Η δομή των ιστοριών περιστρέφεται γύρω από την Ζακ, μία εκπαιδευμένη δολοφόνο, με ένα βίαιο παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.
Ο Μέντορας είναι αυτός που βρίσκεται στο παρασκήνιο και κινεί τα νήματα, καθοδηγώντας παράλληλα την ηρωίδα σε αποστολές, δολοφονίες και όχι μόνο.
Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι κανείς δε γνωρίζει ποιος είναι ο Μέντορας και η Ζακ εμπιστεύεται κάποιον που δεν έχει δει ποτέ σε ολοένα και πιο επικίνδυνες αποστολές, με απρόσμενα αποτελέσματα.

Η ζωή είναι μία σειρά από επιλογές, η εκδίκηση είναι μία από αυτές...

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Ζακ 10 - Ζακλίν όχι Ζακ

Επισκέπτης…

«Μπήκες σε μεγάλο κόπο σήμερα για να με εξοντώσεις ομολογώ.»
«Άλλη μια μέρα στη δουλειά ήταν μόνο.»
«Βασικός σου στόχος ήταν τότε η ανάκτηση του αφεντικού σου?»
«Είχες κάτι δικό μου και το ήθελα πίσω, ήταν θέμα χρόνου λοιπόν να το πάρω. Όσο για σένα προσωπικά, είναι ζήτημα μερικών λεπτών.»
«Ακούγεσαι πολύ σίγουρος για τον εαυτό σου, αλλά να σου υπενθυμίσω ότι είμαι ο καλύτερος στην εξαπάτηση.»
«Αν ήσουν ο καλύτερος τότε θα σταματούσες τον απρόσκλητο επισκέπτη σου.»
«Μπλοφάρεις και για να στο αποδείξω, γιατί δεν ελέγχεις το δωμάτιο της κλινικής? Να σου πω μήπως τον αριθμό του δωματίου?»
Ένας ακαθόριστος, οξύς ήχος μικρής διάρκειας ακούστηκε από την άλλη γραμμή και μετά σιωπή.
«Σκέφτεσαι τις επιλογές σου έτσι δεν είναι? Σου είπα είμαι ο καλύτερος και σίγουρα οι υπόλοιποι έχουν δυσαρεστηθεί με τις καθυστερήσεις.»
«Ξέρεις θα ήθελα να συνομιλήσουμε περισσότερο για την εσφαλμένη αντίληψη σου να λες συνέχεια ότι είσαι ο καλύτερος, ενώ έχεις οικειοποιηθεί ένα όνομα που ανήκει σε άλλον. Ο Ιανός ήταν θεός και μάλιστα εκείνος που ξέφυγε από την λογική των άλλων θεών. Το γεγονός ότι σου έχουν επιτρέψει να φέρεις το όνομα αυτό είναι γιατί ο πραγματικός Ιανός θέλει να μείνει στις σκιές, περιμένοντας με να κάνω την κίνηση μου.»
«Εγώ είμαι ο ένας και μοναδικός, για αυτό αν θες κάνε μου τη χάρη να το βουλώσεις, αλλιώς-»
«Αλλιώς τι?»
Η φωνή του συνομιλητή του ακούστηκε δυσοίωνα κοντά, πολύ κοντά.
Ο Ιανός που βρισκόταν στο κτίριο ήταν ένα ανδρείκελο που ο πραγματικός είχε προωθήσει και πείσει πως μπορούσε να παριστάνει τον αρχηγό. Αναμφίβολα είχε ικανότητες, όχι τέτοιες όμως που άρμοζαν σε κάποιον με τεράστια υπομονή και επιδεξιότητα.
«Δε μπορεί…» κατάφερε να ψελλίσει προτού το κεφάλι του αποχωριστεί από το υπόλοιπο σώμα του.
Ο Μέντορας κινήθηκε με την άνεση του ανθρώπου που είχε ξαναβρεθεί στο χώρο και με το αίμα που ανάβλυζε από την τραχεία άφησε ένα μήνυμα για τον πραγματικό Ιανό. Συμπλήρωνε την τελευταία λέξη στον τοίχο όταν δέχθηκε σήμα ότι υπήρχαν επισκέψεις. Το μήνυμα του ήταν: «Έρχομαι για σένα».

Η τοπική αστυνομία είχε κληθεί να ερευνήσει αναφορές που έλεγαν πως ακούστηκαν πυροβολισμοί σε ένα ξενοδοχείο και ότι όφειλαν να ερευνήσουν το συμβάν. Το πιο κοντινό περιπολικό περιελάμβανε το βετεράνο πλέον σε συμβάντα υψηλού κινδύνου Χακάν Σεϊμάνογλου, Τούρκο μετανάστη με εικοσαετή εμπειρία στο σώμα και τον Σούλτς Φιρτ, απόφοιτο της ακαδημίας με ένα χρόνο προϋπηρεσία.
Ο Χακάν τον είχε προετοιμάσει πως: «Ή φάρσα θα είναι ή καμία απατημένη βρήκε το σύζυγο της με άλλη και πήγε να τον σκοτώσει.»
Το μυαλό του Σούλτς είχε παραμείνει κολλημένο στην εικόνα ενός εφήβου που τον κοιτούσε ατάραχος, ενώ κρατούσε ένα ανθρώπινο κεφάλι από τα μαλλιά. Η εικόνα είχε χαραχτεί στη μνήμη του, γνωρίζοντας πως ότι και να γινόταν δε θα την ξεχνούσε ποτέ. Από εκείνη τη μέρα και μέχρι το τέλος της ζωής του θα έβλεπε εφιάλτες που θα τον στοίχειωναν κάθε φορά που θα έκανε κάποιο λάθος, σα μία νέμεση να τον κυνηγά και να του θυμίζει ότι υπάρχει κάποιος που θα τον κυνηγούσε αν δε διόρθωνε τα λάθη του.
Η μέρα του είχε ξεκινήσει όπως όλες, μία τυπική, τυπικότατη μέρα, για να καταλήξει στην αίθουσα ανακρίσεων με τον Ροθ να τον ανακρίνει σαν ένα κοινό εγκληματία. Σιχαινόταν τον Ροθ, όσο κανέναν άλλο στο τμήμα.
«Πάμε πάλι από την αρχή.» έλεγε για τρίτη φορά ο ντετέκτιβ Ροθ.
«Πόσες φορές πρέπει να πω τα ίδια?» φώναξε αγανακτισμένος ο Σούλτς.
«Τόσες όσες χρειαστεί, ξέρεις τη διαδικασία.» του αντιγύρισε ατάραχος.
«Δεν είμαι ύποπτος! Έτυχε να είμαι στη κατάλληλη θέση την πιο ακατάλληλη στιγμή…»
«Συμφωνώ απολύτως!» είπε με ψεύτικο ενθουσιασμό «Το μόνο πρόβλημα είναι πως ο δολοφόνος αφού είχε ξεπαστρέψει τόσα άτομα άφησε εσένα ζωντανό? Δε σου φαίνεται περίεργο?»
«Καλύτερα να με είχε σκοτώσει.» σκεφτόταν.
Η ανάκριση είχε αποκομίσει μόνο πως ένας ύποπτος είχε διεισδύσει στον τρίτο όροφο του ξενοδοχείου και είχε αποκόψει την παροχή ρεύματος σε όλο τον όροφο, αλλά είχε και ακρωτηριάσει αρκετούς τύπους που είχαν εκκρεμή εντάλματα σύλληψης από την Ιντερπόλ. Ανάμεσα σε αυτούς βρισκόταν και το αποκεφαλισμένο πτώμα αγνώστων στοιχείων, ενώ αποτυπώματα, DNA κτλ. δεν συνέπιπταν σε καμία λίστα. Το κεφάλι του έλειπε από τον τόπο του εγκλήματος.
«Τι σου είπε ακριβώς?»
«Θα γυρίσεις από την άλλη πλευρά και θα συνεχίσεις την έρευνα σου. Δε θα πεις ποτέ σε κανέναν ότι με συνάντησες, γιατί αν το κάνεις δε θα δεις άλλη μέρα. Σύμφωνοι?»
«Μάλιστα και σε άφησε να φύγεις?»
«Όχι! Φυσικά όχι! Με χτύπησε στο κεφάλι και έχασα τις αισθήσεις μου! Πόσες φορές να τα ξαναπώ?»
«Βλέπω ότι με εμένα έχεις νεύρα και ένταση!» είπε ειρωνικά «Εκείνη τη στιγμή που βρίσκονταν τα νεύρα σου? Φοβήθηκες μήπως? Ένιωσες ζεστά κάτουρα να κυλάνε στο πόδι σου? Αδερφούλα?»
«Άντε γαμήσου! Δε σου επιτρέπω καραγκιόζη!»
Η γροθιά τον πέτυχε κάτω από το σαγόνι και τον έριξε πίσω στον τοίχο, επιβάλλοντας στους υπόλοιπους έξω να εισέλθουν μέσα επειγόντως για να εκτονώσουν την κατάσταση. Πανικός επικράτησε προκειμένου να χωρίσουν τους δύο εμπλεκόμενους και να εκτονώσουν την κατάσταση. Λίγο πριν σύρουν έξω από το δωμάτιο τον Ροθ ο Σούλτς πρόλαβε να του απευθύνει:
«Εύχομαι να σε επισκεφθεί την ώρα που θα κοιμάσαι και να νιώσεις ότι ένιωσα εγώ! Στο εύχομαι ολόψυχα!» φώναξε φτύνοντας σχεδόν τις λέξεις προς το μέρος του αποχωρούντα Ροθ.
Μία ευχή που δε θα αργούσε να πραγματοποιηθεί…



Ανάρρωση…

Υπήρχε μία ευεξία κινούμενη μέσα στο κορμί μου η οποία μου θολώνει το μυαλό και δε μπορώ να σκεφτώ καθαρά. Σίγουρα μου έχουν χορηγήσει κάποιο ηρεμιστικό ή κάτι χειρότερο, κάτι που δε μου άφηνε ευοίωνες προοπτικές ή έστω κάποια δυνατότητα διαφυγής. Ωστόσο, ένιωθα να μην απειλούμαι, κάτι που φαινόταν παράξενο υπό τις συνθήκες αιχμαλωσίας μου και τα βασανιστήρια που είχα να υπομείνω μέχρι να με αποτελειώσουν.
«Οι ενδείξεις της γιατρέ σήμερα είναι αρκετά καλές.» ακούστηκε μία μονότονη γυναικεία φωνή.
«Ωραία, υπολογίζω αύριο να είναι σε καλύτερη κατάσταση.»
Ο ήχος, το χρώμα και κάτι που δε μπορούσα να το προσδιορίσω μου φαινόντουσαν γνωστά, οικεία. Προσπαθούσα να ανοίξω το στόμα μου και να αρθρώσω κάποια λέξη, όμως το ένιωθα τόσο μουδιασμένο που δε μπορούσα να κουνήσω ένα μυ. Ανήμπορη να κάνω οτιδήποτε άλλο από το να σκέφτομαι, ενέδωσα στον πειρασμό της ευεξίας και αφέθηκα.

Η συνειδητοποίηση πως μπορούσα να κινήσω τα άκρα μου και να ανοίξω τα μάτια μου με καθησύχασε σε μεγάλο βαθμό, όμως ήθελα απεγνωσμένα να μάθω τι είχε συμβεί.
Που ήμουν?
Πόσες μέρες ήμουν έτσι?
Άρχισα να δοκιμάζω μερικές κινήσεις και το σώμα μου ανταποκρινόταν μέχρι ένα βαθμό, ευχάριστα νέα. Αυτό σήμαινε πως θα μπορούσα να είμαι στην προηγούμενη φυσική μου κατάσταση σε μία εβδομάδα. Δοκίμασα να σηκωθώ και το κεφάλι μου ήταν βαρύ και ζαλιζόμουν. Ίσως να χρειαζόμουν περισσότερο καιρό.

«Πως αισθάνεσαι σήμερα?» η φωνή του μέντορα τόσο καθαρή και αγχολυτική, σε βαθμό που με τρελαίνει.
«Θα προτιμούσα να είχε λίγο φως το δωμάτιο.»
«Εγώ θα προτιμούσα να μη χρειαζόμουν να σε σώσω.» παύση τόσο μεγάλη που ήθελα να σκοτώσω κάποιον «Η ζωή είναι άδικη τελικά, δε νομίζεις?»
Η ειρωνεία του ήταν εξωπραγματική, ουσιαστικά μου έλεγε πως ήταν κάτι που έκανε, τετριμμένο, αλλά ταυτόχρονα του άρεσε. Εμένα όμως δε μου άρεσε. Για πολλούς λόγους, με τον κυριότερο: Αν σε σώζει ο ανώτερος σου που υποτίθεται πρέπει να τον σώζεις εσύ, θα βγεις σύντομα σε συνταξιοδότηση.
«Μπορούμε να αφήσουμε τους γρίφους και να μιλήσουμε ανοιχτά?»
«Όπως επιθυμείς. Υπάρχει ένα σχέδιο που είναι ήδη σε εφαρμογή και περιμένει εσένα να λάβεις τη θέση σου.»
«Το οποίο δε θα ξέρω μέχρι να έρθει η ώρα μου να το μάθω, σωστά?» είχα εκνευριστεί και κυρίως με εξόργιζε το γεγονός πως με άφηνε για ακόμη μία φορά στο σκοτάδι.
«Ξέρεις, δε σε αφήνω στο σκοτάδι επειδή είμαι σαδιστής» πάλι εκείνη η σιωπή, που τώρα καταλάβαινα ότι το έκανε για να μου δώσει χρόνο να χωνέψω το γεγονός ότι ήξερε ακριβώς τι σκεφτόμουν «αλλά επειδή δεν έχω ακριβές σχέδιο στο μυαλό μου και πάντα αυτοσχεδιάζω.»
«Μη με περνάς για χαζή!» φώναξα.
«Αν σε θεωρούσα χαζή, τότε θα ήσουν μία χαζή νεκρή.»
Κάτι στη δήλωση του με έκανε να ανατριχιάσω, είχε κάτι παγερό και τελεσίδικο η φωνή του όταν απαντούσε έτσι, τόσο αινιγματικά.
«Το αρχικό μου σχέδιο έχει φτάσει στο τέλος του και εσύ απέτυχες.»
«Δεν ήμουν ποτέ μέρος του σχεδίου σου!» πρόλαβα να αντιτάξω προτού ακούσω:
«Πάντα ήσουν μέρος του σχεδίου μου.» έτσι απλά με έκανε να αμφισβητήσω όλες τις αποφάσεις μου.
Ήμουν σίγουρη ότι είμαι η πιο έξυπνη από οποιονδήποτε γνώριζα και ξέρω ότι είναι αλήθεια, αλλά αυτός ο άνθρωπος διατείνεται ότι είναι ο πιο έξυπνος από όλους. Αυτό είναι αδύνατο και το ξέρω καλά, οπότε μου λέει ψέματα, όμως μέχρι τώρα είχε πάντα δίκιο σε όλα. Τότε άρχισα να σκέφτομαι ποια παρόρμηση με είχε καταλάβει να ακολουθήσω τον Μέντορα, πως με είχε αφήσει στο σκοτάδι, πως βρήκα τον εξοπλισμό που χρειαζόμουν, οι αποφάσεις που πήρα ήταν βάσει σχεδίου, του δικού του σχεδίου.
«Υποκλίνομαι.» είπα με αρκετή δόση ειρωνείας.
«Ζακ οι ειρωνείες δε μου άρεσαν ποτέ, πόσο μάλλον από σένα.»
«Με λένε Ζακλίν όχι Ζακ.»
«Εντάξει Ζακλίν.» ο τρόπος που ανέφερε το όνομα μου είχε κάτι δυσοίωνο «Το σχέδιο μου θα προχωρήσει με ή χωρίς εσένα, να το θυμάσαι.»
«Αυτό σημαίνει ότι απολύομαι?»
«Αυτό δε σημαίνει τίποτα για σένα. Η απόφαση σου είναι σεβαστή. Δε σε υπολογίζω όμως για υποθέσεις ανωτέρου επιπέδου.»
Υποθέσεις ανωτέρου επιπέδου? Το μυαλό μου έψαχνε να βρει τι εννοούσε, δεν υπήρχε λογική πίσω από τα λόγια του, εκτός και αν ήταν κάποιο σχέδιο που είχε ήδη σε εφαρμογή, με εμένα εκτός.
«Δέχομαι τις υπόλοιπες.»
«Χαίρομαι. Τότε όλα περασμένα ξεχασμένα, ή όπως θα το έλεγαν οι Άγγλοι: Water under the bridge
Το ύφος του είχε αλλάξει πάλι, έμοιαζε πιο οικείο και πιο αινιγματικό από ποτέ.
«Deus ex machina
Τα τελευταία του λόγια δεν είχα ιδέα σε ποιον αναφέρονταν. Αρχικά υπέθεσα ότι αναφερόταν στο ότι με έσωσε, αλλά αφού όλα ήταν μέρος του σχεδίου, τότε τι σήμαινε? Οι ερωτήσεις που εξαπέλυσα δεν βρήκαν στόχο, καθώς ο Μέντορας είχε εξαφανιστεί από το δωμάτιο, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Δευτερόλεπτα μετά τα φώτα άναψαν και μία νοσοκόμα με έναν γιατρό μπήκαν στο δωμάτιο.



Εξελίξεις…

Ο ανθυποπλοίαρχος Ντιμίτρι Ρασπαντίεφ βρισκόταν στην επίβλεψη του σόναρ, κοιτάζοντας στην οθόνη του οποιαδήποτε ανωμαλία θα υποδείκνυε κάτι άλλο πέρα από το βυθό ή μεγάλα ψάρια. Ταυτόχρονα προσπαθούσε να ακούσει ήχους από άλλο υποβρύχιο ή οτιδήποτε που δε θα ήταν φυσιολογικός ήχος. Η βάρδια του σχεδόν έφτανε στο τέλος της και θα ξαναγυρνούσε στην υποβρύχια ρουτίνα του.
Χτυπούσε ρυθμικά τα δάχτυλα του πάνω στο μπράτσο της καρέκλας, όταν ένας ήχος ακούστηκε σαν να είχε εκτοξευθεί τορπίλη. Κοίταξε προς το μέρος της γέφυρας όπου συνήθως βρίσκεται κάποιος αξιωματικός υπηρεσίας και δε βρισκόταν κανείς. Η περιέργεια τον παρακίνησε να ελέγξει αν η διαίσθηση του τον οδηγούσε σε κάτι που κάθε ναύτης πυρηνικού υποβρυχίου απέφευγε, προδοσία στα βάθη του ωκεανού.
Βρίσκοντας αντικαταστάτη για να ελέγχει το σόναρ, προχώρησε στην αποθήκη πυραύλων και εκτόξευσης, απορώντας που είχε εξαφανιστεί ο φρουρός μπροστά από την πόρτα. Γύρισε με βιάση την περιστροφική κλειδαριά της πόρτας και εισχώρησε στο στενό δωμάτιο, από όπου δε θα ξανά έβγαινε ποτέ.

Φυλακισμένος προσωρινά στο δωμάτιο κράτησης και με την πρόγνωση να είναι ακόμη χειρότερη, φυλακισμένος σε φυλακή, ο ψεύτικος πρόξενος αγωνιούσε για την τύχη του. Οι επιλογές που είχε περιορίζονταν στο αν ο Ιανός θα τον απελευθέρωνε με κάποιο νόμιμο τρόπο, κάτι που αυτόματα θα σήμαινε να περιμένει ή αν θα έπρεπε να το σκάσει από εκεί και να ριψοκινδυνεύσει την ύπαρξη του ή η επιλογή νούμερο τρία που μόλις μπήκε στο δωμάτιο.
Η άφιξη της πιο αινιγματικής φιγούρας, που είχε δει μέχρι εκείνη την ώρα στη ζωή του, τον έκανε να σαστίσει. Ψηλός με κοστούμι φανερά χειροποίητο και ακριβό, με ιταλικά μοκασίνια κάποιου πολύ γνωστού οίκου, ενώ το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστη μάσκα με μία ουλή που ξεκινούσε από τον αριστερό κρόταφο μέχρι τη βάση του λαιμού του και μαύρα γυαλιά να κρύβουν τα μάτια του. Η αύρα που έβγαζε όμως, ήταν τρομακτική κάνοντας το δωμάτιο να μοιάζει ότι έχασε τη θερμότητα του και η θερμοκρασία έπεσε αρκετούς βαθμούς.
Με μία ξεκάθαρη κίνηση του έδειξε πως μπορεί να φύγει, αφήνοντας τον κατάσκοπο άναυδο. Υπήρχαν τόσες ερωτήσεις που ήθελε να κάνει, αλλά δεν τολμούσε να σπαταλήσει την ευκαιρία που του δινόταν. Σηκώθηκε βιαστικά και πήρε μαζί του ένα φάκελο που του είχε προτείνει ο άλλος, κοιτάζοντας παράλληλα τα μαύρα δερμάτινα γάντια που φορούσε ο άλλος και με την ερώτηση να έχει κολλήσει στο στόμα του: Είσαι ο Ιανός?

Η επιβίωση στη ζούγκλα βασίζεται στην καλή φυσική κατάσταση, την εμπειρία, τις γνώσεις περί ζούγκλας και φυσικά τύχη. Όταν όμως είσαι επιστήμονας με ένα ευρύ φάσμα διδακτορικών και ο φυσικός σου χώρος είναι το εργαστήριο, τότε η επιβίωση φαντάζει δύσκολη, έως πολύ δύσκολη.
Ο Τόμας Μουρ με τρία διδακτορικά αναρτημένα στο τοίχο του δωματίου του και ένα σωρό βιβλία περιτριγυρισμένος, είχε πάρει την απόφαση να ζήσει την εμπειρία μίας αρχαιολογικής ανακάλυψης. Ωστόσο, κανείς δεν τον προϊδέασε για την περιπέτεια που θα ακολουθούσε, μία ζούγκλα και αμέτρητα τετραγωνικά μέτρα αβεβαιότητας και τρόμου. Μπροστά του δέντρα και μία εχθρική φύση, πίσω του μακελειό και αιμοδιψείς δολοφόνοι. Μερικές φορές το άγνωστο όσο τρομακτικό και αν φαντάζει είναι καλύτερο από το βέβαιο θάνατο του γνωστού.
Το πόδι τον πονούσε φρικτά, τα χέρια του είχαν ματώσει και δεν ήξερε αν είχε πέσει ξανά ή μόλις σηκωθεί. Κάπου είχε διαβάσει πως η ελονοσία ήταν σε έξαρση ή ήταν για κάποια άλλη ζούγκλα? Το μυαλό του βρισκόταν σε σύγχυση και καμία διαφορική εξίσωση δε θα μπορούσε ποτέ να τον βοηθήσει να βγει από τη δυσχερή θέση στην οποία βρισκόταν.
Οι ήχοι και τα πουλιά του προκαλούσαν ρίγη, μαζί με το σύρσιμο και τους ασθενείς θορύβους στο παρασκήνιο έκαναν την ουροδόχο κύστη του να ξεχυθεί στο παντελόνι του. Φοβόταν για τη ζωή του και κυρίως φοβόταν ότι αντί να πεθάνει της πείνας, θα τον έτρωγαν ζωντανό κυριολεκτικά. Με την πλάτη σε ένα κορμό δέντρου και τα γόνατα του να ακουμπούν το στήθος του, τρέμοντας, είχε παραδώσει τα όπλα και περίμενε το τέλος του. Ένα τέλος που είδε να πλησιάζει όταν ένα μαχαίρι τόσο μεγάλο που έμοιαζε με μικρό σπαθί περιστρεφόμενο στον αέρα καρφώθηκε λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του.
Με μεγάλη απροθυμία γύρισε το κεφάλι, πόσο κοντά είχε καρφωθεί από το κεφάλι του, θεωρώντας ότι όποιος το είχε ρίξει είχε αστοχήσει. Η πραγματικότητα ήταν πιο τρομακτική καθώς το μαχαίρι βρισκόταν ανάμεσα σε ένα κεφάλι βόα και στο υπόλοιπο σώμα του. Την επόμενη στιγμή λιποθύμησε.



Μία μέρα και ένα μνήμα…

Ο κόσμος είναι μία λεωφόρος ανθρώπων που μετακινούνται με βάση προσωπικά κριτήρια, γεωγραφικά, πολιτικά και κάθε είδους όταν αφορά ομάδες, οικογένειες, πληθυσμούς ή άτομα ξεχωριστά, όμως η μετατόπιση μίας κρυφής ομάδας ποτέ δεν είναι επιλογή.
Το σχέδιο του Μέντορα εξελισσόταν με ακρίβεια και υπομονή, καθώς το τελευταίο εικοσιτετράωρο βρισκόταν σε αντίστροφη μέτρηση. Όλες οι μεταβλητές είχαν προσδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, μετατρέποντας τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη σε στόχους. Αυτός που ορίζει το παιχνίδι είναι αυτός που ορίζει και τους κανόνες, αλλά όταν δεν έχει θέσει τους κανόνες οι παίχτες δε ξέρουν τα όρια τους. Επιπρόσθετα, αν οι παίχτες δε ξέρουν ποιος είναι ο αντίπαλος τους, τότε έχουν σοβαρό μειονέκτημα.
Η αρχή ήταν να κάνει να πιστέψουν ότι η Ζακ ήταν ο αντίπαλος, αναγκάζοντας το ψεύτικο Ιανό να κάνει την εμφάνιση του, την αστυνομία μία ολόκληρης χώρας να ξεψαχνίζει ότι υπάρχει για κάποιον Ιανό, την υπηρεσία να εμφανιστεί στο προσκήνιο, τον πραγματικό Ιανό να είναι έτοιμο να κάνει την κίνηση του, τα  σχέδια της ομάδας να έχουν ανατραπεί, πιόνια να έχουν πάρει τη θέση των προηγούμενων και στρατηγικά τοποθετημένα ειδικά πιόνια, όλα ήταν στη θέση τους, εκτός από κάποιον.
Ο άνθρωπος που είχε προκαλέσει μία σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων από ανεξάρτητα μεταξύ τους γεγονότα, βρισκόταν μόνος να αποτίνει φόρο τιμής σε ένα μνήμα χωρίς όνομα, χωρίς διακριτικά, έναν ανώνυμο τάφο, με ένα μαύρο λωτό τοποθετημένο πάνω του. Όσο βρισκόταν σε αυτό το μέρος ένιωθε ανθρώπινος, ένα κομμάτι που τον συνέδεε με ένα ξεχασμένο παρελθόν που προσπάθησε να αφήσει αμόλυντο, αλλά δεν τα κατάφερε. Από τότε μετατράπηκε σε οδηγό πληρωμένων δολοφόνων, διψασμένων για εκδίκηση, μία εκδίκηση που ποτέ δε θα έμενε κορεσμένη όσο υπήρχαν θύτες και θύματα.
Αφήνοντας για μία τελευταία φορά το βλέμμα του να πλανηθεί στο χώρο και να θαυμάσει το θαύμα της φύσης, έλεγξε τις τελευταίες αναφορές και ήξερε ότι οι τελικές φάσεις είχαν μπει σε πορεία σύγκρουσης. Υπήρχε κάποιος που έπρεπε να βγει από το παιχνίδι και για να φέρει αγαλλίαση σε κάποια…
«Η μέρα που περίμενες ήρθε και μαζί της φέρνει τον όλεθρο. Στην κόλαση που διάβηκες δεν είχες παρέα, στην κόλαση που θα διαβώ, η κόλαση θα είναι ανάμνηση. Αντίο



The night's nourishment,
Shall give my sakura's mourning end.
The sorrow's divine,
Shall be mine.

In an astonishment blind,
My inner world collide,
Fabrics of enlightment,
Pillars of commitment,
A pot of greed,
Can give a breed?

The arc of hopes sinkin',
My heart won't glow nor blinkin',
Depth of abyss shall not be even,
Raven poe's given,
Darkness lures me out,
Come forth my sprout,
Harbinger of death,
Grabbed my souls heft.

Blazing hell,
Returning back to my cell,
I foresee a bitter farewell,
But not before wish you well,
Near the end ring THE bell,
Be sounded to whole the dell.

The night's nourishment,
Shall give my sakura's mourning end.
The sorrow's divine,
Shall be mine.

Lie to me as never before,
Face doom and far beyond,
Beware of wolf's cry,
As I shall be by,
Fear his jar,
It can char.

Everything I say,
Shall not you betray,
Brought me pain,
Now feel the rain,
Pattern of obstacles you claim,
Feel my wrath's aim,
Delay no more,
I shall give you norm.

Seized in cross - fire,
Bribe the dire,
To give a pass,
The valley surpass,
Come to me,
Give up the ghost near me.

Everything is water under the bridge, or not?
Hide from yourself,
Is all you can do,
Raised the bet,
I leave you rest,
Cause inside the bosom,
A sakura shall blossom,
But it won't be yours,
Perished by smile,
Burned by eyes,
Rotten by disguise,
The masquerade is over,
I take over,
Prepare,
I won't be fair...

The night's nourishment,
Shall give my sakura's mourning end.
The sorrow's divine,
Shall be mine.

Or else...
Choose the end


Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Ζακ 9 - 28 ώρες

Αγνή οργή…

Ο ήχος από μία σταγόνα που πέφτει από ύψος σε μία λίμνη αντήχησε στο χώρο. Σκοτάδι και κρύο αγκαλιάζουν τον παρατηρητή και μία απόκοσμη ανατριχίλα τον τυλίγει…
Δέσμη φωτός αποκαλύπτει αποσπάσματα από τη σκηνή που προηγήθηκε και προκαλεί ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο σε αυτόν που κρατάει το φακό. Ο διάδρομος είναι γεμάτος από διαλυμένα αντικείμενα, σκισμένα χαρτιά και μία γραμμή αίματος που ξεκινάει στη μέση του και συνεχίζει προς τα εμπρός.
Με το αριστερό του χέρι κρατάει σφιχτά τον υπηρεσιακό του φακό και με το δεξί το περίστροφο του. Οι καρδιακοί του παλμοί έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, αφού έχει μείνει μόνος να ελέγξει τον διάδρομο αυτό, ενώ ο συνάδελφος του βρίσκεται σε άλλο σημείο του χώρου. Ο ιδρώτας κυλάει ασταμάτητα και τον εμποδίζει από το να εστιάζει.
Σταματάει για να αφουγκραστεί και να σκουπίσει τον κρύο πλέον ιδρώτα που τον λούζει όταν αντίκρισε ένα κομμένο χέρι πάνω σε μία πολυθρόνα. Θέλει να ουρλιάξει και να τρέξει όσο πιο μακριά γίνεται, όμως το καθήκον και η εκπαίδευση του τον κρατούν στη θέση του.
Έχοντας πάρει κουράγιο και προσπαθώντας να ηρεμήσει προχωράει με αργά βήματα και ο θόρυβος που κάνουν οι μπότες του θεωρεί πως είναι εκκωφαντικός. Στην πορεία του βλέπει μία πόρτα ανοιχτή και παίρνει μία  βαθειά ανάσα προτού εισχωρήσει στο εσωτερικό.
Μερικά μέτρα πιο μέσα βλέπει τον ιδιοκτήτη του χεριού, να κείτεται αποκεφαλισμένος και το δωμάτιο να είναι γεμάτο τρύπες από σφαίρες και κάλυκες σκορπισμένους γύρω από ένα πολυβόλο. Επιθεώρησε τον υπόλοιπο χώρο και δε βρήκε κάτι άλλο μακάβριο ή εκτός τόπου. Η αίσθηση της ανακούφισης καταλάγιασε κάπως το φόβο του και με πιο σταθερό χέρι συνέχισε στο διάδρομο.
Οι επόμενες πόρτες ήταν κλειδωμένες, με ένα ανδρικό παπούτσι απέξω από κάποια, να μαρτυρά την άτακτή φυγή κάποιου. Με μετρημένες κινήσεις και την αγωνία στο κατακόρυφο, ακούστηκε μία φωνή:
«Έφτασα στο τέρμα του διαδρόμου από ανατολικά. Που βρίσκεσαι?»
Η φωνή προερχόταν από τον ασύρματο που είχε πάνω του και το ξαφνικό άκουσμα στην ατέλειωτη σιωπή, προκάλεσε πανικό στον αστυνομικό. Του είχε πέσει ο φακός και φώτιζε υπό γωνία τον απέναντι τοίχο, ρίχνοντας σκιές γύρω κρύβοντας πράγματα, όπως τη σκιά που πλησίαζε. Με τρεμάμενα χέρια έπιασε το φακό και πίεσε με ένα δάχτυλο τον ασύρματο για να μπορέσει να μιλήσει.
«Μόλις πέρασα από το 315 δωμάτιο και συνεχίζω προς το τέρμα του διαδρόμου. Όλα δείχνουν ότι δόθηκε μεγάλη μάχη. Εντόπισα και ένα αποκεφαλισμένο πτώμα στο 308.»
Ένα θρόισμα ακούστηκε πίσω του και γύρισε λέγοντας σιωπηρές προσευχές από μέσα του. Ο φακός έριχνε το φως σε μία σκοτεινή φιγούρα, στο ύψος του στήθους του, όμως ο φόβος του δεν του επέτρεπε να ανέβει πιο ψηλά. Το περίστροφο του είχε χαθεί προτού καν θυμηθεί πως το είχε στο χέρι του.
«Θα γυρίσεις από την άλλη πλευρά και θα συνεχίσεις την έρευνα σου. Δε θα πεις ποτέ σε κανέναν ότι με συνάντησες, γιατί αν το κάνεις δε θα δεις άλλη μέρα. Σύμφωνοι?» του είπε με ήρεμη, σιγανή φωνή ο άντρας που στεκόταν μπροστά του.
«Μα- Μα- Μάλιστα…» τραύλισε ο αστυνομικός.
Τότε ακούστηκε πάλι ο ήχος της σταγόνας και με τρόμο συνειδητοποιεί πως ακούγεται πολύ κοντά. Ο φακός του χαμηλώνει μερικά εκατοστά και η φρίκη ξεχειλίζει πλέον από τα εύθραυστα νεύρα του, όταν αντίκρισε ένα κεφάλι να κρατιέται από τα μαλλιά στο γαντοφορεμένο χέρι του άλλου.
«Αυτό είναι ο Ιανός και το κεφάλι του είναι δικό μου.»



Προσωπική υπόθεση…

Ο Μέντορας στέκει στην αποβάθρα μέχρι να φωνάξουν την αναχώρηση του τρένου του. Η ψηφιακή του ένδειξη έδειχνε 27:59:59. Μία ώρα πριν βρισκόταν στο αεροδρόμιο από όπου είχε αποτρέψει την δολοφονία του Αυστριακού πρόξενου και αποτρέποντας με αυτόν τον τρόπο τα σχέδια του αντιπάλου του.
Το σχέδιο του είχε αναπροσαρμοστεί μετά τις εξελίξεις που είχαν γίνει παράλληλα, η Ζακ ήταν αιχμάλωτη του Ιανού και έπρεπε να επανέλθουν οι ισορροπίες με κάθε κόστος. Η εξωτερική ηρεμία του συναντούσε την εσωτερική απάθεια, το μυαλό του όμως λειτουργούσε σε υψηλές ταχύτητες, αναλύοντας δεδομένα. Ένα από αυτά ήταν οι πληροφορίες που απέσπασε από τον έτερο οδηγό που περίμενε το ζευγάρι, το σχέδιο πήγαινε όπως περίμενε.
Το σήμα ότι το τρένο έφευγε τον παρότρυνε να μπει και λίγο μετά είχε βρει τη θέση του στο βαγόνι. Αρκετοί προθυμοποιήθηκαν να τον βοηθήσουν, αφού στα μάτια τους ήταν μία γριά που πήγαινε να συναντήσει τον εγγονό της στο τέλος της διαδρομής και οι βαλίτσες της ήταν αρκετά βαριές για την ίδια. Ο Μέντορας ήταν ο καλύτερος στις μεταμφιέσεις και αυτή του η αρετή τον βοηθούσε να παρεισφρέει οπουδήποτε ήθελε.
Το τρένο έχει ξεκινήσει και αρκετά λεπτά μετά έχει ήδη χαθεί ο σταθμός από τον ορίζοντα. Η μέρα έχει αρχίσει να δείχνει σημάδια βροχής, όμως ο ήλιος πεισματικά κάνει την εμφάνιση του. Ύστερα από λίγο και ενώ χάζευε από το παράθυρο, δήθεν ότι δεν άκουγε τον εισπράκτορα που του ζητούσε το εισιτήριο, γύρισε νωχελικά προς το μέρος του και προσποιήθηκε ότι δεν είχε καταλάβει την παρουσία του.
«Με συγχωρείτε! Δε σας άκουσα με το θόρυβο που κάνει το τρένο.» είπε με βαριά ιταλική προφορά.
Η έκφραση του ελεγκτή έγινε πιο συγκαταβατική και πλησίασε περισσότερο την γριά που είχε απέναντι του.
«Δεν ήξερα ότι είστε Ιταλίδα! Δε χρειάζεται να μου δείξετε το εισιτήριο σας.»
«Σας ευχαριστώ πολύ νεαρέ! Ελπίζω να φτάσουμε σύντομα Αυστρία.»
«Μην ανησυχείτε κυρία μου! Σας διαβεβαιώνω πως είναι το Express και θα χρειαστούμε τρεις ώρες περίπου.
«Σας ευχαριστώ και πάλι νεαρέ μου.»
Ο εισπράκτορας απομακρύνθηκε και ο Μέντορας έβγαλε από τη τσέπη του τη ψηφιακή οθόνη με την αντίστροφη μέτρηση: 27:11:20. Πατώντας μερικά πλήκτρα η οθόνη άλλαξε και μπορούσε να πληκτρολογήσει ένα μήνυμα που ανέμενε κάποιος πράκτορας του μερικά χιλιόμετρα μπροστά στις σιδηροδρομικές γραμμές της διαδρομής.
Ξαφνικά ακούει βήματα να τον πλησιάζουν και μετατοπίζει το σώμα του μερικά εκατοστά και κάποιος πέφτει πάνω του.
«Δε βλέπεις ότι περπατάω? Χαμένη γριά.» φώναξε ο διερχόμενος.
Ο Μέντορας – γριά δεν αποκρίθηκε και μονάχα ζάρωσε περισσότερο στο τζάμι, για να κρύψει τη χαρά του, προτού γυρίσει και κατευθυνθεί προς το εσωτερικό του βαγονιού. Πριν προλάβει να ανοίξει την πόρτα επόμενου βαγονιού, άκουσε φωνές να ζητάνε βοήθεια και να προστρέχουν πάνω από το πεσμένο σώμα του ανθρώπου που είχε συμπεριφερθεί ανάρμοστα σε μία γριά. Ο εισπράκτορας είχε σπεύσει και αυτός με τη σειρά του, για να ανακαλύψει μία τομή στο στήθος του, μικρή, αλλά αποτελεσματική.
Ο Μέντορας έχοντας πάρει τα πράγματα και έχοντας αλλάξει μεταμφίεση βρισκόταν στην οροφή του τρένου, περιμένοντας να σταματήσει. Η επιθυμία του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί δεκαπέντε λεπτά μετά, καθώς ένα πτώμα σε διεθνή σιδηροδρομική γραμμή δε μπορούσε να μεταβεί σε άλλη χώρα. Με μία γρήγορη κίνηση βρέθηκε στο πλάι του τρένου και άρχισε να τρέχει προς μία συστάδα δέντρων.
Στη συνέχεια άλλαξε πορεία και μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά βρήκε ένα αυτοκίνητο να τον περιμένει με τα κλειδιά στη μηχανή. Η αντίστροφη μέτρηση έδειχνε 26:48:35, όλα έβαιναν βάσει σχεδίου και κυρίως μία προσωπική υπόθεση έλαβε τέλος, έμενε η επόμενη.



Νέα πιόνια…

Η σύνδεση με το αρχηγείο είχε πραγματοποιηθεί και οι φόβοι του καπετάνιου έγιναν πραγματικότητα. Ο ανώτερος του έβριζε και απειλούσε ότι θα του πάρει τη ζωή. Ο ίδιος αδυνατούσε να εξηγήσει πως είχε παρακούσει μία τόσο σημαντική διαταγή, αφού η αιτία θα έμοιαζε με πρόφαση ή δικαιολογία.
Έπειτα από την έντονη κριτική που δέχτηκε ο καπετάνιος βημάτιζε ακόμη πιο νευρικά, γιατί πίστευε ότι η θέση του στο ναυτικό είχε λάβει άδοξο τέλος. Παραιτημένος και ψυχικά εξαντλημένος έκατσε στην καρέκλα του χαμένος σε σκέψεις. Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Κύριε! Μόλις ήρθε μήνυμα από το αρχηγείο!»
Το πρόσωπο του σκοτείνιασε, διότι περίμενε την καθαίρεση του.
«Έρχομαι.» είπε ξεψυχισμένα.
Με τρόμο κοίταξε το αποκρυπτογραφημένο μήνυμα που είχε στείλει το αρχηγείο. Η απορία του ήταν εμφανής, όπως και στην τηλεγραφητή, κοιτάζονταν σα χαμένοι μεταξύ τους, όπως και οι κατώτεροι του αξιωματικοί.
«Είσαι σίγουρος για την αποκρυπτογράφηση?»
«Μάλιστα καπετάνιε! Την έκανα τρεις φορές!»
«Αδύνατον…»
«Δε γίνεται…»
«Καπετάνιε πως μπορεί να γίνεται?» ρώτησε έκπληκτος ο υποπλοίαρχος.
«Δε ξέρω…»
Το χαρτί έπεσε από τα χέρια του και κανείς δεν του έδωσε σημασία, εκτός από κάποιον ναύτη που το μάζεψε αμέσως και χάθηκε από την γέφυρα του υποβρυχίου.

Ο άνθρωπος του Ιανού που θα έπαιρνε τη θέση του Αυστριακού πρόξενου είχε φτάσει στον προορισμό του και με την κάρτα ασφαλείας που είχε παραλάβει μπήκε στο κεντρικό κτίριο του υπουργείου εξωτερικών για να δηλώσει την ευτυχή του ατυχία να μην βρίσκεται στο αεροπλάνο που συνετρίβη στην Ιταλία.
Οι οδηγίες του ήταν να παραστήσει τον πρόξενο προκειμένου να περάσει στην επόμενη φάση το σχέδιο του Ιανού, η οποία θα ξεκινούσε μόλις μάθαινε τις οδηγίες που θα του έδινε η κυβέρνηση όταν θα μετέβαινε ξανά στην Ιταλία.
Η άφιξη του στην υποδοχή ασφαλείας προξένησε ερωτηματικά στους φρουρούς και κυρίως στον υπεύθυνο ασφαλείας που είχε ενημερωθεί πως ο πρόξενος βρισκόταν στη θέση του, παρ’ όλο που είχε δημιουργηθεί κάποιο επεισόδιο κατά την άφιξη του. Αμέσως σταμάτησαν τον ψεύτικο πρόξενο και τον οδήγησαν σε ένα δωμάτιο κράτησης, ενώ ενημερώνονταν τα υψηλότερα κλιμάκια σημαίνοντας συναγερμό.
Από την πλαϊνή είσοδο μπήκε μία γυναίκα που έμοιαζε με μοντέλο και αφού έδωσε τα διαπιστευτήρια της στους συνεπαρμένους φύλακες προχώρησε στους ανελκυστήρες με νάζι. Πίσω της σχόλια και βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω της, αγνοώντας πως λίγο πιο κει περνούσε απαρατήρητος ένας άντρας με ένα χαρτοφύλακα.

Η αποστολή μίας ομάδας ερευνητών βρισκόταν σε ένα τζιπ μέσα σε μία αχανή ζούγκλα και με οδηγό τους έναν ιθαγενή προσπαθούσαν να επιστρέψουν στην πόλη και να μεταφέρουν τις ειδήσεις για τα ευρήματα τους. Μέσα στο αυτοκίνητο βρίσκονταν έξι άτομα, εμφανώς συμπιεσμένα, αλλά χαρούμενα με την ανακάλυψη τους. Οι συζητήσεις περιστρέφονταν από το πώς η επιστημονική κοινότητα θα λάμβανε τα νέα και αν θα τους πρότειναν μία μεγάλη επιχορήγηση για να συνεχίσουν τις έρευνες τους.
Η χαρούμενη ατμόσφαιρα όμως, εξανεμίστηκε απότομα όταν ένας ήχος ακούστηκε από μπροστά και δεξιά, το λάστιχο είχε σκάσει. Έτσι κατέβηκαν όλοι από το όχημα και πήγαν να ελέγξουν τη ζημιά. Ο ιθαγενής είχε ήδη αρχίσει να βγάζει τη ρεζέρβα όταν άκουσε φωνές και τις γυναίκες της αποστολής να ουρλιάζουν ξέφρενα. Έχοντας καλυφθεί πίσω από το αυτοκίνητο είδε μία ομάδα ενόπλων να σφαγιάζει όλους τους ευρωπαίους που είχε μαζί του.
Τρομαγμένος και ανίκανος να σκεφτεί λογικά έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην αχανή ζούγκλα. Η φασαρία είχε καλύψει το θόρυβο που έκανε και με αυτόν τον τρόπο είχε γλυτώσει από τη μανία των δολοφόνων. Η επιβίωση του όμως φάνταζε δύσκολη.


Στρατόπεδο…

Ο C-4 είχε βγει από το δωμάτιο όπου διεξαγόταν η ανάκριση και ήταν χαρούμενος, αφού μπορούσε να παίξει όπως ήθελε και κυρίως όποτε ήθελε. Είχε αφήσει δύο φρουρούς μαζί της, αφού πρώτα την είχε αφήσει αναίσθητη, μετά από δύο ώρες ψυχολογικής και σωματικής βίας.
«Είναι σκληρή η σκρόφα και μου αρέσει ακόμη περισσότερο…» σκεφτόταν όσο πήγαινε να ξεκουραστεί και να της αφήσει περιθώριο να ανακτήσει τις δυνάμεις της για τον επόμενο γύρο.

Η Ζακ πίστευε πως είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου και κυριότερο τις αισθήσεις της. Με απανωτά χτυπήματα σε όλο της το σώμα και συνεχόμενη ανάκριση ήξερε πως όσο δυνατή και να ήταν δε θα άντεχε για πολύ ακόμα. Είχε εξαντλήσει όλα της τα κόλπα για να καταφέρει να ξεφύγει, όμως τίποτα δεν είχε αποδώσει. Το τέλος της πλησίαζε δυσοίωνα.

Η περίπολος πέρασε από ένα σημείο ελέγχου και μερικά μέτρα πιο πέρα σωριάστηκαν στο έδαφος νεκροί. Μία φιγούρα ξεπρόβαλε πίσω από κάτι βαρέλια ανεφοδιασμού και μάζεψε τα πτώματα πίσω τους. Σύννεφα πύκνωναν όλο και περισσότερο κρύβοντας τον ήλιο και τον ίδιο από τους στρατιώτες.
Οι πληροφορίες που είχε λάβει ήταν πως ο στόχος του βρισκόταν στο κεντρικό κτίσμα με την ακτινική διάταξη. Η νέα του αμφίεση τον έκανε να μοιάζει με στρατιώτη του στρατοπέδου και με το καπέλο που φορούσε έκρυβε τα χαρακτηριστικά του.
Προσπέρασε κάποια περίπολο και εντόπισε στην είσοδο δύο φρουρούς που έστεκαν εκατέρωθεν της πόρτας. Κοιτάζοντας με τρόπο γύρω του αν υπήρχαν άλλοι στρατιώτες κοντά προχώρησε προς το μέρος τους. Οι δύο φρουροί μιλούσαν μεταξύ τους και όταν είδαν να πλησιάζει ο στρατιώτης σταμάτησαν, για να τον κοιτάξουν με απορία αρχικά και μετά σκόπευαν να τον ρωτήσουν τι ζητούσε τέτοια ώρα εκεί.
Δύο ακόμα πτώματα έπεσαν στο έδαφος και ο Μέντορας τα μάζεψε στο εσωτερικό του κτιρίου. Γνώριζε πως έπρεπε να επιταχύνει τις διαδικασίες καθώς ο χρόνος είχε περάσει ανεπιστρεπτί.
25:12:37

Την ίδια στιγμή ένα ελικόπτερο απογειωνόταν από το ελικοδρόμιο με δύο επιβάτες. Ο Ιανός έφευγε από το στρατόπεδο για προχωρήσει με τις επόμενες φάσεις και να βρεθεί σε ένα σημείο όπου θα λάμβανε χώρα μία πολύ σημαντική συνάντηση. Πρώτα είχε βεβαιωθεί πως η αιχμάλωτη του δεν είχε τίποτα νέο να του προσφέρει και έτσι την είχε αφήσει στα χέρια του πιο αδίστακτου στρατιώτη του.
«Κρίμα για σένα…» είπε στον αέρα.

Ο νέος γύρος βασανιστηρίων είχε διαρκέσει λιγότερη ώρα από την προηγούμενη, καθώς η αιχμάλωτη βρέθηκε αναίσθητη πολύ γρήγορα. Ο γιατρός είχε επιβεβαιώσει τις υποψίες του και του τόνισε πως αν συνέχιζε με αυτόν τον ρυθμό η κοπέλα δε θα έβγαζε τη μέρα.
«Αν τη βίαζα επανειλημμένα θα ήταν καλύτερα?» ρώτησε ο σωματώδης αξιωματικός.
«Εξαρτάται αν τη θες ζωντανή ή όχι. Δε μπορώ να κάνω θαύματα.» είπε με κυνισμό ο γιατρός.
Η συζήτηση τους διεκόπη απότομα όταν ένας χτύπος στην πόρτα ακούστηκε στο δωμάτιο.

Ο Μέντορας είχε βρει το δωμάτιο με την προστατευόμενη του μέσα και ο θυμός του ξεπέρασε τα όρια όταν άκουσε την συνομιλία πίσω από την πόρτα, είχε έρθει η ώρα για εκδίκηση.

Ο γιατρός άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε τον εξωτερικό διάδρομο.
Βγήκε έξω από το δωμάτιο και δεν υπήρχε κανείς, οπότε γύρισε να βρει απαντήσεις στον C-4 που βρισκόταν στο εσωτερικό, αλλά μόλις προσπάθησε να μιλήσει κατάλαβε πως κάτι τον δυσκόλευε και αίμα ανάβλυσε από το στόμα του.
Οι άλλοι τρεις άντρες μέσα κινητοποιήθηκαν άμεσα έχοντας λάβει θέσεις μάχης και οι δύο φρουροί είχαν στα χέρια τους δύο αυτόματα τύπου Uzi. Προτού όμως στοχεύσουν στον επίδοξο εισβολέα, έγειραν αργά πίσω στο τοίχο με δύο λάμες καρφωμένες στην καρωτίδα τους.
Ο C-4 κραύγαζε διαταγές για να σκοτώσουν τον άγνωστο και να προχωρήσουν με προσοχή, προτού καταλάβει ότι ήταν μόνος του πλέον.
«Έχεις τις εξής επιλογές: γρήγορο θάνατο ή αργό. Τι επιλέγεις?»
«Νομίζεις ότι μπορείς να με σκοτώσεις? Είσαι γελασμένος.»
Ο Μέντορας βρισκόταν στην είσοδο του δωματίου και ο αντίπαλος του ένα μέτρο από την Ζακ. Έχοντας μελετήσει την κατάσταση ανέμενε πως ο άλλος θα χρησιμοποιούσε την αναίσθητη κοπέλα σαν ασπίδα.
«Κάνεις λάθος, δε νομίζω, ξέρω. Εσύ από την άλλη έχεις δύο επιλογές. Ποια διαλέγεις?»
Ο C-4 με ένα βήμα είχε βρεθεί πίσω από την Ζακ και με το όπλο που έκρυβε πίσω από την πλάτη του προσπάθησε να το στρέψει σε εκείνη. Η προσπάθεια του έμεινε ημιτελής, αφού το χέρι που κρατούσε το όπλο έπεφτε αργά στο έδαφος. Με έκπληξη και απορία λίγο πριν νιώσει τον απόλυτο πόνο έριξε ένα βλέμμα στον αντίπαλο του.
Ο Μέντορας προσπερνώντας τον πεσμένο υπερμεγέθη εχθρό του πήγε να περισυλλέξει το κατάνα σπαθί του από τον τοίχο. Στη συνέχεια με μία κοφτή κίνηση αποκόλλησε και το άλλο χέρι από τον ώμο, ενώ με την ίδια κίνηση και στριφογυρίζοντας απελευθέρωσε την αναίσθητη κοπέλα από τα δεσμά της. Βάζοντας το σπαθί στη θέση του πήρε το σώμα της και το έβαλε στον ώμο του, αφήνοντας πίσω του να πεθάνει από αιμορραγία ο βασανιστής της.
«Ξεκινήστε την εκκαθάριση.» είπε στον ασύρματο.



Απώλεια…

Ένα δάκρυ κυλούσε αργά πάνω στο ζυγωματικό του και διέγραφε μία πορεία καθοδική. Ο λαιμός του είχε ξεραθεί και ένας πόνος αβάσταχτος τον κατέβαλε, κάνοντας τον να λυγίσει τα γόνατα και να βρεθεί γονυπετής μπροστά στο άψυχο σώμα. Κάτι μέσα του είχε σπάσει, ο πόνος είχε διαρρήξει το μόνο μέρος που είχε αφήσει αγνό, το μόλυνε με μίσος και άφησε πίσω του ένα κέλυφος.
Τα χέρια του χάιδευαν το απαλό δέρμα στο πρόσωπο της και τα δάκρυα κυλούσαν τώρα με ορμή, σαν ένα ποτάμι που ξεχείλισε. Κλείνει τα μάτια και τη βλέπει να είναι ζωντανή, να κινείται, να μιλάει και να χαμογελάει. Ανοίγει τα μάτια του και τη βλέπει νεκρή, ακίνητη, σιωπηλή και να έχει ένα θλιμμένο ύφος.
Σκύβει με τρυφερότητα το κεφάλι του πάνω στο στήθος της και την αγκαλιάζει για τελευταία φορά. Μυρίζει το άρωμα της και προσπαθεί να το καταγράψει για πάντα στη μνήμη του, μη θέλοντας να αποχωριστεί καμία λεπτομέρεια που την χαρακτηρίζει. Σηκώνεται αργά από το έδαφος και σταυρώνει τα χέρια της πάνω στο φόρεμα που της είχε αγοράσει. Ένα φόρεμα που είχε λερώσει με αίματα και σκόνη.
Με προσοχή τη σηκώνει στην αγκαλιά του και τη μεταφέρει σε ένα πιο ήσυχο μέρος που επέλεξε να είναι η αιώνια κατοικία της. Φτάνοντας στον ανοιχτό τάφο  την τοποθετεί με ευλάβεια και τη φιλάει στο μέτωπο με στοργή, με τα δάκρυα του να τη ραίνουν για τελευταία φορά. Τελευταία φορά που είχε δάκρυα, συναισθήματα και αγάπη να προσφέρει, επειδή πλέον είχε μόνο άσβεστο μίσος.
Η εκδίκηση είναι κάτι που θα παρθεί εν ψυχρώ, αλλά θα σου κλέψει για πάντα κάτι από σένα, ένα κομμάτι του εαυτού σου.
Σκεπάζοντας τον πρόχειρο τάφο με χώμα, θυμάται μερικά χρόνια πριν που είχε διαβάσει ένα ανώνυμο ποίημα που ήταν γραμμένο σε ένα παγκάκι. Τότε του έμοιαζε τόσο ξένο που δεν καταλάβαινε γιατί να επιχειρήσει κάποιος να το γράψει δημόσια. Τώρα όμως ήξερε


My offspring's death,
Left me a scar,
Farewell my sweet baby,
Loved your mother,
Loved even more you,
Blame me.

In an April's night,
I have lost my might,
My might to neglect,
My might to reject.

Misleaded by heart,
Got hit by a dart,
Misjudged the situation,
Blinded by deflection.

What goes around,
Comes around,
So love fuses with hate,
It's my destiny, my fate.

It was a powerful bond,
Now far beyond,
Could gave birth,
A new life come to earth.

Through torture,
A living hell,
Seperated,
Disintegrated,
Cursed,
Never meant to live.

My offspring's death,
Left me a scar,
Farewell my sweet baby,
Loved your mother,
Loved even more you,
Amend me.

My body bleeds,
The pain exceeds,
Not going back my word,
Never vibrating the bord.

A tear sheds,
Eyes closed,
The moment engraved,
The feelings were matured.

Follow the stream,
The white sparkling beam,
Wait for me,
Be by thee.

Time is up,
Never give up,
Could be together,
Live on your paradise forever.

My offspring's death,
Left me a scar,
Farewell my sweet baby,
Loved your mother,
Loved even more you,
Forgive me.