι χωρίς
λόγο. Εκεί εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Σεργκέι.
Η
προφορά του πρόδιδε Ρώσο και οι αναλογίες του, απλά μηχανή. Το ύψος του ήταν
δύο μέτρα και δύο εκατοστά, ενώ το σώμα του έμοιαζε να ναι από γρανίτη. Κάθε
εκατοστό του κορμιού του είχε μύες που όταν νευρίαζε θεωρούσα πως ήταν
τεθωρακισμένα έτοιμα να ξεπροβάλουν ανά πάσα στιγμή. Είχε στρατιωτικό κούρεμα
και όσο μαλλί έμενε ήταν ξανθό.
Έγινε
ο εκπαιδευτής μου μετά την αποτυχία μου να σκοτώσω έναν άλλο εκπαιδευόμενο.
Υπέφερα στα χέρια του από την πρώτη μέρα που τον γνώρισα, αλλά είχε πάντα κάτι
το διαφορετικό, ήταν ωραίος. Με είχε αφήσει στον πάτο της θάλασσας για 4 ώρες
γυμνή με μία μπουκάλα αέρα μόνο. Μου έλεγε πως ήταν για το καλό μου και ότι θα
γινόμουν σκληρή.
Τουλάχιστον
είχε δίκιο. Έγινα σκληρή. Μαζί του έμαθα πολλά πράγματα, με έκανε γυναίκα έτσι
όπως μόνο εκείνος ήξερε. Με έκανε σχεδόν τέλεια, γιατί δε μπορούσα να σκοτώσω
κάποιον.
«Αγαπημένη
μου Ζακλίν, κάποια πράγματα δεν τα μαθαίνεις, τα έχεις πάντα μέσα σου και μαζί
σου. Θυμάσαι τον αιδεσιμότατο Χέλμουτ Κοχ?»
«Φυσικά
και τον θυμάμαι…» ανατρίχιασα και μόνο στην ιδέα ότι μπορούσα να τον ξαναδώ. Οι
αναμνήσεις μου είχαν καταχωνιαστεί κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
«Νομίζεις
πως σταμάτησε με σένα?»
«Τι
εννοείς?»
«Όταν
σε πήρε ο θείος σου για να εκπαιδευτείς, ποια θα αναπλήρωνε το κενό σου Μαγκνταλένα?»
«Πως…?»
είχα μείνει άναυδη. Ένας άγνωστος ήξερε για το παρελθόν μου και εγώ τίποτα για
εκείνον.
Τόσα
χρόνια μπορούσα να ανακαλύψω τα πάντα γύρω από τον οποιονδήποτε, να μάθω μέχρι
και την παραμικρή λεπτομέρεια και μπροστά μου βρίσκεται μία οθόνη υπολογιστή με
μαύρο φόντο και μία φωνή να μου μιλάει, γνωρίζοντας πράγματα για μένα.
«Νόμιζα
πως είχες εκπαιδευτεί σωστά, ίσως να έκανα λάθος τελικά.»
«Ίσως…»
«Χμ…
Δεν κάνω ποτέ λάθος αγαπητή μου, αυτό να το θυμάσαι πάντα.»
Το
πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν τι κομπασμός και αλαζονεία κρύβονται από πίσω.
Με τον καιρό κατάλαβα πως είχε δίκιο, αυτός ο άνθρωπος δεν έκανε ποτέ λάθος,
μάλλον εγώ έκανα λάθος, δεν είναι άνθρωπος…
«Θα
σου πω μία ιστορία. Μια φορά και έναν καιρό πριν κάποια χρόνια υπήρξε κάποιος
που συνάντησε μια παρέα ιερέων σαν τον κύριο Κοχ. Το πρώτο πράγμα που έκανε
ήταν να καταφύγει στα ένδικα μέσα. Η υπόθεση κράτησε ακριβώς ένα μήνα, τόσο
πήρε σε κάποιους να σκεπάσουν την όλη ιστορία. Έτσι προσέλαβαν έναν πληρωμένο
δολοφόνο, έναν Ρώσο.»
Το
μυαλό μου υπονοούσε πως αναφερόταν στο μοναδικό άνθρωπο που αγάπησα ποτέ στη
ζωή μου, η καρδιά μου όμως το αρνιόταν πεισματικά.
«Εσύ
πρέπει να τον γνωρίζεις με το τωρινό του όνομα, Σεργκέι.»
Ήθελα
να ουρλιάξω, αλλά η ψυχρή στρατιωτική λογική επενέβη και δεν είπα τίποτα.
Έμεινα σιωπηλή. Είχα προσπαθήσει να βρω κάτι στα αρχεία του υπολογιστή, αλλά
μάταια ήταν απλά ένας δέκτης σήματος. Δεν είχε τίποτα μέσα.
«Του
είχε δοθεί το εξής ερώτημα: Θα μπορούσες να ζήσεις με την ηθική μιας δολοφονίας
κάποιου που του αξίζει ή θα σκότωνες απλά για την ευχαρίστηση? Νομίζω πως
ξέρεις πολύ καλά τι απάντησε…»
«Τι
θέλεις από μένα?»
«Μα
είναι πολύ απλό αγαπητή μου. Τι θα επιλέξεις σε αυτό το μικρό δίλημμα?»
«Τι
θα γίνει αν αρνηθώ?»
«Τίποτα
απολύτως θα αποδείξεις ότι έκανα λάθος.»
Η
ζωή μας κρίνεται από τις επιλογές μας, από την πληθώρα δεδομένων που πρέπει να
αποφασίσεις ποια θα κρατήσεις και ποια θα πετάξεις. Μοιάζουν με ένα σωρό από
άχυρα και εσύ πρέπει με μια ματιά να βρεις τη βελόνα. Ήμουν έτοιμη να μη δεχτώ,
κραύγαζε λογικό εκείνη τη στιγμή, όμως κάτι στην όλη ιστορία δεν ταίριαζε.
Ήξερα
για τι ήταν ικανός ο Σεργκέι, όπως επίσης ότι δεν είχε συναισθήματα, οπότε μου
φαινόταν αλήθεια. Επίσης με πίεζε να σκοτώσω κάποιον από την ομάδα μου για να
αποδείξω ότι είχα ότι χρειαζόταν για να μείνω ζωντανή. Έτσι θεώρησα πως ήταν
κάποια δοκιμασία και δέχτηκα.
Το σκοτάδι δεν έχει όνομα.
Το
νερό αγκαλιάζει κάθε πόντο του κορμιού μου, γεμίζει κάθε πόρο της επιδερμίδας
μου. Καυτό και συνάμα τόσο πρωτόγνωρο, μοιάζει με εξιλέωση. Η θερμότητα τείνει
να με κάψει, να μου αφήσει σημάδια, αλλά αδιαφορώ, νιώθω ζωντανή, αγνή και
έτοιμη.
Έτοιμη…
Η
λέξη μου προκάλεσε μνήμες, οδυνηρά κοντινές, όχι φυσικού πόνου, αλλά ψυχικού,
σαν επιθανάτιος ρόγχος της παλιάς μου ζωής, εκείνη που ήμουν πια δεν υπάρχει, ένα
όνομα ήταν απλά, ένα κουκούλι που μέσα του εκκολάφτηκε μια πεταλούδα έτοιμη να
πετάξει.
Έτοιμη…
«Είσαι
έτοιμη?» η προστακτική φωνή του Σεργκέι.
«Ναι.»
«Θα
μπεις από την κεντρική είσοδο. Το όνομα σου είναι Σάρα. Κατοικείς στο Λονδίνο
τα τελευταία δύο χρόνια και είσαι συνοδός τους τελευταίους έξι μήνες. Έχει
σταλεί συστατική επιστολή, οπότε δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα. Αν σε
ρωτήσει κανείς τίποτα, να απαντάς μονολεκτικά. Είσαι μία απλή συνοδός
κατάλαβες?»
«Ναι.»
Ήταν
η πρώτη μου αποστολή και όλα κρίνονταν από αυτή. Αν αποτύγχανα δε θα ξαναέβλεπα
το φως της μέρας. Βέβαια στο μυαλό μου υπήρχε και η μυστική αποστολή, ή
τουλάχιστον έτσι νόμιζα για την ώρα.
Με
τις σκέψεις να με πλημμυρίζουν βγήκα από τη σουίτα του Άλεξ Μακ Άλιστερ, ενός
ανερχόμενου μεγιστάνα της Νότιας Σκοτίας που επιθυμούσε μία επαγγελματία
συνοδό. Η βιτρίνα είχε στηθεί πολύ καιρό πριν πάρω εγώ μέρος στην επιχείρηση
και αν δεν κατάφερνα να τη φέρω σε πέρας, κάποια άλλη δολοφόνος θα με
αντικαθιστούσε σκοτώνοντας το στόχο και μένα μαζί.
Η
ψυχρή λογική με χτύπησε την ώρα που βγήκα από την πόρτα χωρίς επιστροφή, ή όλα
ή τίποτα. Το ένστικτο είναι αυτό που αναλαμβάνει όταν το μυαλό αδυνατεί να
πάρει τις σωστές αποφάσεις και το κορμί ακολουθεί. Έκλεισα τα μάτια και βγήκα
από το πολυτελές αμάξι που μου παρείχαν για να κάνω το λιγότερο εντύπωση.
Ήρθε
ο βαλές να πάρει το αμάξι μου και τον είδα που του κόπηκε η ανάσα, έβλεπα το
λάγνο βλέμμα του να με γδύνει και ήθελα τόσο πολύ να του κόψω το λαιμό, όμως
αδιαφόρησα και προσποιήθηκα πως δεν τον είδα ποτέ. Προχώρησα στην γυάλινη
είσοδο και ο πορτιέρης προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Το στενό σακάκι του και η
δυσχέρεια στις κινήσεις του φανέρωνε κάποιον που ήταν εκπαιδευμένος να ανοίγει
τις πόρτες αυτές χρησιμοποιώντας κάθε μέσο και όχι απλά τα χέρια του. Κράτησα
νοερή σημείωση.
Στο
χολ βρίσκονταν άλλοι δύο πορτιέρηδες με ηλιοκαμένο πρόσωπο και σε απόλυτη στάση
προσοχής. Οι τύποι του ξενοδοχείου κάτι ετοιμάζουν σίγουρα, η εναλλακτική μου
έξοδος θα είναι αναγκαστικά μέσω αυτών, μία κάπως δυσάρεστη προοπτική, για
εκείνους. Στην αίθουσα αναμονής βρίσκονταν πέντε άτομα που ήταν παντελώς
αδιάφορα, δύο της ομάδας των πορτιέρηδων, ένας δυνητικά επικίνδυνος τύπος που
πολύ βολικά έχει γυρισμένη πλάτη και κάθεται ολομόναχος να διαβάζει εφημερίδα
και ένας υπερήλικας σε καροτσάκι που τον μεταφέρει μία επαγγελματίας συνοδός
σίγουρα.
Όταν
έφτασα στην υποδοχή βρισκόταν ένας ασιάτης που χαμογελούσε πίσω από τα μικρά
γυαλιά του, κάνοντας τον να μοιάζει με ύαινα. Ήταν ντροπή για μία φυλή με τόσο
μεγάλη ιστορία, αλλά όπως πάντα υπάρχει ένα σφάλμα σε κάθε τέλειο πρόγραμμα.
Μου είπε ότι με περιμένουν και ανήγγειλε την άφιξη μου. Ένας βαλές με οδήγησε
στον ιδιαίτερο ανελκυστήρα με ένα μπράβο μέσα και ένα από έξω. Εδώ δεν
κρατούσαν τα προσχήματα.
Μέχρι
να ανέβουμε ο μπράβος δε με κοιτούσε, είχε όμως τον νου του για την παραμικρή
κίνηση μου. Η άνοδος κράτησε μερικά δευτερόλεπτα αν αναλογιστεί κανείς ότι
οδεύαμε στη σουίτα του τελευταίου ορόφου. Όταν η πόρτα άνοιξε αντίκρισα άλλους
δύο μπράβους έγχρωμους αυτήν τη φορά να περιμένουν ακριβώς έξω από την πόρτα με
το χέρι σε όπλο κάτω από το σακάκι τους.
Με
οδήγησαν στη μοναδική πόρτα του ορόφου όπου βρίσκονταν άλλοι δύο τύποι με
σακάκια και μεγαλύτερα όπλα, αυτόματα τροποποιημένα για μάχη σε πόλη.
«Για
ποιο λόγο έχουν προετοιμαστεί? Για πόλεμο? Μία απλή συνοδό περιμένουν… Εκτός
και αν παίζεται κάτι μεγαλύτερο…» σκεφτόμουν λίγο πριν περάσω την πόρτα.
Υπήρχε
ένα μικρός χώρος που έπρεπε να διασχίσεις προτού εισχωρήσεις στο αχανές
εσωτερικό. Ένα πολυτελέστατο χολ με κρυστάλλινο πολυέλαιο, χρυσά αμπαζούρ,
χρυσό τραπέζι με χρυσές καρέκλες και πίνακες από Πικάσο μέχρι Ρέμπραντ.
«Ατυχής
επιλογή συνδυασμού πινάκων…» μουρμούρισα.
«Δε
μπορώ παρά να συμφωνήσω αγαπητή μου.»
Ήταν
η ίδια φωνή, αλλά δε μπορούσα να προσδιορίσω από που ερχόταν.
Προχώρησα
στο εσωτερικό δωμάτιο ανοίγοντας μία δίφυλλη πόρτα φτιαγμένη από χρυσό.
Επιχείρησα να κάνω την άφιξη μου αισθητή και τότε αντίκρισα το πτώμα.
Φορούσε
ένα μπουρνούζι που σίγουρα άξιζε όσο όλα τα ρούχα μου μαζί και ήταν λερωμένο με
αίμα. Πλησίασα και τότε είδα ότι από το αριστερό του αυτί προεξείχε μία λάμα
από σίδερο τουλάχιστον δέκα εκατοστών με σπασμένη λαβή. Αμέσως πληκτρολόγησα το
νούμερο ασφαλείας, αλλά ο αριθμός δεν απαντούσε.
Κάτι
δεν πήγαινε καλά.
Επέστρεψα
στο κυρίως δωμάτιο και τότε ακούστηκε η φωνή πάλι:
«Νομίζω
συμπέρανες πως είναι μία καλοστημένη παγίδα για να σε βγάλουν από τη μέση.»
Ήθελα
να βγάλω το όπλο μου και να πυροβολήσω τον άνθρωπο πίσω από τη φωνή, αλλά δεν
το είχα πάνω μου και κυρίως δεν ήξερα που είναι αυτός που μιλούσε.
«Έχεις
ακριβώς τριάντα δευτερόλεπτα μέχρι να αποφασίσεις.»
«Σε
τι?»
«Στο
μικρό δίλημμα που σου έθεσα.»
«Θες
να σκοτώσω τον Σεργκέι.»
Οι
σφυγμοί μου είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν επικίνδυνα, δε μου άρεσε αυτό το
παιχνίδι.
«Αυτό
σκέφτηκες εσύ, δε συμφώνησα. Τελευταία φορά. Θα μπορούσες να ζήσεις με την
ηθική μιας δολοφονίας κάποιου που του αξίζει ή θα σκότωνες απλά για την
ευχαρίστηση?»
«Εξαρτάται.»
«Συνέχισε.»
«Εξαρτάται
από το αν απειλείται η ζωή μου, αν με έχουν διατάξει να σκοτώσω και κυρίως αν
είναι ένοχος.»
«Έξοχα.
Τώρα το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις ζωντανή. Έρχονται.»
Δε
χρειάστηκε να καταλάβω τι εννοούσε, φαινόταν ότι ήταν παγίδα και εγώ είχα
εντολές να πέσω μέσα της. Ο αόρατος ομιλητής φαινόταν για σύμμαχος, αλλά δε
μπορούσα να ξέρω. Η επόμενη κίνηση μου ήταν κρίσιμη για την ζωή μου και κυρίως
για την εκδίκηση μου.
Έτρεξα
μέσα στο δωμάτιο και πήγα στην κουζίνα και οπλίστηκα με ένα μαχαίρι για το
δείπνο που θα λάμβανε χώρα.
«Καλύτερο
από το τίποτα.» σκέφτηκα.
Άκουσα
την πόρτα να ανοίγει και βαριά βιαστικά βήματα να εισέρχονται. Οι μπράβοι που
ήταν απέξω σίγουρα και προφανώς είχαν ως στόχο εμένα. Έχω κρυφτεί πίσω από τον
πάγκο και περιμένω τον πρώτο να εμφανιστεί και τότε όλα σκοτεινιάζουν…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου