Η δομή των ιστοριών περιστρέφεται γύρω από την Ζακ, μία εκπαιδευμένη δολοφόνο, με ένα βίαιο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Ο Μέντορας είναι αυτός που βρίσκεται στο παρασκήνιο και κινεί τα νήματα, καθοδηγώντας παράλληλα την ηρωίδα σε αποστολές, δολοφονίες και όχι μόνο.
Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι κανείς δε γνωρίζει ποιος είναι ο Μέντορας και η Ζακ εμπιστεύεται κάποιον που δεν έχει δει ποτέ σε ολοένα και πιο επικίνδυνες αποστολές, με απρόσμενα αποτελέσματα.

Η ζωή είναι μία σειρά από επιλογές, η εκδίκηση είναι μία από αυτές...

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Ζακ 7 - Ο Ιανός

Μαύρα σύννεφα…

Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από κόσμο που γιορτάζει και περιδιαβαίνει κρατώντας κάτι γιορτινό και όλοι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, εκτός από κάποιον που περνάει με την απέχθεια του να γίνεται εμφανή. Όταν συνάντησε κάποιον τυχαίο περαστικό που έπεσε κατά λάθος πάνω του σταμάτησε και τον αγριοκοίταξε. Ο άλλος χωρίς να καταλαβαίνει ότι έχει προκαλέσει το μένος χοροπηδάει και σφυρίζει, όπως έβγαλε έναν σφυριχτό ήχο μία σφαίρα που καρφώθηκε στο στήθος του και τον έστειλε μισό μέτρο πιο πίσω.
Ο ήχος πυροδότησε σταδιακά μία σιωπή όπου όσοι ήταν πιο κοντά στο επεισόδιο προσπάθησαν να χωνέψουν το θέαμα και μετά κάποιες γυναίκες άρχισαν να ουρλιάζουν και οι περισσότεροι να απομακρύνονται μάταια. Ένας καταιγισμός σφαιρών έπεσε σα βροχή γύρω τους σκορπώντας το θάνατο.
Το πανδαιμόνιο επικράτησε για αρκετά λεπτά με αρκετούς οπλοφόρους να εμφανίζονται από διαφορετικά σημεία πυροβολώντας στα τυφλά. Αν κάποιος μπορούσε να δει τις θέσεις τους από ψηλά θα μπορούσε να δει ότι σχημάτιζαν ένα σχέδιο στην επιφάνεια της γης, τον αριθμό ένα.
Σειρήνες ακούγονταν τώρα στον ορίζοντα και αστυνομικοί σημάδευαν τους οπλοφόρους φωνάζοντας και δίνοντας εντολή να πέσουν κάτω στο έδαφος. Κανείς από αυτούς όμως δεν κουνήθηκε, απλά κατέβασαν τα όπλα και περίμεναν την επόμενη φάση του σχεδίου. Ο αρχηγός των αστυνομικών ζητούσε βοήθεια στον ασύρματο με την υποστήριξη ειδικών δυνάμεων, οι οποίες μόλις κατέφθαναν με τα ειδικά οχήματα μεταφοράς.
Η αντεπίθεση είχε οργανωθεί περικυκλώνοντας τους υπόπτους και ελεύθεροι σκοπευτές είχαν ακροβολιστεί στο χώρο περιμένοντας οδηγίες. Η πρώτη έκρηξη σημειώθηκε δέκα λεπτά μετά τις φωνές του αρχηγού ανατινάζοντας δύο περιπολικά και θερίζοντας με τα θραύσματα αυτούς που βρίσκονταν κοντά τους. Η δεύτερη έκρηξη σκότωσε ακαριαία μία διμοιρία των ειδικών δυνάμεων, προκαλώντας το χάος ανάμεσα στις ετερόκλητες ομάδες διατήρησης της τάξης.
Από κάποιο σημείο ψηλά ένας ελεύθερος σκοπευτής της αστυνομίας άρχισε να ρίχνει στους υπόπτους και πολύ σύντομα ξεκίνησαν και άλλοι τρεις συνάδελφοι του. Η διάταξη των υπόπτων ήταν μία ευθεία με τον καθένα να είναι στραμμένος προς μία πλευρά και ο αμέσως επόμενος από την αντίθετη και να πηγαίνουν εναλλάξ, ενώ στα άκρα της γραμμής αυτής υπήρχε μία σειρά κάθετη με την ίδια διάταξη και από την άλλη μία διαγώνια γραμμή.
Πέντε από τους υπόπτους είχαν πέσει νεκροί, προτού ανατιναχθούν οι δύο από τους τέσσερις σκοπευτές, με τους υπόλοιπους να προσπαθούν να εντοπίσουν από βάλλονταν τα βλήματα. Προτού προλάβει κανείς από τους υπόλοιπους δύο να αντιδράσει, το τελευταίο πράγμα που είδαν μέσα από τη διόπτρα ήταν ένας πύραυλος που προοριζόταν για εκείνους.
Δύο πανομοιότυπες στρατιωτικές βαλίτσες επενδυμένες με κέβλαρ απέξω και αφρώδες πλαστικό μέσα υποδέχτηκαν από ένα αντιαρματικό RPG ρώσικης κατασκευής και εξαφανίστηκαν από τις ταράτσες των κτιρίων.
Οι ύποπτοι που είχαν ανοίξει πυρ κατά παντός άγνωστου γύρω τους είχαν εξαφανιστεί μέσα στο χάος και στους καπνούς. Οι μάσκες που φορούσαν βρίσκονταν ήδη σε σκουπιδοτενεκέδες και τα όπλα τους είχαν πεταχτεί μέσα σε πορτμπαγκάζ αυτοκινήτων που έφευγαν με ταχύτητα από εκεί. Πτώματα κείτονταν νεκρά με τα σώματα τους να σχηματίζουν αφύσικες γωνίες και οι τραυματίες να φωνάζουν για βοηθεία.
Οι καπνοί ανέβαιναν στην ατμόσφαιρα δυσοίωνα σχηματίζοντας μαύρα σύννεφα…



Δαίμονες…

«Τι αποφάσισες λοιπόν?»
«Θα δουλέψω για σένα υπό έναν όρο-»
«Δεν υπάρχουν όροι. Θα δουλεύεις για μένα και ποτέ δε θα με συναντήσεις.»
«Εντάξει. Το αποδέχομαι.»
«Τέλεια! Επειδή όμως θα ήταν άδικο να μην σου απαντήσω στις ερωτήσεις σου, έχεις το δικαίωμα να με ρωτάς μονάχα μία φορά ότι θέλεις κάθε φορά που θα φέρνεις σε πέρας μία αποστολή.»
«Σύμφωνοι!»
«Βέβαια, οι αποστολές που θα σου δίνω θα ξεκινήσουν όταν κλείσεις τους δαίμονες που σε βασανίζουν μία για πάντα εκεί που ανήκουν, στη λήθη.»
«Πως…»
«Έχω ένα ευρύτατο δίκτυο πληροφοριών και πρακτόρων, όπου εσύ αγαπητή μου επέλεξες να γίνεις μέλος του.»

Ο πρώτος δαίμονας της άκουγε στο όνομα Χέλμουτ Κοχ, ένας φιλειρηνικός ιερέας σε μία ξεχασμένη επαρχία της βόρειας Γερμανίας. Οι κάτοικοι ζούσαν από το ψάρεμα κυρίως και θεωρούσαν τους εαυτούς τους ευτυχισμένους, καθώς δεν είχαν τόσες πολλές επαφές με τις πολύβουες πόλεις. Δέκα χρόνια πριν είχε καταφθάσει νέος ιερέας στην εκκλησία τους από τα ανατολικό Βερολίνο, αλλά δεν τους ένοιαζε γιατί ο προηγούμενος ιερέας είχε πεθάνει αφήνοντας μεγάλο κενό στην κοινότητα.
Αυτό που δε γνώριζαν ήταν πως είχε απομακρυνθεί με εντολή του Βατικανού για ατοπήματα που είχαν αρχίσει να γίνονται καταγγελίες, επικίνδυνες καταγγελίες που θα μπορούσαν καταστρέψουν την επιρροή της καθολικής εκκλησίας. Έτσι απομακρύνθηκε άμεσα, αφήνοντας πίσω του κατεστραμμένες ψυχές, μία εξ αυτών να βρίσκεται στον ίδιο στρατώνα εκπαίδευσης με τη Ζακ. Αμέτρητα βράδια ξυπνούσε από εφιάλτες και έτρεμε μέσα στη νύχτα, ένας τρόμος που δε μπορούσε να φύγει από πάνω της.
Η εκπαίδευση την σκληραγωγούσε, όμως μυστικά της έδινε τη δύναμη να ξεφύγει από τη ζωή που δεν είχε θελήσει ποτέ να έρθει. Η μοναδική της φίλη που στεκόταν μαζί της όλα αυτά τα βράδια ήξερε ότι κάποια στιγμή θα την άφηνε, έτσι είναι η ζωή και προτού βρεθεί ευάλωτη ξανά και ζωές άλλων εξαρτώνται από εκείνη, αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της.
Το αίμα της φίλης της κυλούσε στα χέρια της Ζακ με το μυαλό της να μην έχει συνειδητοποιήσει ότι έχασε άλλο ένα πρόσωπο που είχε δεθεί μαζί της και την έλεγαν Μαγκνταλένα. Ορκίστηκε εκδίκηση και επώδυνα μαρτύρια.
Η στιγμή είχε έρθει και το ταξίδι στη Γερμανία την γέμιζε με αναμνήσεις και αδημονία για την επικείμενη εκδίκηση. Ο ήλιος μόλις που είχε φανεί και η Ζακ βρισκόταν ήδη μπροστά από την πόρτα της καθολικής εκκλησίας περιμένοντας. Ο ιερέας δεν άργησε να φανεί.
«Ο αιδεσιμότατος Κοχ?»
«Μάλιστα δεσποινίς μου. Με ποια έχω την τιμή να ομιλώ που με γνωρίζει?»
«Ήμουν φίλη κάποιας από το προηγούμενο ποίμνιο σας.»
Τα μάτια του τρεμόπαιξαν στιγμιαία, μία νότα ανησυχίας.
«Πως θα μπορούσα να σας βοηθήσω?»
«Θα μπορούσατε να μου πείτε αν η ασέλγεια σε ανήλικους είναι αμαρτία?»
Η ανάσα του κόπηκε, ένας φόβος φάνηκε στο πρόσωπο του και μετά μία ψυχρότητα.
«Βεβαίως και είναι αμαρτία, αλλά αυτό θέλατε να μάθετε τόσο πρωί?»
«Όχι ήθελα να μάθω αν θυμάστε αυτήν την κοπέλα.»
Έβγαλε από την τσέπη της μία παλιά φωτογραφία με μία μικρή κοπέλα. Στα μάτια του φάνηκε η αναγνώριση και ετοιμάστηκε να πει πως δεν τη γνώριζε, όταν μία υπολογισμένη γροθιά τον άφησε αναίσθητο. Στη συνέχεια τον μετέφερε σε μία απομονωμένη αποθήκη και τον βασάνισε μέχρι θανάτου, ακρωτηριάζοντας τον, θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα.
Το άψυχο σώμα το πέταξε στη λίμνη που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα μακριά από την εκκλησία, δεν ήθελε να το βρουν παιδιά, αρκετό κακό είχε προσφέρει. Μερικές ώρες μετά το βρήκαν άγρια ζώα και άρχισαν να τρώνε, με τη βροχή να τα διακόπτει και να παρασέρνει τον εκλιπόντα Χέλμουτ Κοχ στη λίμνη.

Η επόμενη στάση βρισκόταν στην Αγγλία και έτσι κατέβηκε από το τρένο στα προάστια του Λονδίνου, νοτιοδυτικά προς το Πόρτσμουθ. Η υπόλοιπη διαδρομή έγινε με αμάξι, καθώς προτιμούσε να αυτού του είδους τη μετακίνηση, για να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε επισκεφθεί αυτήν τη χώρα.
Μερικά χρόνια πριν είχε έρθει με τους γονείς της για αγώνες σκάκι και κάπου εκεί χάθηκε στους δρόμους του Λονδίνου, με τις βιομηχανικές περιοχές να μοιάζουν όλες ίδιες. Τότε βρέθηκε σε ένα σοκάκι και είδε με τα μάτια της κάποιον που φορούσε άσπρη ρόμπα και έμοιαζε με γιατρό να σέρνει μαζί με μία γυναίκα ένα σώμα κάποιας νεαρής κοπέλας. Τα χέρια της έπεφταν άτονα στα πλευρά της και ήταν χλωμή. Αυτή η σκηνή θα τη σημάδευε στην πορεία της ζωής της, απορώντας γιατί κάποιος να πρέπει να κάνει κακό σε κάποιον άλλο.
Τώρα ήταν η σειρά της να ξαναπροκαλέσει κακό και αυτή τη φορά ήξερε πολύ καλά το λόγο. Έχοντας παραβιάσει την κλειδαριά βρέθηκε στο σαλόνι και από εκεί βρήκε εύκολα το υπόγειο όπου βρίσκονταν οι ένοικοι του σπιτιού, να έχουν μία νεαρή κοπέλα και να ετοιμάζονται να τη βασανίσουν. Με δύο χτυπήματα στη βάση του κρανίου έπεσαν αναίσθητοι. Η κοπέλα μεταφέρθηκε έξω από το σπίτι όπου θα συνερχόταν σύντομα και το ζεύγος Ράδερφορντ με τον ιατροδικαστή – Λόρδο να κρέμεται με μία θηλιά περασμένο στο λαιμό. Η γυναίκα του ακολούθησε σύντομα και οι φωνές και των δύο ακούγονταν για λίγο πριν σιωπήσουν για πάντα.

Ο τελικός προορισμός της βρισκόταν στο Παρίσι όπου συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο που καταδίκασε τη μητέρα της σε πέντε χρόνια φυλακή από όπου δεν κατάφερε να βγει ζωντανή. Ο θάνατος της προκάλεσε και το θάνατο του πατέρα της, αφού πρώτα είχε χάσει την κόρη του, στη συνέχεια έχανε και τη γυναίκα που αγαπούσε. Ο δικαστής Ζαν Μπαπτίστ Μονρό δε θα συγχωρούνταν τόσο εύκολα.
Έκατσε στο τραπέζι του και του χαμογέλασε με ένα ειλικρινές χαμόγελο.
«Καλή σας μέρα κύριε δικαστά, χαίρομαι που σας γνωρίζω επιτέλους.»
«Ω! Καλή σας μέρα ωραία μου δεσποινίς! Χαρά μου!»
«Μεγαλύτερη χαρά έχω που θα δω το πρόσωπο σας για τελευταία φορά! Αντίο.»
Έφυγε προτού δώσει τη δυνατότητα στο συνομιλητή της να ρωτήσει κάτι παραπάνω ή έστω να τη σταματήσει. Παραξενεμένος ο δικαστής συνέχισε να πίνει τον καφέ του, όταν μία δυσφορία τον περιέβαλε. Ένας δυνατός πόνος που ξεχυνόταν σε όλο του το κορμί και που δε μπορούσε να αντέξει. Οι επόμενες μέρες ήταν βασανιστικές και φοβερά επώδυνες, αφού οι γιατροί είχαν διαγνώσει πως είχε δηλητηριαστεί, όμως καμία θεραπεία δεν ανταποκρινόταν. Ο θάνατος του ήταν αργός και βασανιστικός.



Η νέα τάξη…

Σε ένα πρώην καταφύγιο για προστασία από πυρηνική καταστροφή συνεδριάζουν μέλη της Νέας Τάξης. Η συγκέντρωση ήταν μυστική και για αυτό το λόγο όσα μέλη εμφανίστηκαν ήταν του κλειστού πυρήνα της οργάνωσης, περιμένοντας την άφιξη του ηγέτη, όπως τον αποκαλούσαν, αλλιώς Γιάννος στα σερβικά.
Ο χώρος είχε διαμορφωθεί έτσι ώστε να μοιάζει με αμφιθέατρο και μία σκηνή όπου ανέβαιναν υψηλόβαθμα στελέχη και ρητορούσαν. Τη στιγμή που μία φιγούρα κινούνταν όλο και πιο κοντά στο βήμα, βρισκόταν ήδη στη σκηνή ο υπαρχηγός του ακροδεξιού κόμματος της Σερβίας και ανέλυε τα πιστεύω του.
«Το παραλήρημα συνεχίζεται βλέπω.» σκεφτόταν όσο πλησίαζε.
«…Η νέα τάξη είναι εδώ! Είμαστε η γενιά που θα φέρει τις άρχουσες τάξεις στο προσκήνιο, εμάς που μας υποτίμησαν, μας ταπείνωσαν…»
Φωνές και υψωμένες γροθιές συνόδευαν κάθε φράση του.
Οργισμένα πρόσωπα που ήθελαν να δείξουν το μίσος τους και τη δύναμη τους στον κόσμο.
«…Δε φοβόμαστε κανέναν! Είμαστε οι ηγέτες και κάθε άλλος υποδεέστερος οφείλει να γονατίζει μπροστά μας! Θα δούμε το αίμα τους να ρέει όπως παλιά και ο τρόμος θα τους παραλύει, όταν θα βλέπουν το στρατό μας να περνά!...»
Οι φωνές είχαν φτάσει στο αποκορύφωμα τους και ο όχλος διψούσε για αίμα, για αίμα όλων των εθνικοτήτων που αποτελούσαν τα βαλκάνια.
Κάποιοι άλλαξαν τα συνθήματα και φώναζαν τον ηγέτη που ένωσε όλους τους εθνικιστές σε ένα ενιαίο σκοπό, φώναζαν το όνομα εκείνου που τόλμησε να τα βάλει με την φιγούρα που πλησίαζε.
«…Ο ήλιος ανατέλλει για όλους εμάς και η εκδίκηση θα είναι άμεση! Έχει έρθει η ώρα να-»
Ο συνειρμός σταμάτησε όταν αντίκρισε κάποιον να ανεβαίνει με την κουκούλα χαμηλωμένη μπροστά του και νόμιζε ότι ήταν ο Γιάννος. Επιχείρησε να του κάνει θερμή υποδοχή, αλλά το υψωμένο χέρι τον σταμάτησε. Πλησίασε στο μικρόφωνο και κατέβασε την κουκούλα, κανείς δεν τον αναγνώρισε και κανείς δε θα επιζούσε για να πει ότι τον είδαν.
«Κάποτε είχα το όραμα να πάρω εκδίκηση από τους υπεύθυνους που προκάλεσαν κακό σε μένα και σε όσους σχετίζονταν με μένα. Στο πλαίσιο αυτό ένιωθα πως όλοι θα έπρεπε να πεθάνουν και να χαθούν από τον κόσμο και να ζήσει ο κόσμος μέρες αθωότητας ξανά. Όταν όμως γνώρισα ανθρώπους που άξιζαν να δώσω και την  ζωή μου, αναθεώρησα και τότε επέλεξα πως θα αναλάβω να καθαρίσω τον κόσμο από τους ομοίους μου. Ομοίους που μοιράζονται τη σκοτεινή πλευρά, όλους εμάς που δεν ταιριάζουμε σε κοινωνικά πρότυπα, όλους εμάς που κουβαλάμε την άβυσσο μέσα μας. Δε με νοιάζει αν κάνω καλό, αυτό που με νοιάζει είναι ότι ικανοποιώ εμένα και στο τέλος θα είμαι ο μόνος που θα μείνει. Ήρθε η ώρα όμως να αποχωρήσω, ελπίζω να απολαύσατε το τελευταία σας παραλήρημα. Θα τα πούμε στην κόλαση. Αντίο.»
Τοξικά αέρια εκλύονταν στο χώρο, άοσμα και άχρωμα, όση ώρα μιλούσε στη σκηνή και μόλις τελείωσε έβαλε τη μάσκα αερίων στο κεφάλι του και περίμενε μέχρι να πέσει και ο τελευταίος. Ένας ένας όλοι οι παρευρισκόμενοι βρίσκονταν στο έδαφος νικημένοι από σπασμούς και αφόρητους πόνους.
«Η εκδίκηση είναι για αυτούς που την αντέχουν.»



Η άφιξη…

Το στρατιωτικό τζιπ σταμάτησε λίγο πριν την είσοδο, ακολουθούμενο από άλλα τρία πίσω του. Η συνοδεία ήταν απαραίτητη για τον Γιάννο ή διεθνώς Ιανό, καθώς ανά πάσα στιγμή κάποιος μπορεί να εκμεταλλευόταν την ευκαιρία. Οι στρατιώτες του αποβιβάστηκαν και έστησαν περίμετρο ασφαλείας, όλα φαίνονταν ήσυχα και ασφαλή.
Γρήγορα όμως ήρθε η αναφορά πως έλειπαν οι φρουροί της εγκατάστασης από τη θέση τους.
«Πηγαίντε αμέσως να ελέγξετε τι γίνεται!» ήρθε η άγρια διαταγή από το κατεβασμένο παράθυρο.
Ένα άσχημο προαίσθημα τον κατέλαβε και δε μπορούσε να το διώξει. Ήξερε ότι ήταν τολμηρή κίνηση να σκοτώσει αυτήν τη γυναίκα για αντίποινα που ανέβαλε το σχέδιο του, όμως έπρεπε να γίνει. Οι πληροφορίες του έλεγαν πως στο κάστρο εκείνο στη Σκοτία βρισκόταν μία εταιρεία βιτρίνα και μετά από πολύ κόπο κατόρθωσε να την εντοπίσει. Η απόπειρα δολοφονίας όμως απέτυχε και δεν ήξερε πως, όλα είχαν γίνει με άκρα μυστικότητα και παρ’ όλα αυτά η γυναίκα ανέπνεε ακόμη.
Τώρα ενώ θα εμφανιζόταν μπροστά στους τοπικούς εθνικιστές οι φρουροί έλειπαν μυστηριωδώς, κάτι είχε πάει στραβά.
«Αρχηγέ έχουμε πρόβλημα.»
«Ακούω.»
«Όλοι είναι νεκροί.»
Το σοκ ήταν τέτοιο που δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να σκοτώσει τον στρατιώτη μπροστά του. Ήθελε να πάει να δει με τα μάτια του, όμως ήξερε ότι θα ήταν επικίνδυνο.
Χαμένος όπως ήταν στις σκέψεις του είδε τους στρατιώτες του να κρατάνε όπλα τους και να σημαδεύουν την είσοδο του καταφυγίου. Ο τελευταίος στρατιώτης είχε βγει με ένα σημείωμα καρφωμένο στο στήθος του παραπατώντας. Κάποιος του είχε καρφώσει ένα σπασμένο λοστό στο στήθος.
«Βρείτε αμέσως ποιος το έκανε!» ούρλιαζε υστερικά ο Ιανός.
Ένας στρατιώτης έτρεξε αμέσως στο πλευρό του για να διαπιστώσει πως άφηνε την τελευταία του πνοή. Έβγαλε το σημείωμα και το μετέφερε στον Ιανό. Το σημείωμα έγραφε: “Ο μεγαλύτερος εχθρός σου είναι ο καλύτερος σου φίλος, εγώ όμως είμαι ο μεγαλύτερος σου εφιάλτης”.
Μία στιγμή έλλειψης αυτοκυριαρχίας επικράτησε και τσαλάκωσε το χαρτί με μανία, όμως δευτερόλεπτα μετά ένα αυτάρεσκο χαμόγελο έκανε την εμφάνιση του και η αυτοκυριαρχία του επέστρεψε.
«Μαζέψτε τα! Φεύγουμε αμέσως!» φώναξε στους στρατιώτες του «Κάψτε το μέρος και μην αφήσετε ίχνη.»
Η σημερινή μέρα ήταν για εκείνον μία πρόβα για την επερχόμενη αλλαγή στα Βαλκάνια, τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, όπως έλεγαν οι ντόπιοι.
«Ηλίθιοι. Δε μπορείς να στηρίζεσαι σε άλλους να κάνουν τη δουλειά σου. Ηλίθιοι.» μουρμούριζε.
Το στρατιωτικού τύπου τζιπ ξεκίνησε και στο φόντο φαινόντουσαν μαύροι καπνοί, κάνοντας τον υπαίτιο μίας ακόμη καταστροφής να χαίρεται και να προετοιμάζεται για την επόμενη.
«Είναι όλα έτοιμα?» ρώτησε τον οδηγό.
«Μάλιστα αρχηγέ.»
«Όπως ήταν και η συγκέντρωση?» ο τόνος του σαρκαστικός.
Καμία απάντηση δεν υπήρχε και καμία δε δόθηκε.
Η διαδρομή μέχρι το κοντινό ιδιωτικό αεροδρόμιο ήταν σιωπηρή και όλοι οι επιβαίνοντες σε επιφυλακή, κανείς δεν ήθελε να έχει την τύχη των υποστηρικτών σε εκείνη τη συγκέντρωση.



Απουσίες…

Η Ζακ είχε μόλις επιστρέψει στο κάστρο στην Σκοτία και παρατηρούσε τους υπαλλήλους – βιτρίνα να ασχολούνται με τις καθημερινές τους εργασίες. Έφτασε στο προσωπικό της χώρο και παρατήρησε πως η σύγκρουση, τα πτώματα και οποιαδήποτε ένδειξη πως είχε δοθεί μάχη είχαν εξαφανιστεί.
«Κάποιος καθάρισε.» συλλογιζόταν.
Έψαξε να βρει το τηλέφωνο και το βρήκε σε άλλη θέση από ότι συνήθιζε, αυτό σήμαινε πως κάποιος είχε αλλάξει τις γραμμές για μεγαλύτερη ασφάλεια. Κάλεσε το τον αριθμό του Μέντορα και περίμενε.
Η κλήση δεν συνδέθηκε ποτέ.
Απορημένη πάτησε το κουμπί για επανάκληση και περίμενε μάταια, καθώς κανείς δεν απάντησε ξανά. Το γεγονός αυτό της προξένησε ερωτηματικά και ανησυχία, γιατί ποτέ πριν δεν είχε ξανασυμβεί. Βημάτισε νευρικά στο δωμάτιο και κάλεσε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης.
«Κωδικός?» ακούστηκε μία ψυχρή γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη του ακουστικού.
«02 – 03  – Tango – 07 – 14»
«Επιβεβαίωση κωδικού δεκτή.»
«Οδηγίες?»
«Αναμονή μέχρι νεοτέρας. Σιγή ασυρμάτου.»
Ο χαρακτηριστικός ήχος του τερματισμού της κλήσης δημιούργησε περισσότερα ερωτηματικά. Αρχικά ήταν η απουσία του Μέντορα και μετά «σιγή ασυρμάτου»? Κάτι δεν πήγαινε καλά και το ήξερε.
Ντύθηκε για μυστική αποστολή και ξεκίνησε για μία ασφαλή τοποθεσία για να προμηθευτεί τα απαραίτητα.

Στον διάδρομο 3 στις τέσσερις το πρωί προσγειώθηκε ένα αεροσκάφος χωρίς επίσημη άδεια προσγείωσης, όμως ο πύργος ελέγχου δεν γνώριζε την ύπαρξη του. Όταν άνοιξε η πόρτα και συνδέθηκε η σκάλα βγήκαν τρεις άνδρες και μία γυναίκα και κατευθύνθηκαν σε δύο αυτοκίνητα χωρίς πινακίδες.
«Λείπει κάποιος.» τόνισε η γυναίκα.
«Δεν έχει δώσει σημεία ζωής εδώ και δέκα ώρες. Συνεχίζουμε χωρίς αυτόν.» απάντησε ο άνδρας που καθόταν πίσω της στο αμάξι.
«Πότε ξεκινάει η επόμενη φάση?»
«Σε δώδεκα ώρες. Όταν φτάσεις θα σου δοθούν οδηγίες επί τόπου.»
«Εντάξει.»
Μία ώρα μετά το αυτοκίνητο σταμάτησε σε έναν έρημο επαρχιακό δρόμο και αποβιβάστηκε ο άνδρας. Εκεί τον περίμενε ένα αυτοκίνητο με αναμμένη τη μηχανή.
Δύο ώρες μετά στα περίχωρα της πόλης αποβιβάστηκε η γυναίκα και κατευθύνθηκε σε ένα εξοχικό. Τα φώτα ήταν σβηστά, όμως ένα αμυδρό φως αναβόσβηνε. Το παρατήρησε για λίγο και επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Έφυγαν βιαστικά.

Ένα υποβρύχιο βρισκόταν μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω από το βυθό του Ατλαντικού ωκεανού και είχε πορεία βορειοανατολική. Ο καπετάνιος είχε δώσει εντολή να μην ακούγεται τίποτα και να κινείται με την ελάχιστη ταχύτητα. Με κομμένη την ανάσα παρατηρούσε την οθόνη του σόναρ να καταγράφει κύκλους.
Ο υποπλοίαρχος ίδρωνε και προσπαθούσε να κρύψει τη νευρικότητα του, αλλά μάταια. Τα δάχτυλα του κινούνταν από μόνα τους και η καρδιά του ήταν έτοιμη να εκραγεί.
Δώδεκα λεπτά πριν είχαν λάβει εντολή να γυρίσουν το διακόπτη και να ξεκινήσουν μία σειρά από γεγονότα που θα άλλαζαν τον κόσμο. Είχαν στείλει μήνυμα για επιβεβαίωση που δεν ερχόταν.
Ο καπετάνιος είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του όταν ακούστηκε ο ήχος του τηλεγραφείου. Περίμεναν όλοι με αγωνία την αποκωδικοποίηση και ο τηλεγραφητής έφτασε με τρεμάμενα χέρια.
Η απάντηση ήταν κατηγορηματική.

Ένα ταχύπλοο ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα από την Βενετία με προορισμό το αεροδρόμιο Μάρκο Πόλο. Ο μοναδικός επιβάτης προσπαθούσε να φτάσει όσο το δυνατόν πιο σύντομα και να προλάβει τα γεγονότα. Η ταχύτητα του ήταν τόση που το σκάφος σχεδόν απογειωνόταν με κάθε κύμα που προσέκρουε πάνω του.

Στα ραντάρ του ιταλικού λιμενικού αναβόσβηνε ένα άγνωστο σκάφος που κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα. Αμέσως σκάφη του λιμενικού ξεκίνησαν για αναχαίτηση. 

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Ζακ 6 - Νυξ

Γρίφος…

Οι ρόδες του ιδιωτικού τζετ ακουμπούσαν στο έδαφος με δύναμη και το αεροπλάνο ταλαντεύτηκε για μερικά δευτερόλεπτα με τον κυβερνήτη του να επιστρατεύει όλη του προσοχή στο πώς να το επαναφέρει. Το ταξίδι ήταν γεμάτο από αναταράξεις και η κακοκαιρία είχε δυσχεράνει την προσγείωση.
Η όλη διαδικασία κράτησε μερικά λεπτά παραπάνω, αλλά ο κυβερνήτης οδήγησε το τζετ σε ένα υπόστεγο όπου σταμάτησε. Όταν είχε κληθεί για να πιλοτάρει βρισκόταν στην Οκλαχόμα για κάποια προσωπική δουλειά και έπρεπε να βρεθεί στη Νεβάδα αμέσως. Ήταν έμπειρος σε κλήσεις με μικρό χρονικό περιθώριο πραγματοποίησης και του άρεσε αυτή η πρόκληση.
Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο άνοιξε την πόρτα του πιλοτηρίου και βγήκε να συναντήσει τον μοναδικό επιβάτη. Το σαλόνι ήταν πολυτελές με αναπαυτικά καθίσματα από κάποιο δέρμα ζώου σε χρώμα κρεμ απαλό. Πέρασε τα πρώτα δύο και κατευθύνθηκε στα επόμενα.
Ένας πυροβολισμός τον σταμάτησε.
Έμεινε μετέωρος, δίνοντας την αίσθηση κάποιου που μόλις πάτησε νάρκη και άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο και δεν κουνιέται. Αργά άρχισε να πέφτει προς τα πίσω, με μία τρύπα των εννιά χιλιοστών να χάσκει στο μέτωπο του, ενώ από το χέρι του έπεφτε ένα περίστροφο κολτ με σιγαστήρα.
Την ίδια ώρα η Ζακ απολάμβανε ένα γκουρμέ πιάτο, σπεσιαλιτέ του σεφ ενός μεγάλου εστιατορίου της Νέας Υόρκης, πάπια Πεκίνου με σάλτσα εστραγκόν. Η παρέα της αποτελούνταν από τον Έρνεστ Χες, ο γνωστός και πολύ αγαπητός σε όλους τυφλός. Είχε τον τρόπο του να κινείται και να ελίσσεται μέσα σε έναν κόσμο όπου μόνο μπορούσε να ακούσει.
Η συζήτηση τους ήταν σε οικείο τόνο και απολάμβαναν και οι δύο τη χαλαρή συζήτηση, ώσπου ήρθε ο σερβιτόρος και άφησε ένα μήνυμα για τον κύριο Χες. Οδήγησε τα χέρια του προς το μικρό χαρτάκι που είχε ο σερβιτόρος και τα δάχτυλα του διαπέρασαν την επιφάνεια του. Στη συνέχεια τα ξαναπέρασε και τότε ένα σφίξιμο φάνηκε στο πρόσωπο του, μία ανησυχία που τον τάραξε.
«Αν θα μπορούσες να με συγχωρέσεις για λίγο?» είπε με εύθυμο τόνο.
«Παρακαλώ! Ελπίζω μόνο να μην είναι κάτι σοβαρό?»
«Όχι καθόλου, απλά πρέπει να επιβεβαιώσω το επόμενο μου ραντεβού. Οι γραμματείς δεν είναι για τίποτα.»
«Ναι θα συμφωνήσω.»
Πήρε το μπαστούνι του και αποχώρησε με μεγάλη δεξιοτεχνία ανάμεσα στα τραπέζια. Το μήνυμα το είχε τσαλακώσει και το κρατούσε στο χέρι του με σφιγμένη τη γροθιά.
Η Ζακ σηκώθηκε αφού είχε απομακρυνθεί ο συνδαιτυμόνας της και προσέγγισε τον σερβιτόρο.
«Ποιος υπαγόρευσε το μήνυμα που έφερες?»
«Κανείς! Ήρθε ένας κύριος και μου το έδωσε!» είπε ξαφνιασμένος ο σερβιτόρος.
«Θυμάσαι τα χαρακτηριστικά του?»
«Όχι κυρία μου… Φορούσε καπέλο και γυαλιά, αλλά σημείωσε κάτι εδώ.»
Της έδειξε ένα σημειωματάριο που είχαν για τις παραγγελίες και το πρώτο φύλλο είχε κάτι μικρές τρύπες. Η Ζακ πήρε ένα μολύβι και άρχισε να μουτζουρώνει το χαρτί με παράλληλες γραμμές. Αμέσως εντόπισε τις τρύπες και αναγνώρισε τη μέθοδο Μπράιγ.
Το μήνυμα ήταν ένας γρίφος:

Αυτό που είχες, το έχασες.
Αυτό που θα έχεις θα το χάσεις.
Γιατί αυτό απαιτεί όποια τον βρει.

«Ευχαριστώ πολύ. Είσαι πολύ γλυκός.» είπε στο σερβιτόρο και έφυγε για να ειδοποιήσει τον Μέντορα.



Σύγκρουση…

Η προηγούμενη μέρα ήταν το λιγότερο εξουθενωτική και όταν γύρισα στο σπίτι που είχα μετατρέψει σε σπίτι μου, ήθελα να κάνω ένα μπάνιο και να κοιμηθώ γαλήνια. Λίγα αρωματικά έλαια και ένα καυτό μπάνιο ξεκούρασαν σε ένα μεγάλο βαθμό το καταπονημένο μου κορμί και κοιτάζοντας τις εκδορές και τις μελανιές, σκεφτόμουν πως την είχα γλυτώσει πολύ φθηνά και αυτήν την φορά.
Ένιωθα μια μικρή πείνα, αλλά ο ύπνος ήταν πολύ δελεαστικός και έτσι φόρεσα μόνο ένα εσώρουχο και κρύφτηκα κάτω από το χοντρό πάπλωμα βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Όλα έμοιαζαν γαλήνια και ήσυχα, κάτι που είχα καιρό να νιώσω και κάτι που θα έπρεπε να με προϊδεάσει.
Ένα απαλό θρόισμα με έκανε να αποχωρήσω από την χώρα των ονείρων και να επανέλθω στην πραγματικότητα. Έστρεψα το σώμα μου ώστε να μπορώ να δω καλύτερα την ώρα στο κομοδίνο μου και όταν άνοιξα τα μάτια μου, ήρθα σε επαφή με την κάνη ενός όπλου.
«Καλημέρα και σε σένα!» είπα με ένα αυτάρεσκο ύφος, μη θέλοντας να δείξω στον εισβολέα ότι με είχε πιάσει εξ απήνης, κάτι που ίσχυε.
«Έχω ένα μήνυμα για σένα.» μία ψυχρή γυναικεία φωνή «Το αφεντικό μου σου στέλνει χαιρετίσματα και ελπίζει στον άλλο κόσμο να μη χώνεις τη μύτη σου εκεί που δε σε σπέρνουν.»
Γνώριζα ότι από τη στιγμή που κάποιος είχε εισβάλει εδώ, δε μπορούσε παρά να σημαίνει ότι είχε την ικανότητα να ανακαλύψει που έμενα, να εισβάλει σε ένα σπίτι που κανονικά δε θα μπορούσε και επιπλέον είχε ένα όπλο στραμμένο στη μούρη μου.
Μπελάδες.
Μεγάλοι μπελάδες.
Το μυαλό μου έπαιζε σενάρια για το πώς θα μπορούσα να ξεφύγω από αυτήν τη δύσκολη κατάσταση, αλλά δεν υπήρχε κανένα με αίσιο τέλος. Η δολοφόνος αυτή ήταν απλά καλύτερη από μένα.
Ήμουν έτοιμη να πω κάποιο κλισέ όταν χτύπησε το κουδούνι.
Αυτό σήμαινε μονάχα ένα πράγμα. Ο Μέντορας είχε αποστολή για μένα και θα έπρεπε να πάω στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης. Ήλπιζα μόνο η δολοφόνος πάνω στο κρεβάτι μου να μην το ήξερε. Η τύχη ήταν με το μέρος μου.
Έστρεψε το βλέμμα της προς την πόρτα για ένα δευτερόλεπτο, που ήταν αρκετό για μένα να δράσω. Προσπάθησα να μην κινήσω το πάνω μέρος του κορμιού μου για να μην υποψιαστεί τίποτα, ενώ το δεξί μου πόδι βρέθηκε στην σπονδυλική της στήλη κάνοντας την να χάσει την ισορροπία της. Στη συνέχεια με την ορμή που είχα έφερα το αριστερό μου στο χέρι της και το πιστόλι εκσφενδονίστηκε στο χώρο.
Όταν σηκώθηκα από το κρεβάτι η αντίπαλος μου είχε ήδη πάρει θέση για μάχη και αυτό με ικανοποίησε, επειδή το πλεονέκτημα της είχε εξανεμιστεί. Απέφυγα μερικές γροθιές και η αναμενόμενη κλωτσιά δε βρήκε στόχο, αλλά παράλληλα είχα ετοιμάσει την επίθεση μου, μία κλωτσιά στον έσω πλάγιο χιαστό.
Το αποτέλεσμα ήταν να δεχθεί μία σειρά από χτυπήματα σε όλο το σώμα και όταν ετοιμαζόμουν να δώσω το καίριο χτύπημα βρέθηκα να βλέπω το δωμάτιο να γυρίζει. Χτύπησα στο πάτωμα με απρόσμενη ορμή και ένιωσα τον αέρα να βγαίνει με δύναμη από τα πνευμόνια μου. Με κάποιο τρόπο είχε βρεθεί με πλεονέκτημα. Χωρίς να την υποτιμήσω ή να της δώσω περιθώριο με χτύπησε σα να είχε ένα παραπάνω άκρο.
Ένιωσα το κεφάλι μου να βαραίνει από το χτύπημα όταν παρατήρησα πως υπήρχε άλλο ένα άτομο στο δωμάτιο που σχεδόν με είχε ρίξει αναίσθητη.
«Πως είναι δυνατόν να μην τον είδα?» σκεφτόμουν πριν έρθει το τέλος μου.
Ένα τέλος που ποτέ δεν ήρθε.
Ακούστηκε ένας ήχος σα να σπάει γυαλί ή μάλλον να θρυμματίζεται, ακολούθησαν δύο πνιχτοί ήχοι, δύο σχεδόν ταυτόχρονοι γδούποι και μετά ησυχία. Ο εισβολείς κείτονταν νεκροί στο πάτωμα. Εγώ ήμουν σε κατάσταση αδράνειας. Κάποιος τους είχε σκοτώσει με μία βολή, αφού πρώτα είχε διαπεράσει το αλεξίσφαιρο τζάμι.
Το τηλέφωνο μου άρχισε να δονείται και το σήκωσα με σα να ήμουνα σε παραίσθηση. Η λογική μου δε μπορούσε να καταλάβει ποιος θα μπορούσε να δοκιμάσει αυτήν την απίθανη βολή.
«Παρακαλώ.» η γνώριμη φωνή μου έστειλε ρίγη στη σπονδυλική στήλη.



Μέντορας…

Ένας σελιδοδείκτης έμπαινε με νωχελικό τρόπο ανάμεσα σε πολυκαιρισμένες σελίδες. Το αρχαίο βιβλίο ήταν γραμμένο με ρούνους σε μία ξεχασμένη γλώσσα, όχι όμως για εκείνον. Του άρεσε να μελετάει αρχαία κείμενα, καθώς είχαν να πράγματα να διηγηθούν πέρα από το χρόνο και την ύπαρξη, οι πρόγονοι δήλωναν παρών εκατοντάδες χρόνια μετά τη θνητή τους υπόσταση.
Μόλις είχε έρθει μία αναφορά στην οθόνη του υπολογιστή του και περίμενε να αξιολογηθεί. Το μήνυμα ήταν κρυπτογραφημένο, αλλά μετέφερε πληροφορίες που έτσι και αλλιώς θα ήταν άχρηστες για κάποιον άλλο.
Ένα σκυθρώπιασμα πέρασε φευγαλέα από το πρόσωπο του και μετά έγειρε πίσω στη θέση του αναλογιζόμενος τη σημασία της στιγμής. Είχε περάσει όλη του τη ζωή χωρίς έναν άξιο αντίπαλο και τώρα κάποιος του προσέφερε αυτό ακριβώς. Κάποιος ήθελε να μπει στο παιχνίδι της εξουσίας και της νύχτας.
Νύχτα.
Η απάντηση στο γρίφο που έφερε το μήνυμα.
Κάποιος έπαιζε ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι και θα του στοίχιζε τη ζωή, βέβαια δε γνώριζε πως υπήρχε και κάποιος άλλος πίσω από τη βιτρίνα. Ο Μέντορας προτιμούσε την αφάνεια, τη δύναμη που του έδινε η αόρατη κυριαρχία επάνω σε ψυχές και μοίρες ανθρώπων. Με αργή κίνηση έκλεισε το φως της λάμπας που φώτιζε το δωμάτιο και έκλεισε τα μάτια, έπρεπε να σκεφτεί πως θα αντιδράσει και πως θα τιμωρήσει την αυθάδεια και την αλαζονεία.
Όταν κατέληξε στο σχέδιο δράσης του χαμογέλασε και σηκώθηκε αθόρυβα και βγήκε από το δωμάτιο. Το σκοτάδι ήταν σύμμαχος του και έβλεπε μέσα του.



Ελεύθερος σκοπευτής…

Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να προλάβει να απαντήσει στον άνθρωπό που της έσωσε τη ζωή και που ήταν πλέον κάτι παραπάνω από Μέντορας.
Κοιτούσε τα πτώματα μπροστά της και μετά το παράθυρο και πάλι από την αρχή, κάνοντας αυτή την κίνηση αρκετά λεπτά, υπολογίζοντας παράλληλα τις πιθανότητες να συμβεί. Ο ελεύθερος σκοπευτής μπορεί να σκοτώσει κάποιον από οσοδήποτε μακριά θέλει, αρκεί να είναι ευνοϊκές οι συνθήκες, να είναι δεινός σκοπευτής και το όπλο που κρατάει. Στην περίπτωση της όμως όλα υποδήλωναν πως όποιος την έσωσε, και δεν αμφέβαλε ότι ήταν εκείνος, ήταν ότι καλύτερο είχε συναντήσει ποτέ.
Το «σπίτι» της ήταν ένα μεσαιωνικό κάστρο στη Σκωτία στους πρόποδες ενός βουνού χαμένου στο χρόνο και το μαστίγωμα του ανέμου. Εξωτερικά έμοιαζε ακατοίκητο, όμως ο πραγματικός του ιδιοκτήτης το είχε μετατρέψει σε φρούριο με υπερσύγχρονα μέσα. Στο σύνολο του κατοικούσαν αρκετά άτομα το καθένα επιφορτισμένο με κάποια ανάθεση, το δίκτυο του Μέντορα. Η Ζακ κατοικούσε στο πιο ψηλό μέρος όλου του κτίσματος στα τριακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα.
Πήγε προς το μέρος της τρύπας που είχε σχηματιστεί στο παράθυρο και κοίταξε μέσα της. Ένα ελικόπτερο έκανε αργά περιστροφή και απομακρυνόταν στον ορίζοντα και πάνω του ένα άτομο με μία καραμπίνα κοντά στα δύο μέτρα να κλείνει αργά την πλαϊνή πόρτα. Το ελικόπτερο βρισκόταν πάνω από δύο χιλιόμετρα μακριά και περίπου στο ίδιο ύψος με το παράθυρο.
Ο σκοπευτής σημάδεψε από μία απόσταση τεράστια, είχε σφαίρες που μπορούσαν να διαπεράσουν αλεξίσφαιρο τζάμι, έστω και από τέτοια απόσταση και κατάφερε να σκοτώσει δύο ανθρώπους με μία βολή, με την πρώτη βολή.
Χαμένη στις σκέψεις της ένιωσε πως κάποιος πλησίαζε στο δωμάτιο της και γύρισε αυτήν τη φορά προετοιμασμένη.
«Είσαι καλά.» δεν ήταν ερώτηση, ήταν απλή επιβεβαίωση.
Το Φάντασμα είχε εμφανιστεί χωρίς να βγάλει ήχο, μόνο που το συναίσθημα που προκαλούσε πάντα στη Ζακ όταν εμφανιζόταν, την προειδοποιούσε πως κάπου εκεί κοντά της ήταν.
«Ποιος ανέλαβε τη βολή?»
«Νομίζω ότι ξέρεις.»
«Θέλω να μου το πεις.»
«Ο Μέντορας σου.»



Το τέλος του Φαντάσματος…

Γύρισε γνωρίζοντας πως ήταν κάποιος πίσω του, σε απόσταση αναπνοής και ότι ήταν καταδικασμένος, όμως δε θα παραδινόταν τόσο εύκολα.
«Πως κατάφερες να περάσεις από μένα?» είπε προσπαθώντας να κερδίσει πολύτιμα δευτερόλεπτα.
«Νόμιζες πως κινώ τα νήματα χωρίς να λερώνω τα χέρια μου.» η φωνή του ακούστηκε απροσδόκητα από αρκετά μακριά, σχεδόν στην είσοδο της σπηλιάς.
Μόλις ολοκλήρωσε την περιστροφή του έτοιμος να αμυνθεί στην επίθεση που δεν ήρθε ποτέ, αντίκρισε την παγωμένη πέτρα της σπηλιάς. Το ένστικτο του κυνηγού δεν έκανε ποτέ λάθος, οπότε κάτι άλλο συνέβαινε. Τρέχοντας προς τον τοίχο άρχισε να περπατάει πάνω του, μέχρι που σχηματίζοντας ένα τόξο προς τα πάνω και βρέθηκε με την πλάτη στο τοίχο και να προσγειώνεται στα πόδια του έχοντας τα όπλα του στα χέρια σημαδεύοντας το κενό. Δεν ήταν κανείς.
«Τι παιχνίδια παίζεις?»
«Δεν παίζω κανένα παιχνίδι. Με εσένα παίζω. Τα ανώτερα θηράματα παίζουν με τα θύματα τους πριν τα φάνε.»
Ο λαιμός του είχε κοπεί από άκρη σε άκρη σχηματίζοντας ένα μισοφέγγαρο από τον ένα λοβό του αυτιού στον άλλο.
«Πως?» κατάφερε να ψελλίσει με το αίμα να αναβλύζει από το στόμα του.
«Ξέχασες ότι στο σκοτάδι δεν έχω αντίπαλο, αλλά δες το σαν το τελευταίο σου μάθημα. Όταν ο αντίπαλος είσαι είναι ανώτερος από σένα σε έναν τομέα, τότε αξιοποίησε την ανωτερότητα εις βάρος του. Εσύ ήσουν ο καλύτερος στο να σκοτώνεις σιωπηλά και να εξαφανίζεσαι στο σκοτάδι, όμως εγώ το ήξερα και εσύ δεν ήξερες πως εγώ είμαι ο καλύτερος στο μην εμφανίζομαι ποτέ παρά μόνο για να δώσω το τέλος.»
Ξεψυχώντας είδε για πρώτη φορά το πρόσωπο του Μέντορα του και τότε κατάλαβε ότι ήταν ένα προκαθορισμένο τέλος.



Επιχείρηση Νυξ…

Το ελικόπτερο προσγειώθηκε στο διάδρομο του αεροδρομίου παραβιάζοντας όλους του κανόνες εναέριας πλοήγησης και από μέσα κατέβηκαν δύο φιγούρες, ο πιλότος και ο Μέντορας. Ο πιλότος είχε στην πλάτη του ένα σακίδιο και στο χέρι του κρατούσε ένα σακίδιο με το αποσυναρμολογημένο όπλο του Μέντορα. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα και χάθηκαν μέσα στη νύχτα.
Λίγα μέτρα από το ελικόπτερο βρισκόταν σταθμευμένο ένα ιδιωτικό τζετ με το μοναδικό του επιβάτη νεκρό. Από μακριά ακούγονταν σειρήνες που πλησίαζαν με ταχύτητα, όταν δύο εκρήξεις επισκίασαν τα πάντα γύρω τους. Τα δύο ιπτάμενα οχήματα έγιναν παρανάλωμα του πυρός.
Οι δύο φιγούρες είχαν εξαφανιστεί…

Η επιχείρηση νυξ βρισκόταν σε εξέλιξη και ο Έρνεστ Χες ήξερε ότι έπρεπε να βιαστεί για να φτάσει στο αεροδρόμιο, να παραλάβει ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο για την οργάνωση, με οδηγίες.
Η ώρα έδειχνε 22:10 και πάτησε το ειδικό  κουμπί στο ρολόι του για να την ακούσει. Γύρισε το κεφάλι του προς τον οδηγό για να μάθει εάν πλησίαζαν στον προορισμό τους και πριν προλάβει να ρωτήσει, άκουσε αυτό που έβλεπε ο οδηγός του. Εκρήξεις και μάλιστα ισχυρές.

Η βραδινή πτήση από τον Γαλλία πήρε εντολές να περιμένει οδηγίες για ανακατεύθυνση καθώς ο πύργος ελέγχου δήλωνε πως κάποιο ατύχημα είχε συμβεί στον αεροδιάδρομο που προοριζόταν να προσγειωθεί.
Ο πιλότος ανακοίνωσε την καθυστέρηση στους επιβάτες και έκλεισε πως θα λυνόταν το πρόβλημα σύντομα, ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε να συμβεί προτού τελειώσουν τα καύσιμα.
Μία επιβάτης σηκώθηκε ανήσυχη και πήγε μέχρι την τουαλέτα του αεροπλάνου. Εκεί κλείδωσε από μέσα και έβγαλε ένα κινητό τηλέφωνο στέλνοντας:
«Κάτι συνέβη. Αναβολή? Οδηγίες.»
Η απάντηση δεν άργησε να έρθει:
«Συνέχιση κανονικά. Καθυστέρηση 1 μέρα.»
Σαφώς ανακουφισμένη βγήκε από την τουαλέτα και κάθισε πίσω στη θέση της. Το σχέδιο προχωρούσε κανονικά, απλά θα έπρεπε να ενημερώσει τον Χες για την αναβολή.

Ο Χες είχε φτάσει στην αίθουσα αναμονής διαβεβαιώνοντας τον πως η πτήση θα ολοκληρωνόταν στα επόμενα λεπτά και πως οι εκρήξεις ήταν από κάποιο ελικόπτερο που συγκρούστηκε με ένα τζετ. Εμφανώς ανήσυχος περίμενε οδηγίες που δεν έρχονταν και ο επισκέπτης του, του οποίου αγνοούσε την ταυτότητα περίμενε υπομονετικά να τον γνωρίσει.
Πριν από μία εβδομάδα βρισκόταν σε ένα πανάκριβο εστιατόριο γευματίζοντας με μία ενδιαφέρουσα γυναίκα που από όσο μπορούσε να καταλάβει είχε μία αύρα μυστηρίου, που την έκανε ακόμη πιο θελκτική. Το γεύμα τους όμως διακόπηκε όταν το σχέδιο πήρε το πράσινο φως και έπρεπε να φύγει από το συννεφιασμένο Λονδίνο επειγόντως.
Τώρα βρισκόταν στη Σκωτία για να παραλάβει οδηγίες και βοήθεια. Το αρχηγείο είχε στείλει οδηγίες πως έπρεπε να εξαφανιστεί η οργάνωση στον απομακρυσμένο πύργο, προτού συνεχίσουν με τις εκκαθαρίσεις που είχαν σκοπό.

Μία μηχανή μεγάλου κυβισμού περιδιάβαινε τους δρόμους της επαρχίας με μεγάλη ταχύτητα και το χέρι, αυτού που την οδηγούσε, στο γκάζι. Είχε έρθει η ώρα για εκδίκηση και είθε το χάος να κυριαρχούσε.

Η γυναίκα στο αεροπλάνο δέχτηκε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα. Κανονικά δεν έπρεπε να δέχεται κλήσεις, γιατί ήταν τηλέφωνο με αναβαθμισμένο κρυπτογραφικό σύστημα μόνο για γραπτά μηνύματα. Το κοιτούσε με απορία και όταν οι συνεπιβάτες την κοίταξαν επίμονα το σήκωσε με απορία.



Αντεπίθεση…

Η πτήση 369 από την Γαλλία μόλις προσγειώθηκε και ο Χες ένιωσε όλο του κορμί να σφίγγεται από την αγωνία. Ο οδηγός του είχε επιφορτιστεί με τη δουλειά να κρατάει την ταμπέλα με την ένδειξη «Celtics Fans» για να γίνει αναγνωρίσιμο το σινιάλο.
Οι πρώτοι επιβάτες άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους και μαζί τους η γυναίκα που περίμενε να βρει τον Χες. Η ματιά της έπεσε πάνω στην χαρακτηριστική ταμπέλα και απομακρύνθηκε γρήγορα. Το τηλεφώνημα της είχε αποκαλύψει πως κάποιοι είχαν διεισδύσει στην οργάνωση και την περίμεναν στο αεροδρόμιο. Έπρεπε να φύγει άμεσα. Όποιος την είχε πάρει θα έπρεπε να είναι πολύ υψηλά ιστάμενος καθώς γνώριζε το πρωτόκολλο.
Ο Χες περίμενε εναγωνίως μάταια για κάποιον που δε θα ερχόταν ποτέ, όταν άκουσε μία γνώριμη φωνή να τον φωνάζει.
«Έρνεστ? Μα τι σύμπτωση?» η γυναικεία φωνή που τον είχε σαγηνεύσει, η Ζακ.
Έκπληκτος αναπήδησε στο κάθισμα του και προσηλώθηκε σε εκείνη, προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε.
«Ερμιόνη? Πραγματικά τι σύμπτωση? Δεν περίμενα να σε συναντήσω.»
«Βασικά ήρθα για να συναντήσω κάποιον εδώ και τελικά έπεσα πάνω σου! Αυτό ήταν ευχάριστη έκπληξη!»
«Πράγματι! Πως και βρέθηκες εδώ?»
«Ήρθα με την πτήση από Γαλλία.»
Το μυαλό του Χες πάγωσε στην ιδέα ότι ήταν κάποια που είχε έρθει να βάλει τέλος στα σχέδια της οργάνωσης. Πήρε στα χέρια του το μπαστούνι του, έτοιμος να επιτεθεί.
«Οι Κέλτες έχουν μεγάλη προϊστορία και οι δρυΐδες επίσης.» είπε η Ζακ απευθυνόμενη στον οδηγό του.
Ο οδηγός την κοιτούσε με απορία και τότε ο Χες είπε:
«Οι Γότθοι ήταν κυρίαρχοι και οι Ρωμαίοι ηγέτες.»
Τα συνθηματικά ήταν σωστά και η αναγνώριση επιτυχής. Ο Χες είχε βρει το σύνδεσμο του, ή έτσι νόμιζε.
Έκρηξη…

«Πως πήγε το μικρό μας σχέδιο?»
«Όλα πήγαν κατά γράμμα.»
«Έχεις στην κατοχή σου τα πακέτα?»
«Ναι και τα δύο είναι εδώ, αν και σε κακή κατάσταση.»
«Τι συνέβη?»
«Είχαν την ελπίδα ότι μπορούσαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό και έπρεπε να τους μεταπείσω.»
«Εντάξει αν κάνουν καμία κίνηση μην τους τη χαρίσεις.»
«Έγινε.»
Η συζήτηση τους έγινε στα γερμανικά, γιατί δεν ήθελαν να έχουν κάποια απόδραση και μετά να υπάρξουν επιπλοκές. Η Ζακ περίμενε πολύ ώρα αυτό το τηλεφώνημα και μέχρι εκείνη τη στιγμή βάδιζε ανήσυχη πάνω κάτω, μήπως είχε συμβεί κάτι απρόσμενο. Η προηγούμενη μέρα είχε αποδείξει πως δε μπορούσε να είναι σίγουρη για τίποτα.
Η γυναίκα είχε λιποθυμήσει πριν λίγη ώρα και ο τυφλός συνοδοιπόρος της στο τελευταίο τους ταξίδι προσπαθούσε να ελευθερωθεί, όμως μάταια. Κοίταξε το ρολόι της και είδε πως ήταν ώρα να αποχωρήσει από το ανοιχτό παράθυρο.
Μία ανώνυμη πληροφορία είχε ενημερώσει τις αρχές πως μία διπλή απαγωγή είχε λάβει μέρος σε γνωστή συνοικία του Λονδίνου και πως είχαν δει τους υπόπτους να μπαίνουν σε ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο. Οι τοπικές αρχές ενημέρωσαν τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και από εκεί ειδοποιήθηκαν με μυστικό συναγερμό οι πράκτορες της υπηρεσίας και όχι μόνο.
Την ώρα που ετοιμαζόταν μία συντονισμένη δύναμη δράσης μία μικρή διεφθαρμένη μονάδα από αστυνομικούς περνούσε από την πόρτα και μία βόμβα τους περίμενε.