Το
τέλος του Σεργκέι…
Ο
πρώην στρατιωτικός και για πολλούς προ πολλού πεθαμένος βρίσκεται με το κεφάλι
ζαλισμένο και για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή του αποπροσανατολισμένος και ανήμπορος να κουνηθεί. Δοκίμασε κάθε δυνατό
τρόπο, αλλά ήταν ακινητοποιημένος σε τέτοιο βαθμό που η παραμικρή μετατόπιση
ήταν επώδυνη. Ήταν εκπαιδευμένος για κάθε είδους μαρτύριο σωματικό και
ψυχολογικό, αλλά ο συγκεκριμένος πόνος ήταν καθολικός.
Τα
μάτια του ήταν καλυμμένα και εκτός των άλλων προβλημάτων του, δε μπορούσε να
προσδιορίσει αν ήταν καθισμένος ή όρθιος ή αναποδογυρισμένος. Φαινόταν να
μετατοπίζεται κάθε τόσο, όμως η κίνηση ήταν τυχαία.
«Ποτέ
δε σκέφτηκα ότι θα με έπιαναν και θα με είχαν αιχμάλωτο άτομα κατώτερης
φύσεως…» σκεφτόταν όταν ακούστηκε μία πόρτα να ανοίγει.
Δύο
φιγούρες μπήκαν στο δωμάτιο και σταμάτησαν σε κοντινή απόσταση από τον
δολοφόνο. Η μία φιγούρα μύριζε ένα γνωστό άρωμα, τόσο γνωστό που δε μπορούσε να
μην το αναγνωρίσει.
«Ζακ?»
«Εξαιρετικά
αγαπημένε μου. Ήξερα ότι είσαι ο καλύτερος.» η φωνή της έκρυβε μία δόση απειλής
και κάτι άλλο που δε μπορούσε να γίνει αντιληπτό.
«Γιατί?»
«Απορώ
που δεν κατάλαβες ακόμη…»
«Δε
μπορεί να ξέρει… Αποκλείεται…» σκεφτόταν.
«Ναι
εκείνη δε θα μπορούσε να ξέρει το μικρό σας μυστικό, εγώ όμως? Μικρέ μου Παύλε.
Παύλος Θίοντορ Σεργκέι.»
Ακούστηκε
μία μικρή κραυγή, ο αιφνιδιασμός της Ζακ ήταν έκδηλος, όσο και η έκπληξη στα
χαρακτηριστικά του Σεργκέι. Κανείς δεν ήξερε την πραγματική του ταυτότητα, ούτε
καν οι εκπαιδευτές του.
«Ποιος
είσαι?» ρώτησε τραχιά.
«Δε
με ξέρεις και δεν πρόκειται να με μάθεις.»
Η
Ζακ πλησίασε και του έβγαλε την κουκούλα που του κάλυπτε το πρόσωπο. Έστρεψε
όσο μπορούσε το κεφάλι του για να δει που βρισκόταν. Ο χώρος έμοιαζε με πρώην
εργοστάσιο, πολύ ψηλό ταβάνι, διασκορπισμένες κολώνες, στρογγυλές και αρκετά
παχιές με ένα τσιμεντένιο δάπεδο. Ο χρόνος είχε αφήσει τα σημάδια του, καθώς
σκόνη και σκουπίδια υπήρχαν ανάκατα παντού με τους αρουραίους να περιδιαβαίνουν
νωχελικά.
«Που
είμαστε?» ρώτησε με συγκρατημένη οργή.
«Στο
Λονδίνο αγαπητέ μου.» απάντησε σε ήπιο τόνο η Ζακ.
Τότε
πρόσεξε τον άντρα δίπλα της, φορούσε από πάνω ως κάτω μία μαύρη κάπα με την
κουκούλα να καλύπτει τελείως το πρόσωπο και οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό.
Του θύμισε μία φωτογραφία που είχε και την έβλεπε όταν γυρνούσε από κάθε επιτυχημένη
αποστολή: η κάρτα ταρό του θανάτου στο φόντο και εκείνος μπροστά της ενώ ήταν
μόλις δεκαπέντε χρονών. Η ζωή δεν είναι ποτέ δίκαιη.
«Κάποτε
διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας, αλλά δεν είχα την ευκαιρία να σε γνωρίσω
καλύτερα.» του είπε ο παράξενος τύπος.
«Ναι
δε θυμάμαι μία μαυροφορεμένη αδερφούλα σαν και του λόγου σου να με
περιτριγυρίζει.»
«Πρόσεχε
πως μιλάς!»
«Άστον!»
ακούστηκε η κοφτή εντολή «Ξέρω πολύ καλά το παιχνίδι που σου μάθανε. Αν θες να
ξέρεις πως το ξέρω, πέρασα κι εγώ από την ίδια εκπαίδευση και κρίθηκα
ακατάλληλος, όπως η Ζακ και έβαλαν να με εξοντώσουν, βέβαια όχι με τόσους,
όσους η Ζακ, αλλά γλίτωσα για να σε στοιχειώσω.»
«Βλαντιμίρ?»
Ο
Βλαντιμίρ ήταν παιδικός φίλος του Σεργκέι και μετά πιστός σύντροφος στην
εκπαίδευση και στις αποστολές μέχρι τη μέρα που ήρθε η εντολή να τον εξοντώσουν
γιατί αποτελούσε απειλή για την οργάνωση.
«Ο
Βλαντιμίρ πέθανε όπως ξέρουμε και οι δύο πολύ καλά. Εσύ τον σκότωσες.»
«Πώς…?
Ποιος…?»
«Είμαι
η σκιά που ζει στο σκοτάδι, ήμουν η αρχή και ο διάδοχος μου είναι η Ζακ.
Επιλεγήκαμε από το ίδιο το σκοτάδι και από τον ίδιο μέντορα.»
Τότε
η κουκούλα άρχισε να σηκώνεται και αποκάλυψε ένα πρόσωπο γερασμένο με μία ουλή
να διαγράφει ημισέληνο από τον αριστερό κρόταφο ως το δεξί αυτί, χαράσσοντας
μία διαδρομή ανάμεσα στο πάνω χείλος και τη μύτη. Μόνο ένα άτομο υπήρξε με
αυτήν την ουλή.
«Φάντασμα…?»
ο τόνος του εμπεριείχε φόβο, κάτι που άφηνε να φανεί για πρώτη φορά όσο τον γνώριζε
η Ζακ.
«Αυτοπροσώπως!
Δεν περίμενα να με θυμάσαι Σεργκέι.»
«Ξεχνιέται
αυτή η ασχημόφατσα?»
«Όπως
δε ξεχνιέται το χιούμορ σου.»
Τότε
ακούστηκε ένας ισχυρός οξύς ήχος και μετά μία ανδρική φωνή:
«Αν
κρίνω από τα πρόσωπα σας η σύνδεση ήταν κάκιστη. Ζητώ συγνώμη.
Ξανασυναντιόμαστε κατά κάποιο τρόπο. Βλέπω είχες τη τιμή να συναντηθείς ξανά με
γνώριμα πρόσωπα, όμως κάπου εδώ γράφεται το φινάλε σου. Αντίο.»
Παύλος
Θίοντορ Σεργκέι …
Η
ζωή ενός παιδιού του δρόμου στη Ρωσία της Κομμούνας και του σταλινικού
καθεστώτος και ειδικά ενός κοριτσιού που βρέθηκε σε ορφανοτροφείο γιατί οι
γονείς της κατηγορήθηκαν εχθροί του καθεστώτος δεν είναι και η πιο απλή. Το
όνομα της το είχε ξεχάσει τόσα χρόνια έγκλειστη, ήταν μόνο ένας ακόμη αριθμός.
31
– 0784 – 75
Τα
πρώτα χρόνια ήταν τα πιο δύσκολα, σκληρή εκπαίδευση για την σωστή πλύση
εγκεφάλου, να μείνεις όσο γίνεται ανέγγιχτη από άλλα ορφανά που έφτασαν σε
ηλικία ζευγαρώματος. Μετά από πολλές κακουχίες και τη σωστή «εκπαίδευση» πέρασε
στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως «ψυχαγωγική παρουσία» των αξιωματικών. Αυτό
σήμαινε σχεδόν καθημερινό βιασμό από δύο μέχρι τρεις άντρες. Ότι προσπάθησε να
αποφύγει με κόπο στην παιδική της ηλικία το βρήκε μπροστά της στην ενήλικη ζωή
της.
Όσο
καιρό έμεινε εκεί αναγκάστηκε να αποβάλλει τέσσερις φορές, όχι όμως και την
πέμπτη. Εκείνο το βράδυ την ήθελε προσωπικά ο λοχαγός του στρατοπέδου, μόλις
είχε γίνει διοικητής όταν έφυγε ο ταγματάρχης, και ήθελε λίγη διασκέδαση. Ήταν
όμως προχωρημένη η εγκυμοσύνη της και δε θα επέτρεπε με κανέναν τρόπο να χάσει
και αυτό το μωρό.
Ο
λοχαγός την υποδέχτηκε στο γραφείο του διοικητή και εκείνη τον υποδέχτηκε με
πέντε μαχαιριές στο λαιμό. Η έξοδος της από το στρατόπεδο ήταν κάπως πιο εύκολη
από το φόνο που διέπραξε καθώς οι φρουροί την ήξεραν και η δικαιολογία της
φάνηκε πιστευτή. Από εκεί κατέληξε περιπλανώμενη μέχρι που τη μάζεψε μία
ηλικιωμένη και έζησαν μαζί μέχρι που γέννησε. Η συμφωνία ήταν να φύγει μόλις θα
γεννούσε, αλλά δε μπορούσε να φύγει με ένα παιδί στην αγκαλιά, έτσι τη σκότωσε.
Ο
μικρός Σεργκέι μεγάλωσε στην αθλιότητα και τις κακουχίες, έβλεπε τη μάνα του να
ψάχνει φαγητό στα σκουπίδια και να φέρνει στο σπίτι άντρες που στο τέλος την
πλήρωναν. Ένιωθε μίσος που δε μπορούσε να τη βοηθήσει και όσο μεγάλωνε ήταν εις
βάρος της. Είχε κλείσει τα δέκα και η μητέρα του θύμιζε σκιάχτρο, ουσιαστικά
ζούσε εις βάρος της και αυτό τον έκανε να αναζητά τρόπους να βρίσκει φαγητό και
χρήματα.
Είχε
μπει σε μία συμμορία από κλέφτες και κακοποιούς και έκαναν διαρρήξεις, έκλεβαν
στο δρόμο, στις υπαίθριες αγορές, έκαναν ότι μπορούσαν για να επιβιώσουν. Ο
χειμώνας ήταν η πιο δύσκολη εποχή και ο στρατός έμοιαζε να βρίσκεται παντού και
αν δεν ήταν αυτός θα ήταν η αστυνομία. Μία μέρα η συμμορία αριθμούσε επτά άτομα
και την ημέρα που πέθανε η μητέρα του είχαν απομείνει τρεις.
«Βλαντιμίρ
τι θα κάνουμε?»
«Πρέπει
να φύγουμε από εδώ να πάμε νότια.»
«Αν
μας πιάσουν θα μας στείλουν στα γκουλάγκ!»
Ο
Βλαντιμίρ πηγαινοερχόταν στο εγκαταλελειμμένο σπίτι όπου είχαν βρει καταφύγιο.
Φαινόταν προβληματισμένος καθώς ο τρίτος της παρέας ο Ντιμίτρι είχε αργήσει
πάνω από δύο ώρες από την προκαθορισμένη ώρα τους.
«Αυτό
αποκλείεται! Καλύτερα νεκρός παρά εκεί!»
«Δεν
έχουμε επιλογή…»
«Μας
έχει μείνει μία…»
«Δε
θα αντέξουμε…»
«Αντέξαμε
τόσους χειμώνες.»
Η
απόφαση πάρθηκε ένα κρύο πρωινό που είχαν στερέψει τα τρόφιμα και η φωτιά δεν
επαρκούσε. Ο Ντιμίτρι δεν είχε γυρίσει και δε μπορούσαν να παραμείνουν εκεί,
μπορεί να είχε λυγίσει και να είχε δώσει το μέρος όπου κρύβονταν.
Βρέθηκαν
στους υπονόμους όπου κρυβόταν μία μυστική οργάνωση η οποία επιζητούσε τη
δημιουργία της Νέας Ρωσίας. Στην αρχή τους είχαν αποκομμένους να μένουν στην
επιφάνεια όπως πριν και τους έδιναν φαγητό μόνο κάθε μεσημέρι. Η καχυποψία πως
μπορεί να τους είχε βάλει η κυβέρνηση ήταν έντονη, όμως έβλεπαν πως είχαν ζήσει
στους δρόμους και ήταν λιγότερο επιφυλακτικοί.
Αρκετούς
μήνες μετά συναντήθηκαν με τον αρχηγό των υπονόμων, ένα σκληρό και τραχύ
καραφλό ρώσο που μιλούσε με τρόπο που έδειχνε πως οι λέξεις του προκαλούσαν
πόνο για να τις αρθρώσει. Αφού τους επιθεώρησαν στη συνέχεια τους είπαν να
αφήσουν οτιδήποτε είχαν σε ένα κουτί.
Πάνω
από το κουτί στεκόταν ο Παύλος Θίοντορ Σεργκέι κρατώντας το μοναδικό πράγμα που
του είχε αφήσει η μητέρα του: ένα μενταγιόν με τη φωτογραφία της και ένα μικρό
χαρτί με το όνομα του. Έκλεισε το καπάκι και από εκεί αποχώρησε ο Σεργκέι.
Το
Κόκκινο Άστρο…
«Αρχηγέ
μόλις τυπώθηκε το μανιφέστο.» ο στρατιώτης έδινε αναφορά πάντα σε στάση
προσοχής.
Ο
αρχηγός ήταν ένας πρώην αξιωματικός του σοβιετικού στρατού, σκληροτράχηλος και
αλύγιστος. Είχε αποταχθεί γιατί τα πιστεύω του έρχονταν σε ευθεία ρήξη με το
καθεστώς.
Πήρε
στα χέρια του το μανιφέστο και άρχισε να διαβάζει σιωπηλά. Δεν άργησε και έδωσε
κοφτή την εντολή του:
«Μπορείς
να πηγαίνεις. Φέρε μου όμως τον σύντροφο Ρασπούτνικ.»
Όταν
έφυγε ο στρατιώτης έμεινε σκεφτικός να μελετάει το χαρτί μπροστά του.
Η Νέα Ρωσία θα προσφέρει όλα όσα δε
μπόρεσε να προσφέρει ο Στάλιν και ο προκάτοχος του ο Λένιν.
Σύντροφοι μπορούμε ενωμένοι να
επαναφέρουμε την αίγλη και το κύρος της ρωσικής αυτοκρατορίας χωρίς τσάρους και
κυρίως χωρίς δικτάτορες να μας τρομοκρατούν.
Το Κόκκινο Άστρο αναγεννήθηκε από τις
στάχτες των συντρόφων που έδωσαν τη ζωή τους για ένα καλύτερο μέλλον, για όλους
εκείνους που δολοφονήθηκαν με το πρόσχημα των προδοτών.
Ήρθε η ώρα να σταματήσουν όλα αυτά και
να ενωθούμε ως αδέρφια σύντροφοι, αυτό που ήμασταν πάντα ένας λαός .
Ενωθείτε μαζί μας σύντροφοι!
Ο
Ρασπούτνικ βρισκόταν στη μέση της τέταρτης δεκαετίας της ζωής του με κοντό μαύρο
μαλλί και σώμα ευθυτενές. Όταν εισήλθε στο δωμάτιο βρήκε τον διοικητή
αφηρημένο, καθώς όταν παρουσιάστηκε δεν πήρε απάντηση και περίμενε σε στάση προσοχής
σαν πιστός στρατιώτης.
Μερικά
λεπτά μετά ο διοικητής επανήλθε στην πραγματικότητα παρατηρώντας τον σύντροφο
με τρόπο που έδειχνε να τον βλέπει για πρώτη φορά.
«Ρασπούτνικ
διάβασες το μανιφέστο?» είπε δείχνοντας με απαξιωτικό τρόπο το φύλο που είχε
αφήσει στο γραφείο.
«Όχι
κύριε διοικητά δεν έτυχε να το διαβάσω.»
«Διάβασε
το και πες μου τη γνώμη σου.»
Κινήθηκε
με αργό βήμα προς το γραφείο ώστε να μπορέσει να ζυγίσει τις επιλογές του και
να βρει ποια απάντηση θα ήταν η πιο σωστή. Πήρε στα χέρια του το χαρτί και
άρχισε να διαβάζει. Όταν τελείωσε ήξερε τι πρέπει να απαντήσει.
«Διοικητά
αυτό δεν είναι μανιφέστο.»
«Συνέχισε.»
«Όταν
ιδρύθηκε το Κόκκινο Άστρο οι σύντροφοι δε χρειάζονταν προσκλητήριο, ήταν όλοι
ενωμένοι σα γροθιά, ένας λαός –»
Η
φράση του έμεινε μετέωρη όταν ένα χτύπημα στην πόρτα ακούστηκε.
«Εμπρός!»
αυταρχική η φωνή του διοικητή.
Ο
φρουρός απέξω μπήκε στο δωμάτιο με έντρομο ύφος.
«Με
συγχωρείται κύριε, αλλά έξω έχει έρθει ο Σεργκέι και μου είπατε όταν –»
«Να
περάσει αμέσως!»
Πίσω
ακριβώς από το φρουρό ερχόταν με ματωμένα ρούχα ο Σεργκέι έχοντας μόλις
προσπεράσει το όριο της ενήλικης ζωής.
«Ήρθα
να δώσω αναφορά. Η αποστολή εστέφθη με επιτυχία.»
«Καλώς.
Αύριο φεύγεις για Αφγανιστάν. Θα συνεχίσεις την εκπαίδευση σου εκεί.»
«Μάλιστα
κύριε.»
Ο
Σεργκέι χαιρέτησε στρατιωτικά και έκανε να φύγει.
«Σεργκέι?»
«Μάλιστα?»
«Καλή
δουλειά.»
«Μάλιστα
κύριε.»
Η
προδοσία…
Ο
πρώτος χρόνος ήταν ο πιο σκληρός της στρατιωτικής τους εκπαίδευσης με κάθε
είδους έδαφος, συνθήκες θερμοκρασίας, αϋπνίας, ασιτίας και γενικά κακουχίας.
Από την πρώιμη αυτή εκπαίδευση επιλέγονταν όχι οι καλύτεροι, αλλά αυτοί που θα
έμεναν ζωντανοί και ικανοί να συνεχίσουν.
Ανάμεσα
στους έντεκα που είχαν μείνει στο κοιτώνα ήταν ο Βλαντιμίρ και ο Σεργκέι,
φανερά καταπονημένοι, όμως αρκετά υγιείς. Στήριζε ο ένας τον άλλο καθ’ όλη τη
διάρκεια , τόσο στο πεδίο όσο και στην ανελέητη πλύση εγκεφάλου. Οι υπόλοιποι
της παρέας ήταν και αυτοί αναλώσιμοι, οπότε δε δέθηκαν ποτέ μαζί τους.
Σε
μία άσκηση έχασαν από έκρηξη έναν ακόμη σύντροφο και έμειναν δέκα να
αντιμετωπίσουν αδίστακτους εκπαιδευτές και το ατέλειωτο κρύο. Η βότκα και το
παστό αλογίσιο κρέας ήταν καθημερινά αυτό που τους κρατούσε όρθιους. Λίγες
μέρες μετά ήρθε το τέλος της βασικής τους εκπαίδευσης και αυτό σήμαινε μόνο ένα
πράγμα.
«Η
αποστολή σου είναι να σκοτώσεις το σύντροφο Βλαντιμίρ.»
Η
τόσο λακωνική εντολή δεν του έκανε έκπληξη, ήξερε τι τον περίμενε, αλλά και
πάλι ήταν δύσκολο, τόσο δύσκολο που χρειάστηκε ένα λεπτό για να νεύσει
καταφατικά. Ποτέ δεν αργούσε στις εντολές, όσο περίεργες και να ήταν. Είχε
γεννηθεί όμως δολοφόνος, το ήξερε βαθιά μέσα του και το ένστικτο της επιβίωσης
τον καθοδηγούσε, όπως τον καθοδήγησε στη χαριστική βολή που έστειλε το μοναδικό
του φίλο κάπου καλύτερα από την κόλαση όπου ονομαζόταν ζωή.
Η
μάχη ήταν σκληρή και πολύωρη, όμως στο τέλος νίκησε η αντοχή και η αδυναμία του
αντιπάλου. Τα συναισθήματα είχαν μπει στη μέση, η μεγαλύτερη αδυναμία.
Το
χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και δε μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τι τοπίο θα
ήταν, αν δεν ήταν μία ατέλειωτη άσπρη σκηνή. Το μόνο χρώμα ήταν το αίμα από τις
πληγές των διαγωνιζομένων που θύμιζε πίνακα του Πόλοκ. Ο Σεργκέι σκούπιζε το
μαχαίρι το στο παντελόνι του αντιπάλου του όταν ο Βλαντιμίρ ξεψυχώντας είπε:
«Γιατί
με πρόδωσες?»
«Ήσουν
αδύναμος, δε φταίω εγώ.»
Οι
αναμνήσεις τώρα που έφτανε η δική του ζωή στο τέλος της φάνταζαν μακρινές και
τόσο κοπιαστικές για να θυμάται, πόσο μάλλον να προσποιηθεί ότι λυπάται. Αμυδρά
θυμόταν τη μητέρα του, το μόνο πράγμα που στο διαστρεβλωμένο μυαλό του είχε ως
ιερό.
Θυμόταν
τα μάτια της και την τραχιά φωνή της, οι κακουχίες που είχε περάσει την είχαν
γεράσει πριν την ώρα της. Στα παιδικά του χρόνια είδε και άκουσε πράγματα που
διαμόρφωσαν έναν αδίστακτο, σκληρό άντρα που μοναδικός σκοπός της ζωής του ήταν
η επιβίωση. Η μόνη πράξη συμπόνιας που είχε να επιδείξει μέχρι τη στιγμή που
κατετάγη στο Κόκκινο Άστρο ήταν η δολοφονία της ίδιας του της μητέρας.
Η
αρρώστια της κράτησε πάνω από δύο εβδομάδες, διάστημα που πάλεψε με νύχια και
με δόντια να παραμείνει στη ζωή, όμως έσβηνε αργά και βασανιστικά.
«Πρέπει
να με αφήσεις να φύγω και να μου υποσχεθείς πως ότι και να γίνει θα επιβιώσεις
και θα έχεις καλύτερη ζωή από μένα.»
«Δεν
πρόκειται να σε αφήσω! Δε θα πάθεις τίποτα!» φώναζε τότε.
Η
μητέρα του τον κοίταξε κουρασμένα, ενώ ήταν ξαπλωμένη σε ένα σάπιο κρεβάτι που
είχαν βρει σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι. Μερικές κουβέρτες τρύπιες σκέπαζαν το
βασανισμένο της κορμί και ο μικρός Σεργκέι πάσχιζε μάταια να την ζεστάνει. Τα
βράδια ήταν κρύα, μα οι μέρες χειρότερες, καθώς ο ήλιος δεν έβγαινε πάντα,
μένοντας κρυμμένος πίσω από σύννεφα.
Είχε
μαζέψει ξύλα για να ανάψει φωτιά όταν γυρίζοντας στο σπίτι αντίκρισε τη μητέρα
του να προσπαθεί να κόψει τις φλέβες της με το μοναδικό μαχαίρι που είχαν, ένα
σκουριασμένο κουζινομάχαιρο.
«Τι
κάνεις εκεί?» μπήκε ουρλιάζοντας.
Πάλεψαν
για λίγο, η μητέρα του ήταν τόσο αδύναμη που ήταν θαύμα το γεγονός ότι μπορούσε
να στέκεται όρθια.
«Πρέπει
να με αφήσεις να φύγω, δεν αντέχω άλλο τον πόνο…»
«Θα
γίνεις καλά.» είπε, αλλά δεν το πίστευε.
«Ξέρεις
τι πρέπει να κάνεις.»
«Ναι.»
Η
μητέρα του ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια.
Κράτησε
το μαχαίρι με τα δύο του χέρια και το κάρφωσε με δύναμη στο στήθος της. Μονάχα
ένα αχ ακούστηκε από τα χείλη της προτού ξεψυχήσει και από εκείνον ένα δάκρυ.
Τα
χρόνια πέρασαν και όταν πλέον είχε ανέβει στην ιεραρχία και πολλές αποστολές
μετά ήρθε η μέρα που συνάντησε για πρώτη φορά τη Ζακ. Αμέσως τον τράβηξε η
αθωότητα στο βλέμμα της και η αγριότητα που έκρυβε από πίσω. Τα πράσινα μάτια
της τον είχαν καθηλώσει, νιώθοντας μία ακατανίκητη έλξη, αλλά η στρατιωτική
εκπαίδευση του υπερίσχυσε, προσωρινά.
Οι
γυναίκες στο στρατό τους δεν έχαιραν εκτίμησης, πόσο μάλλον προστασίας και
σεβασμού. Η λογική ήταν πως ήθελαν γυναίκες – δολοφόνους και ως επί το πλείστον
επαγγελματίες ιερόδουλες, για να μπορούν να αποπλανούν τους στόχους ή να
κρύβονται πίσω από τη βιτρίνα της διεθνούς μαστροπίας.
Η
βασική εκπαίδευση ξεκινούσε με το πώς δε θα βιάζονταν από τους υπόλοιπους
συντρόφους τους, όσες επέδειχναν φυσικό ταλέντο σε αυτές τις δοκιμασίες
προχωρούσαν στην αμέσως επόμενη δοκιμασία. Το στάδιο αυτό περιελάμβανε κάθε
είδους σωματικό βασανιστήριο, με σκοπό να γίνουν ανθεκτικές και κυρίως να μη
«σπάσουν» σε περίπτωση που θα αιχμαλωτίζονταν. Παράλληλα η γνώση πολεμικών
τεχνών κάθε είδους ήταν απαραίτητη και για αυτό προπονούνταν καθημερινά.
Ελάχιστες
τα κατάφερναν και ελάχιστες έφταναν μέχρι το τέλος, όπως τη χρονιά που ανέλαβε ο
Σεργκέι την εκπαίδευση όπου έφτασαν μέχρι τέλους μόνο δύο. Η πρώτη ήταν μία
γυναικεία φονική μηχανή με δέκα σκοτωμένους συντρόφους που προσπάθησαν να τη
βιάσουν και ήταν πολλά υποσχόμενη για το μέλλον. Η δεύτερη ήταν η κρυφά
επικροτούμενη του με το περίεργο ψευδώνυμο, Ζακ.
«Πως
προέκυψε αυτό το όνομα? Ζακ?»
«Τι
θες να μάθεις ακριβώς? Πως θα με ρίξεις?» τον κοίταξε με ένα ψυχρό βλέμμα, κάτι
που τον έκανε να την θέλει ακόμη περισσότερο.
«Κατευθείαν
στο θέμα?»
«Σε
έχουν εκπαιδεύσει να χρονοτριβείς για πολλές ώρες?»
Η
πρόκληση ήταν τόσο φανερή που ενώ αρχικά ήθελε να παίξει, τώρα το μόνο που
ήθελε ήταν να βρεθεί αυτό το άγριο θηλυκό από κάτω του. Βρίσκονταν στην ύπαιθρο
ανάμεσα σε χιονισμένα δέντρα και έναν παγωμένο ποταμό, όπου είχαν διεξαγάγει με
επιτυχία μία εικονική αποστολή. Της πέταξε απρόσμενα μία μεγάλη πέτρα και
εκείνη αντανακλαστικά έγειρε το κορμί της πίσω για να την αποφύγει. Την ίδια στιγμή
είχε εφορμήσει εκείνος για να την ρίξει, αλλά μερικά εκατοστά προτού την πιάσει
είχε γυρίσει και το πόδι της βρέθηκε να κλωτσά με δύναμη το αριστερό του αφτί.
Η
επόμενη κλωτσιά αποκρούστηκε με το δεξί του χέρι και με το αριστερό είχε
ακουμπήσει στο έδαφος για να διαγράψει μία ελικοειδή τροχιά με το πόδι του για
να την αναχαιτίσει. Καμία επίθεση του δε βρήκε στόχο και βρέθηκε να αμύνεται
όπως μπορούσε. Όλες τις οι κινήσεις ήταν μετρημένες και απέριττες, καθιστώντας
την έναν αρκετά δύσκολο αντίπαλο.
Μπορούσε
να διακρίνει στα μάτια της ότι το ευχαριστιόταν όσο και εκείνος, αλλά αν ήθελε
να τη δαμάσει θα έπρεπε να κάνει κάτι δραστικό. Τότε είδε ένα κλαδί με αγκάθια
πάνω του και έφερε το σώμα του έτσι ώστε να το αποκρύψει από το οπτικό της
πεδίο. Προσποιήθηκε επίθεση, εκείνη έκανε ένα μικρό βήμα προς τα πίσω και την
ίδια στιγμή έστριψε επί τόπου ξεριζώνοντας το κλαδί με μανία. Έχοντας γυρισμένη
την πλάτη ήξερε ότι θα του επιτιθόταν, έτσι την ώρα που έκανε την κίνηση της με
ένα ανάποδο χτύπημα στα πλευρά και αρκετές γροθιές στο πρόσωπο, ήταν δική του.
Αυτό
το κομμάτι της ανάμνησης ήταν το καλύτερο και το κράτησε ζωντανό στη μνήμη του
μέχρι που άκουσε τον οπλισμό του όπλου. Κοίταξε κατάματα τη Ζακ και της είπε:
«Έχεις
τα κότσια μικρή να το κάνεις?»
«Η
μικρή που ήξερες μεγάλωσε. Αυτήν τη φορά δε θα είσαι ο πρώτος μου.»
Η
σφαίρα διέγραψε ευθεία πορεία και έβαλε τέλος στη ζωή του Σεργκέι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου