Πάνω από τον Ατλαντικό…
Το
αεροπλάνο των διεθνών αερογραμμών είχε απογειωθεί δέκα λεπτά μετά τις τέσσερις
το πρωί, αφού είχε προηγηθεί καθυστέρηση μίας ώρας τουλάχιστον. Ο πράκτορας
Άνταμ Σμιθ περίμενε υπομονετικά την ώρα που θα άναβε η φωτεινή επιγραφή με την
ώρα αναχώρησης του αεροπλάνου του.
Στην
αίθουσα αναμονής υπήρχαν πάρα πολλοί ανάστατοι ταξιδιώτες που περίμεναν, με όχι
κόσμιο τρόπο. Αυτό τον εκνεύριζε, όμως η εκπαίδευση του τον κρατούσε αρκετά
χαλαρό για να υπομένει τις απρόβλεπτες συμπεριφορές.
Προκειμένου
να δείχνει φυσιολογικός ανάμεσα στο πλήθος είχε αγοράσει μία οικονομική
εφημερίδα την οποία κρατούσε με νευρικό τρόπο, για να παρουσιάζει με πειστικό
τρόπο το ρόλο του. Η παράσταση του δε διήρκησε πολύ και όταν η πτήση του ήταν
έτοιμη για απογείωση προχώρησε προς την επικύρωση του εισιτηρίου του. Μαζί του
όμως, διακριτικά, κινήθηκε και μία φιγούρα που τον ακολουθούσε και επιβιβάστηκε
μετά από εκείνον.
«Καλησπέρα
κύριε! Μπορείτε να μου δώσετε το εισιτήριο σας?» ρώτησε η αεροσυνοδός.
Ο
πράκτορας το έδωσε μηχανικά παρατηρώντας γύρω για τον στόχο του, όταν τον είδε
να κάθεται στις θέσεις των VIP. Η αεροσυνοδός του
έδειχνε που βρίσκεται η θέση του και την ευχαρίστησε αδιάφορα.
Μερικούς
επιβάτες μετά η φιγούρα εμφανίστηκε και αντάλλαξαν ένα βλέμμα κατανόησης με την
αεροσυνοδό τόσο ανεπαίσθητο που αν κάποιος τις παρατηρούσε δύσκολα θα το
πρόσεχε. Ο διάλογος μεταξύ τους ήταν τυπικός:
«Καλημέρα
σας κύριε Πασκάλ, η θέση σας είναι στο C7
του τρίτου τομέα.»
«Σας
ευχαριστώ πολύ.»
Η
γαλλική προφορά ήταν έκδηλη και σε συνδυασμό με την επίσημη ενδυμασία ανέδιδε
έναν αριστοκρατικό αέρα. Η όλη εικόνα όμως, ερχόταν σε αντίθεση με τη θέση στην
οποία προοριζόταν και έκανε εντύπωση στον επόμενο επιβάτη.
«Συγνώμη,
αλλά είστε σίγουρη πως ο κύριος κάθεται εκεί?»
«Τι
εννοείτε?»
«Εννοώ πως δε μπορεί ο κύριος να έχει κλείσει
θέση στις οικονομικές!»
Ο
κύριος Πασκάλ έβγαλε με θεατρικό τρόπο ένα ζευγάρι πολυεστιακά γυαλιά.
«Με
συγχωρείτε, αλλά είχα κλείσει θέση στις VIP.»
είπε ήρεμα.
«Προφανώς
έχει γίνει κάποιο λάθος, όμως θα πρέπει να ενημερώσω την εταιρεία.»
«Καλώς,
θα περιμένω εδώ μέχρι να τελειώσετε με τους υπόλοιπους επιβάτες.»
«Σας
ευχαριστώ κύριε και συγνώμη για το πρόβλημα.»
Οι
υπόλοιποι επιβάτες εξυπηρετήθηκαν από μία άλλη αεροσυνοδό και ο κύριος Πασκάλ
περίμενε υπομονετικά. Εν τω μεταξύ, ο πράκτορας Σμιθ είχε βολευτεί στη θέση
του, παρατηρώντας τον στόχο του και μετά παρήγγειλε ουίσκι με πάγο.
Ο
στόχος λεγόταν Πέδρο Μάρκεζ, ένας ανερχόμενος έμπορος ναρκωτικών από την
Κολομβία. Δύο χρόνια πριν είχε ανελιχθεί μέχρι την υψηλότερη βαθμίδα των
καρτέλ. Η υπηρεσία είχε πληροφορίες πως θα βρισκόταν στο αεροπλάνο ινκόγκνιτο
και θα ερχόταν σε επαφή με αντίπαλους αρχηγούς καρτέλ.
Ο
Σμιθ βρισκόταν εκεί για να παρακολουθήσει και να καταγράψει τα τεκταινόμενα.
Μέχρι στιγμής όλα πήγαιναν βάση σχεδίου και το μόνο που παρέκλινε ήταν η
αναστάτωση στην είσοδο του αεροπλάνου, για την οποία δε μπορούσε να ακούσει για
ποιο λόγο συνέβαινε.
Η
αναμονή του κυρίου Πασκάλ κράτησε μερικά λεπτά, ώσπου επέστρεψε η αρχική
αεροσυνοδός και τον μετέφερε στη θέση που είχε κλείσει με την εταιρεία. Η θέση
του πλέον ήταν στην ίδια σειρά με τον Μάρκεζ, αλλά δύο θέσεις μακριά.
Ο
Σμιθ παρατηρούσε με ιδιαίτερη προσοχή την αλλαγή ανάμεσα στους επιβάτες και
άφησε ένα μικρό συνοφρύωμα να φανεί. Δε μπορούσε να δει με ευκολία τα
χαρακτηριστικά του άντρα που είχε προκαλέσει αναστάτωση με την είσοδο του και
τελικά βρέθηκε στη θέση που κατείχε κάποιος άλλος. Το ένστικτο του έλεγε πως
κάτι δεν πήγαινε καλά και τότε γύρισε να κοιτάξει το στόχο του.
Η
στάση του σώματος του υποδείκνυε πως κοιμόταν, οπότε όλα καλά μέχρι τώρα,
σκεφτόταν. Ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού που ενημέρωνε τους επιβάτες πως το
αεροπλάνο θα ξεκινούσε αμέσως και να φορέσουν τις ζώνες τους. Όλοι
συμμορφώθηκαν με την ανακοίνωση, εκτός από τον Πέδρο Μάρκεζ που ακόμη κοιμόταν.
Ο
διπλανός του επιχείρησε να τον ξυπνήσει, όμως δεν κουνιόταν και έτσι
αναγκάστηκε να ειδοποιήσει την αεροσυνοδό η οποία περπατούσε στο διάδρομο, για
να δει αν όλοι οι επιβάτες είχαν δεθεί. Εκείνη πήγε αμέσως να ξυπνήσει τον
κύριο Μάρκεζ και τότε πισωπάτησε σα να είχε δεχθεί κάποιο ισχυρό πλήγμα. Το
πρόσωπο της είχε πανιάσει και άρχισε να φωνάζει αρκετά δυνατά για κάποιον γιατρό.
Τα
επόμενα δευτερόλεπτα δημιουργήθηκε τέτοια αναστάτωση όπου είχαν σηκωθεί όλοι
όρθιοι και έτρεχαν να δουν τι έγινε. Ο Σμιθ έφτασε αμέσως εκεί για να
εξακριβώσει πως ο Πέδρο Μάρκεζ γνωστός και ως «Βαρόνος» ήταν νεκρός.
Σουίτα ενός πολυτελούς ξενοδοχείου…
Τα
φώτα όλα είχαν σβήσει και το μόνο που φαινόταν ήταν οι φακοί που είχαν ανάψει
οι εκπαιδευμένοι στρατιώτες που στέκονταν απέξω από τη σουίτα. Αν το σβήσιμο
των φώτων ήταν προγραμματισμένο δε φαινόταν από τις κοφτές και γεμάτες ένταση
συνομιλίες που ακούγονταν απέξω. Είχα αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι μέσα
στο πλαίσιο κάποιου σχεδίου, καθώς δε φαίνονταν σε καμία περίπτωση για
ερασιτέχνες. Κάτι είχε συμβεί που δεν συμπεριλαμβανόταν στο σχέδιο τους, όπως
επίσης και στο δικό μου.
Άκουσα
το ελαφρύ βάδισμα κάποιου που είχε οπλίσει το όπλο του όσο πιο σιωπηλά γινόταν,
αλλά το είχα ακούσει και προετοιμάστηκα. Μόλις πλησίασε στον πάγκο και άναψε το
φακό του για να δει, πήδηξα πάνω και του κάρφωσα το λαιμό με το μαχαίρι χωρίς
να σκεφτώ. Τον άρπαξα από τα ρούχα και τον έγειρα πάνω από τον πάγκο και έπιασα
το φακό από εκεί που είχε πέσει.
Στα
δευτερόλεπτα που ακολούθησαν κατάφερα να τον σβήσω, αλλά είχε ήδη ακουστεί
αρκετός θόρυβος και προσέλκυσε τους υπόλοιπους. Πλέον μπορούσα να τους ακούσω
να οπλίζουν και τους φακούς να εστιάζουν στον πάγκο όπου κρυβόμουν. Μου έμεναν
κλάσματα μέχρι να βρω κάποιο καταφύγιο πιο ασφαλές, ώσπου αποφάσισα πως το
πτώμα θα μου χρησίμευε. Έτσι βρεθήκαμε σε ένα παράξενο εναγκαλισμό και μετά από
λίγο ξεκίνησε η βροχή από σφαίρες.
Μετά
από αρκετές ριπές ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος του άδειου όπλου. Ήταν η
ευκαιρία μου να ανταποδώσω μερικές βολές και έτσι βγήκα πίσω από τον πάγκο
έτοιμη να πυροβολήσω με το αυτόματο του νεκρού, όταν με έλουσε δυνατό φως και
μετά ακούστηκε το χαρακτηριστικό κλικ του γεμιστήρα.
Μου
έμενε ελάχιστος χρόνος για αντίδραση και ίσα που πρόλαβα να πατήσω τη σκανδάλη
σημαδεύοντας το φως προερχόμενο από το φακό. Στη συνέχεια, και ενώ είχα
πατημένη τη σκανδάλη έκανα βουτιά στο πλάι και άφησα το δάχτυλο μου για να
εντοπίσω τον επόμενο στόχο μου. Εν τω μεταξύ οι εναπομείναντες δύο προσπαθούσαν
να εντοπίσουν τη θέση μου, αλλά δυσκολεύονταν γιατί ο πεσμένος φακός έριχνε το
φως του ανάμεσα στον πάγκο και σε εκείνους, δημιουργώντας σκιές και ανακλάσεις
σε όλο το χώρο. Το ίδιο ίσχυε και για
μένα, οπότε έμεινα ακίνητη και παράλληλα εκτεθειμένη.
Ο
επόμενος ήχος θα αποδεικνυόταν ολέθριο λάθος για οποιονδήποτε θα τον
προκαλούσε. Άρχισα να μετράω τα δευτερόλεπτα και μου φαινόντουσαν μία
αιωνιότητα και τότε έγινε αυτό που περίμενα, το λάθος. Αριστερά από τον πάγκο
και μερικά μέτρα μπροστά ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο σύρσιμο, κάποιος μετατόπισε
το βάρος του. Αμέσως κινήθηκα όσο πιο αθόρυβα γινόταν προς τα δεξιά μου
ευχόμενη να υπήρχε κάποιο αντικείμενο στο χώρο για να καλυφτώ, αλλά είχα
στρέψει παράλληλα το όπλο μου προς την κατεύθυνση του ήχου.
Η
αναζήτηση μου ήταν άκαρπη, καθώς δεν βρήκα τίποτα που να χρησιμεύει σαν
κάλυμμα, αλλά δεν ήθελα να προδώσω τη θέση μου, προτού αρχίσω να πυροβολώ. Πάνω
που θα βρισκόμασταν πάλι σε αδιέξοδο ακούστηκαν βήματα από τη μέσα πλευρά της
σουίτας και μετά ένας ήχος σα να πέφτει κάτι βαρύ. Κανείς από τους τρεις μας
μέσα στο χώρο δεν κουνήθηκε, κάτι που αποδείκνυε πως ήμασταν επαγγελματίες,
τουλάχιστον οι δύο. Ο ήχος όμως με απασχολούσε και όσο το σκεφτόμουν έχανα την
αυτοσυγκέντρωση μου και έπρεπε να εντοπίσω τον τρίτο γρήγορα.
Παρόλο
που κανείς μας δεν ήταν πρόθυμος να προδώσει τη θέση του, είχα μία τολμηρή και
σε μεγάλο βαθμό επικίνδυνη ιδέα, όμως δε γινόταν να μείνω εκεί περισσότερη ώρα,
θα ερχόταν όλη η ομάδα και μετά δε θα ‘βγαινα ζωντανή. Κατέβασα το όπλο μου και
αποφάσισα πως θα έτρεχα τη διαδρομή προς τη πόρτα πυροβολώντας προς το μέρος
του ενός και μετά με μία μπροστινή βουτιά θα εντόπιζα στον αέρα τον επόμενο και
θα πυροβολούσα και αυτόν.
Ήμουν
έτοιμη να τρέξω όταν άνοιξε διάπλατα η πόρτα που χώριζε τα δωμάτια της σουίτας
και το εκτυφλωτικό φως με έκανε να σταματήσω επί τόπου. Στιγμιαία η όραση μου
θόλωσε και έπρεπε να εστιάσω το βλέμμα μου κάπου μέχρι να επανέλθει.
«Να
πάρει.»
Οι
σφαίρες και μαζί η χαριστική βολή δεν ήρθαν ποτέ.
Τότε
τους είδα, ο ένας ήταν όντως μερικά μέτρα μπροστά από τον πάγκο με το δεξί του
χέρι να κρατά το όπλο και να το στηρίζει στο αριστερό που κρατούσε το κλειστό
φακό. Ο άλλος ήταν κοντά στα δύο μέτρα από μένα και πολύ κοντά στην πόρτα, όμως
είχε γυρίσει το κεφάλι του προς την πόρτα για να δει ποιος θα έμπαινε.
Η
όλη σκηνή κράτησε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου και μετά επικράτησε το
χάος. Πίεσα τη σκανδάλη και δεν πήρα το δάχτυλο μου μέχρι που άδειασε ο
γεμιστήρας. Δε θα άφηνα κανένα περιθώριο σε αυτούς τους εκπαιδευμένους
«φουσκωτούς» να αντεπιτεθούν, ούτε στον επερχόμενο αντίπαλο μου. Το αποτέλεσμα
ήταν να γεμίσω με τρύπες τον πρώτο στην τραχεία, στο στήθος και στο αριστερό
χέρι, να συνεχίσω με τον τοίχο μία καρέκλα του 18ου αιώνα, ένα βάζο
και στη συνέχεια τον μηρό του επόμενου, τα αριστερά πλευρά του και καθώς έπεφτε,
το αριστερό του μάτι. Οι επόμενες πέντε σφαίρες πέτυχαν τον πίνακα στο βάθος
της πόρτας που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο, την πόρτα στο ύψος του πόμολου και
μία ακόμη στο κούφωμα της πόρτας.
Μόλις
ακούστηκε ο δυσοίωνος ήχος του άδειου όπλου το πέταξα αμέσως και με μία πλάγια
βουτιά βρέθηκα στα αριστερά του νέου πτώματος και έπαιρνα το γεμισμένο όπλο
του. Πρόλαβα να δω ότι ήταν οπλισμένο και μόλις έστρεψα την κάνη του προς την πόρτα
ήταν πολύ αργά…
Η τελευταία επίσημη αποστολή…
Σήμερα
θα έκλεινε τα είκοσι και ήταν η πρώτη φορά που θα λάμβανε μέρος σε επιχείρηση
εκτός χώρας. Η ομάδα ήταν πενταμελή και ο συνήθης ελεύθερος σκοπευτής
απουσίαζε, μόνιμα πλέον. Στη Βόρεια Κορέα η ασφάλεια και η ετοιμότητα ήταν κάτι
παραπάνω από δύσκολη αποστολή για ένα πυρήνα τριών ατόμων. Οι άλλοι δύο μετά
βίας ξέφυγαν και μπόρεσαν να δώσουν αναφορά για το τι έγινε. Ήταν μία
ταπεινωτική ήττα για τις ειδικές δυνάμεις που δρούσαν στο σκοτάδι.
Η
επιλογή του αντικαταστάτη ήταν πολύ δύσκολη, καθώς δε μπορούσε η υπηρεσία να
καλέσει τον οποιονδήποτε κομάντο και να του προσφέρει εργασία. Ένας φάκελος
όμως είχε πάνω του μία κόκκινη ένδειξη, αυτό σήμαινε πως κάποιος ήταν
επικίνδυνος για τις ειδικές δυνάμεις όπου υπηρετεί, άρα τέλειος για μυστικές
επιχειρήσεις.
Η
προσέγγιση έγινε όταν ο συνταγματάρχης της μοίρας του, τον κάλεσε ένα πρωί για
να δώσει αναφορά σε ένα περιστατικό που συνέβη μεταξύ των δύο καλύτερων της
μονάδας.
«Στρατιώτη
έμαθα πως συνέβη ένα ατυχές περιστατικό και εσύ ήσουν μέρος αυτού.»
«Κύριε-»
«Σου
έδωσα άδεια να μιλήσεις?»
«Όχι,
κύριε.»
«Ωραία.
Από ότι βλέπω η παραμονή σου στο στρατό δε λύγισε το πνεύμα σου, πόσο μάλλον
τον ατίθασο χαρακτήρα σου. Λοιπόν, συνοψίζοντας, η μονάδα μας και συγκεκριμένα
η μοίρα σου δεν αξίζουν κάποιον σαν και σένα.»
Τα
μάτια του στρατιώτη είχαν στενέψει επικίνδυνα.
Το
μυαλό του άρχισε να υπολογίζει πόσο χρόνο ήθελε για να βγάλει το όπλο του από
τη θήκη του και να φυτέψει μία σφαίρα στο μέτωπο του διοικητή του.
Το
αριστερό του χέρι κάνει μία αδιόρατη κίνηση και ετοιμάζεται να τραβήξει το
όπλο, όταν η πόρτα ανοίγει απότομα και εμφανίζεται μία επιβλητική φιγούρα, με
ύψος κάποια εκατοστά πάνω από το μέσο όρο του μέσου ανθρώπου.
«Συνταγματάρχα
μπορείτε να μας αφήσετε τώρα.»
Η
σκηνή ήταν σουρεαλιστική, με τον συνταγματάρχη να χάνει το χρώμα του και μετά
να γίνεται κατακόκκινος από θυμό, τον στρατιώτη να στέκεται με το χέρι μετέωρο
και τον “εισβολέα” να έχει μία αυτάρεσκη έκφραση.
«Ποιος
νομίζεις πως είσαι και μπαίνεις έτσι στο γραφείο μου?»
«Κλείσ’
το και πήγαινε. Ένατος κύκλος. Τώρα τσακίσου φύγε από εδώ.»
Η
φωνή του δε ξεπερνούσε σε ένταση τα επιτρεπτά όρια της συζήτησης, όμως οι
λέξεις είχαν έναν απροσδόκητο αντίκτυπο, το χρώμα του συνταγματάρχη
εξανεμίστηκε, κάνοντας τον να μοιάζει με φάντασμα. Αργά και χωρίς να το
πιστεύει σηκώθηκε και με το κεφάλι κατεβασμένο έφυγε.
«Αυτή
ήταν η τελευταία σου επίσημη αποστολή. Αν θες έρχεσαι μαζί μας, Φάντασμα.»
Ένα φάντασμα στη ντουλάπα
«Με
το έργο αυτό αναπτύσσεται η συνολική ψυχολογική διαδικασία του εγκλήματος. Ο
δολοφόνος βασανίζεται από άλυτα προβλήματα και απρόσμενα συναισθήματα. Θείοι
και ανθρώπινοι νόμοι ζητούν να τους καταβληθεί το οφειλόμενο αντίτιμο. Στο
τέλος αναγκάζεται να παραδοθεί, ούτως ώστε, παρότι ίσως πεθάνει στη φυλακή, να
μπορεί να χαρεί τη συντροφιά των άλλων ανθρώπινων πλασμάτων. Τον οδηγεί σε αυτό
η αίσθηση ότι απομονώθηκε από την υπόλοιπη ανθρωπότητα.»
«Μάλιστα.
Θες να μου πεις ότι ήρθε η ώρα σου να πληρώσεις τα κρίματα σου? Σε έπιασαν οι
συναισθηματισμοί?»
«Ήρθε
η ώρα ναι, αλλά όχι η δική μου…»
Η
σιωπή ήταν τόσο έντονη που το κρύο και το μεγάλο υψόμετρο είχαν πάψει να
αποτελούν πρόβλημα. Ήξερε ότι όταν έκανε κάποια δήλωση πάντα κάτι εννοούσε και
τώρα εννοούσε ότι ήρθε η ώρα του να πληρώσει, αλλά γιατί?
«Αυτό
είχε πει ο Ντοστογιέφσκι για τον αξιότιμο Ρασκόλνικοφ, στο περίφημο έργο του:
Έγκλημα και τιμωρία. Δε νομίζεις ότι είναι πρέπον να αποδίδεται τιμωρία σε κάθε
είδους έγκλημα?»
«Έχεις
παρανοήσει. Υποτίθεται ότι με στρατολόγησες για να αποδίδεται δικαιοσύνη.»
«Δεν
υποτίθεται. Σε στρατολόγησα για να φέρνεις την τιμωρία σε κάθε έναν που γλύτωνε
από τις ανόσιες πράξεις του. Σε αντίθεση βέβαια, με την προηγούμενη σου
δουλειά…»
«Εκεί
εκτελούσα εντολές, όπως και τώρα.»
«Εδώ
δεν εκτελείς, επιλέγεις. Πάντα επιλέγεις και τώρα επέλεξες λάθος.»
Έβγαλε
τα ακουστικά και έγειρε πίσω στην αυτοσχέδια πολυθρόνα του. Κοίταξε την σπηλιά
που είχε καταλύσει και αναρωτήθηκε αν είχε στείλει κάποιον εναντίον του, για να
τον σκοτώσει.
Υπήρχε
μόνο είσοδος, που χρησίμευε και σαν έξοδος, δεν ήταν ευρύχωρη, αλλά μπορούσε να
χωρέσει ένας άνθρωπος άνετα και να κινείται εξίσου άνετα. Η επιθεώρηση του τού
αποκάλυψε ότι ήταν συμπαγής βράχος παντού, οπότε δύσκολα θα εισχωρούσε κάποιος
πέρα από την είσοδο. Ξαναέβαλε τα ακουστικά και συνέχισε.
«Νομίζεις
ότι είσαι θεός?»
«Ποτέ
δεν ισχυρίστηκα κάτι τέτοιο και αν νομίζεις πως μπορείς να με εξαγριώσεις,
κάνεις λάθος, πάλι.»
Ο
τρόπος που μιλούσε ήταν εξοργιστικός, ήταν αλάνθαστος, μπορεί να μην το έλεγε
ευθέως, αλλά έμοιαζε με θεό σίγουρα. Οι δυο τους δε βρέθηκαν ποτέ από κοντά και
ότι σχέση είχαν ήταν με κάποιο μέσο επικοινωνίας, ωστόσο έμοιαζε να ξέρει τα
πάντα για εκείνον, κάθε σκέψη και κίνηση του, πριν ακόμη την κάνει, ενώ ο ίδιος
δεν ήξερε τίποτα για τον εργοδότη του.
«Φυσικά
έχεις κάθε δικαίωμα να κάνεις ότι θέλεις, δεν το απαγόρεψα ποτέ, όμως, όταν
διαπράττεις κάτι κακό, οφείλω να σε τιμωρήσω.»
«Νομίζω
για πρώτη φορά κάνεις λάθος.»
«Δεν
κάνω ποτέ λάθος και το ξέρεις. Το δικό σου λάθος από την άλλη, ήταν κάτι που
αργά ή γρήγορα θα το μάθαινα. Βασικά το είχα υπολογίσει και μου το
επιβεβαίωσες.»
«Η
αποστολή στέφθηκε από επιτυχία, όπως πάντα άλλωστε.»
«Ναι
συμφωνώ. Η αποστολή ήταν επιτυχημένη, όπως πάντα, άλλωστε… Εγώ μιλάω για τη
δική σου προσωπική αποστολή.»
Η
σπηλιά ξαφνικά έμοιαζε να στενεύει, να γίνεται μικροσκοπική, μία τελεία. Είχε
πάρει κάθε δυνατή προφύλαξη για να μην το μάθει ποτέ κανείς, οπότε πως γινόταν
να ξέρει? Εκτός…
«Μπλοφάρεις.»
«Γιατί
δε μου το λες κατά πρόσωπο?»
Η
φωνή ακούστηκε ενισχυμένη, αντηχούσε σε όλο το σπήλαιο, ένιωθε τις δονήσεις από
την κάθε λέξη στο σώμα του. Η ουλή στο πρόσωπο του είχε μυρμηγκιάσει, ήξερε ότι
ήταν φόβος, ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου: το ίδιο το σκοτάδι. Δεν ήταν άλλο
πια μόνος…
«Σε
ποια χώρα θέλεις τελικά να πάμε?»
«Τέτοια
εποχή η Ευρώπη μαστίζεται από κρύο και όλα υπολειτουργούν.»
«Θαυμάσια
ευκαιρία για μας! Μπορούμε να σκοτώσουμε με την ησυχία μας τον οποιοδήποτε.»
«Όχι
και τον οποιοδήποτε.»
«Αυτό
καλύτερα να το θυμάσαι, γιατί δε μου αρέσει όταν το ξεχνάει κάποιος.»
«Μην
ανησυχείς δεν πρόκειται να το ξεχάσω.»
«Δεν
ανησυχώ, αλλά να ανησυχείς όταν θα το ξεχάσεις εσύ.»
«Με
απειλείς?»
«Αγαπητή
μου, οι μόνες απειλές που θα δεχθείς ποτέ από μένα θα είναι στο πεδίο που έχεις
μπροστά σου, στη σκακιέρα. Αν θέλω να σκοτώσω κάποιον δεν τον προειδοποιώ, του
το δηλώνω ο ίδιος πριν τον σκοτώσω.»
«Αποκλείεται
να με σκότωνες, είμαι η μαθήτρια σου.»
«Είμαι
ο Μέντορας και εσύ μία από τις μαθήτριες μου. Πάντα θα υπάρχει μία Ζακ και ένα
φάντασμα. Πάντα θα υπάρχουν μαθητές, γιατί είναι ιδέες και οι ιδέες δεν
πεθαίνουν, αναγεννιούνται και γίνονται ισχυρότερες.»
«Κι
εσύ?»
«Εγώ
αγαπητή μου είμαι κάτι πέρα από ιδέα, είμαι η δικαιοσύνη, το σκοτάδι των
κολασμένων ψυχών, είμαι το τίποτα.»
Τα
λόγια του την ταρακούνησαν και την ανησύχησαν, κυρίως επειδή ποτέ δεν τον είχε
δει ή αγγίξει και τώρα ένιωθε κάτι να έχει αλλάξει, δεν ήταν ίδιος.
«Πεθαίνεις?»
«Μη
σκοτίζεις το πολύτιμο μυαλό σου με τέτοιες αρνητικές σκέψεις. Ακόμη και αν
πέθαινα, κάποιος θα βρισκόταν να πάρει τη θέση μου. Σου είπα, δεν ανήκω σε
αυτόν τον κόσμο, αλλά μου αρέσει να τον χειρίζομαι. Όταν δε θα μπορώ να το κάνω,
ο διάδοχος μου θα πάρει τη θέση μου.»
«Ποιος
θα είναι αυτός?»
«Ο
νέος Μέντορας, για σένα θα είναι πάντα ο Μέντορας.»
«Για
το Φάντασμα τότε τι είσαι?»
«Γιατί
δεν τον ρωτάς η ίδια?»
«Αν
μπορούσα να τον βρω, τότε θα τον ρωτούσα!»
«Τα
φαντάσματα μερικές φορές, είναι εκδικητικά και συνήθως στοιχειώνουν αυτούς που
σκότωσαν τη θνητή μορφή τους.»
«Τι
θέλεις να πεις?»
«Θέλω
να πω ότι υπάρχουν μυστικά που δε ξέρεις, όπως επίσης ότι σκότωσες τον άνθρωπο
που αρχικά σκότωσε το Φάντασμα.»
Είχε
υποψιαστεί πως υπήρχε ένας βαθύτερος δεσμός μεταξύ τους, αλλά ποτέ δε ρώτησε λεπτομέρειες.
Όσο πιο λίγα ξέρεις για κάποιον, τόσο πιο πολύ δε δένεσαι και ακόμη
περισσότερο, μπορείς να τον σκοτώσεις.
«Ναι
θυμάμαι τι σου είχα πει: Μη δένεσαι, για να μπορείς να σκοτώσεις τον
οποιοδήποτε.»
Τα
λόγια σκάλωσαν στο λαιμό της, είχε παγώσει. Η εκπαίδευση της ήταν να
αντιμετωπίζει ακραίες καταστάσεις και να επιζεί, κανείς δεν την εκπαίδευσε να
αντιμετωπίσει το σκοτάδι.
«Μη
φοβάσαι δε θα πεθάνεις, μου είσαι πολύτιμη. Αυτό δεν ισχύει για τον Βλαντιμίρ,
φυσικά.»
Γνώριζε
ότι το Φάντασμα ήταν ο καλύτερος που υπήρχε, ήταν καλύτερος και από εκείνη,
αλλά όλα υποδείκνυαν ότι ήταν νεκρός. Πως όμως? Αν το σκότωσε κάποιος από τους
υποτελείς του Μέντορα, θα έπρεπε να προσέχει. Αν ήταν ο ίδιος ο Μέντορας, τότε
δε θα γλύτωνε αν έκανε ποτέ λάθος.
«Πάντα
θα υπάρχει ένα φάντασμα στη ντουλάπα μου.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου