Αγνή οργή…
Ο ήχος από μία σταγόνα που πέφτει
από ύψος σε μία λίμνη αντήχησε στο χώρο. Σκοτάδι και κρύο αγκαλιάζουν τον
παρατηρητή και μία απόκοσμη ανατριχίλα τον τυλίγει…
Δέσμη φωτός αποκαλύπτει αποσπάσματα
από τη σκηνή που προηγήθηκε και προκαλεί ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο σε αυτόν που
κρατάει το φακό. Ο διάδρομος είναι γεμάτος από διαλυμένα αντικείμενα, σκισμένα
χαρτιά και μία γραμμή αίματος που ξεκινάει στη μέση του και συνεχίζει προς τα
εμπρός.
Με το αριστερό του χέρι κρατάει
σφιχτά τον υπηρεσιακό του φακό και με το δεξί το περίστροφο του. Οι καρδιακοί
του παλμοί έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, αφού έχει μείνει μόνος να ελέγξει τον
διάδρομο αυτό, ενώ ο συνάδελφος του βρίσκεται σε άλλο σημείο του χώρου. Ο
ιδρώτας κυλάει ασταμάτητα και τον εμποδίζει από το να εστιάζει.
Σταματάει για να αφουγκραστεί και
να σκουπίσει τον κρύο πλέον ιδρώτα που τον λούζει όταν αντίκρισε ένα κομμένο
χέρι πάνω σε μία πολυθρόνα. Θέλει να ουρλιάξει και να τρέξει όσο πιο μακριά
γίνεται, όμως το καθήκον και η εκπαίδευση του τον κρατούν στη θέση του.
Έχοντας πάρει κουράγιο και
προσπαθώντας να ηρεμήσει προχωράει με αργά βήματα και ο θόρυβος που κάνουν οι
μπότες του θεωρεί πως είναι εκκωφαντικός. Στην πορεία του βλέπει μία πόρτα
ανοιχτή και παίρνει μία βαθειά ανάσα
προτού εισχωρήσει στο εσωτερικό.
Μερικά μέτρα πιο μέσα βλέπει τον
ιδιοκτήτη του χεριού, να κείτεται αποκεφαλισμένος και το δωμάτιο να είναι
γεμάτο τρύπες από σφαίρες και κάλυκες σκορπισμένους γύρω από ένα πολυβόλο.
Επιθεώρησε τον υπόλοιπο χώρο και δε βρήκε κάτι άλλο μακάβριο ή εκτός τόπου. Η
αίσθηση της ανακούφισης καταλάγιασε κάπως το φόβο του και με πιο σταθερό χέρι
συνέχισε στο διάδρομο.
Οι επόμενες πόρτες ήταν
κλειδωμένες, με ένα ανδρικό παπούτσι απέξω από κάποια, να μαρτυρά την άτακτή
φυγή κάποιου. Με μετρημένες κινήσεις και την αγωνία στο κατακόρυφο, ακούστηκε
μία φωνή:
«Έφτασα στο τέρμα του διαδρόμου από
ανατολικά. Που βρίσκεσαι?»
Η φωνή προερχόταν από τον ασύρματο
που είχε πάνω του και το ξαφνικό άκουσμα στην ατέλειωτη σιωπή, προκάλεσε πανικό
στον αστυνομικό. Του είχε πέσει ο φακός και φώτιζε υπό γωνία τον απέναντι
τοίχο, ρίχνοντας σκιές γύρω κρύβοντας πράγματα, όπως τη σκιά που πλησίαζε. Με
τρεμάμενα χέρια έπιασε το φακό και πίεσε με ένα δάχτυλο τον ασύρματο για να
μπορέσει να μιλήσει.
«Μόλις πέρασα από το 315 δωμάτιο
και συνεχίζω προς το τέρμα του διαδρόμου. Όλα δείχνουν ότι δόθηκε μεγάλη μάχη.
Εντόπισα και ένα αποκεφαλισμένο πτώμα στο 308.»
Ένα θρόισμα ακούστηκε πίσω του και
γύρισε λέγοντας σιωπηρές προσευχές από μέσα του. Ο φακός έριχνε το φως σε μία
σκοτεινή φιγούρα, στο ύψος του στήθους του, όμως ο φόβος του δεν του επέτρεπε
να ανέβει πιο ψηλά. Το περίστροφο του είχε χαθεί προτού καν θυμηθεί πως το είχε
στο χέρι του.
«Θα γυρίσεις από την άλλη πλευρά
και θα συνεχίσεις την έρευνα σου. Δε θα πεις ποτέ σε κανέναν ότι με συνάντησες,
γιατί αν το κάνεις δε θα δεις άλλη μέρα. Σύμφωνοι?» του είπε με ήρεμη, σιγανή
φωνή ο άντρας που στεκόταν μπροστά του.
«Μα- Μα- Μάλιστα…» τραύλισε ο
αστυνομικός.
Τότε ακούστηκε πάλι ο ήχος της
σταγόνας και με τρόμο συνειδητοποιεί πως ακούγεται πολύ κοντά. Ο φακός του
χαμηλώνει μερικά εκατοστά και η φρίκη ξεχειλίζει πλέον από τα εύθραυστα νεύρα
του, όταν αντίκρισε ένα κεφάλι να κρατιέται από τα μαλλιά στο γαντοφορεμένο
χέρι του άλλου.
«Αυτό είναι ο Ιανός και το κεφάλι
του είναι δικό μου.»
Προσωπική υπόθεση…
Ο Μέντορας στέκει στην αποβάθρα
μέχρι να φωνάξουν την αναχώρηση του τρένου του. Η ψηφιακή του ένδειξη έδειχνε
27:59:59. Μία ώρα πριν βρισκόταν στο αεροδρόμιο από όπου είχε αποτρέψει την
δολοφονία του Αυστριακού πρόξενου και αποτρέποντας με αυτόν τον τρόπο τα σχέδια
του αντιπάλου του.
Το σχέδιο του είχε αναπροσαρμοστεί
μετά τις εξελίξεις που είχαν γίνει παράλληλα, η Ζακ ήταν αιχμάλωτη του Ιανού
και έπρεπε να επανέλθουν οι ισορροπίες με κάθε κόστος. Η εξωτερική ηρεμία του
συναντούσε την εσωτερική απάθεια, το μυαλό του όμως λειτουργούσε σε υψηλές
ταχύτητες, αναλύοντας δεδομένα. Ένα από αυτά ήταν οι πληροφορίες που απέσπασε
από τον έτερο οδηγό που περίμενε το ζευγάρι, το σχέδιο πήγαινε όπως περίμενε.
Το σήμα ότι το τρένο έφευγε τον
παρότρυνε να μπει και λίγο μετά είχε βρει τη θέση του στο βαγόνι. Αρκετοί
προθυμοποιήθηκαν να τον βοηθήσουν, αφού στα μάτια τους ήταν μία γριά που
πήγαινε να συναντήσει τον εγγονό της στο τέλος της διαδρομής και οι βαλίτσες
της ήταν αρκετά βαριές για την ίδια. Ο Μέντορας ήταν ο καλύτερος στις
μεταμφιέσεις και αυτή του η αρετή τον βοηθούσε να παρεισφρέει οπουδήποτε ήθελε.
Το τρένο έχει ξεκινήσει και αρκετά
λεπτά μετά έχει ήδη χαθεί ο σταθμός από τον ορίζοντα. Η μέρα έχει αρχίσει να
δείχνει σημάδια βροχής, όμως ο ήλιος πεισματικά κάνει την εμφάνιση του. Ύστερα
από λίγο και ενώ χάζευε από το παράθυρο, δήθεν ότι δεν άκουγε τον εισπράκτορα
που του ζητούσε το εισιτήριο, γύρισε νωχελικά προς το μέρος του και
προσποιήθηκε ότι δεν είχε καταλάβει την παρουσία του.
«Με συγχωρείτε! Δε σας άκουσα με το
θόρυβο που κάνει το τρένο.» είπε με βαριά ιταλική προφορά.
Η έκφραση του ελεγκτή έγινε πιο
συγκαταβατική και πλησίασε περισσότερο την γριά που είχε απέναντι του.
«Δεν ήξερα ότι είστε Ιταλίδα! Δε
χρειάζεται να μου δείξετε το εισιτήριο σας.»
«Σας ευχαριστώ πολύ νεαρέ! Ελπίζω
να φτάσουμε σύντομα Αυστρία.»
«Μην ανησυχείτε κυρία μου! Σας
διαβεβαιώνω πως είναι το Express
και θα χρειαστούμε τρεις ώρες περίπου.
«Σας ευχαριστώ και πάλι νεαρέ μου.»
Ο εισπράκτορας απομακρύνθηκε και ο
Μέντορας έβγαλε από τη τσέπη του τη ψηφιακή οθόνη με την αντίστροφη μέτρηση:
27:11:20. Πατώντας μερικά πλήκτρα η οθόνη άλλαξε και μπορούσε να πληκτρολογήσει
ένα μήνυμα που ανέμενε κάποιος πράκτορας του μερικά χιλιόμετρα μπροστά στις
σιδηροδρομικές γραμμές της διαδρομής.
Ξαφνικά ακούει βήματα να τον
πλησιάζουν και μετατοπίζει το σώμα του μερικά εκατοστά και κάποιος πέφτει πάνω
του.
«Δε βλέπεις ότι περπατάω? Χαμένη
γριά.» φώναξε ο διερχόμενος.
Ο Μέντορας – γριά δεν αποκρίθηκε
και μονάχα ζάρωσε περισσότερο στο τζάμι, για να κρύψει τη χαρά του, προτού
γυρίσει και κατευθυνθεί προς το εσωτερικό του βαγονιού. Πριν προλάβει να
ανοίξει την πόρτα επόμενου βαγονιού, άκουσε φωνές να ζητάνε βοήθεια και να
προστρέχουν πάνω από το πεσμένο σώμα του ανθρώπου που είχε συμπεριφερθεί
ανάρμοστα σε μία γριά. Ο εισπράκτορας είχε σπεύσει και αυτός με τη σειρά του,
για να ανακαλύψει μία τομή στο στήθος του, μικρή, αλλά αποτελεσματική.
Ο Μέντορας έχοντας πάρει τα
πράγματα και έχοντας αλλάξει μεταμφίεση βρισκόταν στην οροφή του τρένου,
περιμένοντας να σταματήσει. Η επιθυμία του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί
δεκαπέντε λεπτά μετά, καθώς ένα πτώμα σε διεθνή σιδηροδρομική γραμμή δε
μπορούσε να μεταβεί σε άλλη χώρα. Με μία γρήγορη κίνηση βρέθηκε στο πλάι του
τρένου και άρχισε να τρέχει προς μία συστάδα δέντρων.
Στη συνέχεια άλλαξε πορεία και
μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά βρήκε ένα αυτοκίνητο να τον περιμένει με τα
κλειδιά στη μηχανή. Η αντίστροφη μέτρηση έδειχνε 26:48:35, όλα έβαιναν βάσει
σχεδίου και κυρίως μία προσωπική υπόθεση έλαβε τέλος, έμενε η επόμενη.
Νέα πιόνια…
Η σύνδεση με το αρχηγείο είχε
πραγματοποιηθεί και οι φόβοι του καπετάνιου έγιναν πραγματικότητα. Ο ανώτερος
του έβριζε και απειλούσε ότι θα του πάρει τη ζωή. Ο ίδιος αδυνατούσε να
εξηγήσει πως είχε παρακούσει μία τόσο σημαντική διαταγή, αφού η αιτία θα
έμοιαζε με πρόφαση ή δικαιολογία.
Έπειτα από την έντονη κριτική που
δέχτηκε ο καπετάνιος βημάτιζε ακόμη πιο νευρικά, γιατί πίστευε ότι η θέση του
στο ναυτικό είχε λάβει άδοξο τέλος. Παραιτημένος και ψυχικά εξαντλημένος έκατσε
στην καρέκλα του χαμένος σε σκέψεις. Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον
επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Κύριε! Μόλις ήρθε μήνυμα από το
αρχηγείο!»
Το πρόσωπο του σκοτείνιασε, διότι
περίμενε την καθαίρεση του.
«Έρχομαι.» είπε ξεψυχισμένα.
Με τρόμο κοίταξε το
αποκρυπτογραφημένο μήνυμα που είχε στείλει το αρχηγείο. Η απορία του ήταν
εμφανής, όπως και στην τηλεγραφητή, κοιτάζονταν σα χαμένοι μεταξύ τους, όπως
και οι κατώτεροι του αξιωματικοί.
«Είσαι σίγουρος για την
αποκρυπτογράφηση?»
«Μάλιστα καπετάνιε! Την έκανα τρεις
φορές!»
«Αδύνατον…»
«Δε γίνεται…»
«Καπετάνιε πως μπορεί να γίνεται?»
ρώτησε έκπληκτος ο υποπλοίαρχος.
«Δε ξέρω…»
Το χαρτί έπεσε από τα χέρια του και
κανείς δεν του έδωσε σημασία, εκτός από κάποιον ναύτη που το μάζεψε αμέσως και
χάθηκε από την γέφυρα του υποβρυχίου.
Ο άνθρωπος του Ιανού που θα έπαιρνε
τη θέση του Αυστριακού πρόξενου είχε φτάσει στον προορισμό του και με την κάρτα
ασφαλείας που είχε παραλάβει μπήκε στο κεντρικό κτίριο του υπουργείου
εξωτερικών για να δηλώσει την ευτυχή του ατυχία να μην βρίσκεται στο αεροπλάνο
που συνετρίβη στην Ιταλία.
Οι οδηγίες του ήταν να παραστήσει
τον πρόξενο προκειμένου να περάσει στην επόμενη φάση το σχέδιο του Ιανού, η
οποία θα ξεκινούσε μόλις μάθαινε τις οδηγίες που θα του έδινε η κυβέρνηση όταν
θα μετέβαινε ξανά στην Ιταλία.
Η άφιξη του στην υποδοχή ασφαλείας
προξένησε ερωτηματικά στους φρουρούς και κυρίως στον υπεύθυνο ασφαλείας που
είχε ενημερωθεί πως ο πρόξενος βρισκόταν στη θέση του, παρ’ όλο που είχε
δημιουργηθεί κάποιο επεισόδιο κατά την άφιξη του. Αμέσως σταμάτησαν τον ψεύτικο
πρόξενο και τον οδήγησαν σε ένα δωμάτιο κράτησης, ενώ ενημερώνονταν τα
υψηλότερα κλιμάκια σημαίνοντας συναγερμό.
Από την πλαϊνή είσοδο μπήκε μία
γυναίκα που έμοιαζε με μοντέλο και αφού έδωσε τα διαπιστευτήρια της στους
συνεπαρμένους φύλακες προχώρησε στους ανελκυστήρες με νάζι. Πίσω της σχόλια και
βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω της, αγνοώντας πως λίγο πιο κει περνούσε
απαρατήρητος ένας άντρας με ένα χαρτοφύλακα.
Η αποστολή μίας ομάδας ερευνητών βρισκόταν
σε ένα τζιπ μέσα σε μία αχανή ζούγκλα και με οδηγό τους έναν ιθαγενή
προσπαθούσαν να επιστρέψουν στην πόλη και να μεταφέρουν τις ειδήσεις για τα
ευρήματα τους. Μέσα στο αυτοκίνητο βρίσκονταν έξι άτομα, εμφανώς συμπιεσμένα,
αλλά χαρούμενα με την ανακάλυψη τους. Οι συζητήσεις περιστρέφονταν από το πώς η
επιστημονική κοινότητα θα λάμβανε τα νέα και αν θα τους πρότειναν μία μεγάλη
επιχορήγηση για να συνεχίσουν τις έρευνες τους.
Η χαρούμενη ατμόσφαιρα όμως,
εξανεμίστηκε απότομα όταν ένας ήχος ακούστηκε από μπροστά και δεξιά, το λάστιχο
είχε σκάσει. Έτσι κατέβηκαν όλοι από το όχημα και πήγαν να ελέγξουν τη ζημιά. Ο
ιθαγενής είχε ήδη αρχίσει να βγάζει τη ρεζέρβα όταν άκουσε φωνές και τις
γυναίκες της αποστολής να ουρλιάζουν ξέφρενα. Έχοντας καλυφθεί πίσω από το
αυτοκίνητο είδε μία ομάδα ενόπλων να σφαγιάζει όλους τους ευρωπαίους που είχε
μαζί του.
Τρομαγμένος και ανίκανος να σκεφτεί
λογικά έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην αχανή ζούγκλα. Η φασαρία είχε καλύψει
το θόρυβο που έκανε και με αυτόν τον τρόπο είχε γλυτώσει από τη μανία των
δολοφόνων. Η επιβίωση του όμως φάνταζε δύσκολη.
Στρατόπεδο…
Ο C-4 είχε βγει από το δωμάτιο όπου διεξαγόταν η ανάκριση και
ήταν χαρούμενος, αφού μπορούσε να παίξει όπως ήθελε και κυρίως όποτε ήθελε.
Είχε αφήσει δύο φρουρούς μαζί της, αφού πρώτα την είχε αφήσει αναίσθητη, μετά
από δύο ώρες ψυχολογικής και σωματικής βίας.
«Είναι σκληρή η σκρόφα και μου
αρέσει ακόμη περισσότερο…» σκεφτόταν όσο πήγαινε να ξεκουραστεί και να της
αφήσει περιθώριο να ανακτήσει τις δυνάμεις της για τον επόμενο γύρο.
Η Ζακ πίστευε πως είχε χάσει την
αίσθηση του χρόνου και κυριότερο τις αισθήσεις της. Με απανωτά χτυπήματα σε όλο
της το σώμα και συνεχόμενη ανάκριση ήξερε πως όσο δυνατή και να ήταν δε θα άντεχε
για πολύ ακόμα. Είχε εξαντλήσει όλα της τα κόλπα για να καταφέρει να ξεφύγει,
όμως τίποτα δεν είχε αποδώσει. Το τέλος της πλησίαζε δυσοίωνα.
Η περίπολος πέρασε από ένα σημείο
ελέγχου και μερικά μέτρα πιο πέρα σωριάστηκαν στο έδαφος νεκροί. Μία φιγούρα
ξεπρόβαλε πίσω από κάτι βαρέλια ανεφοδιασμού και μάζεψε τα πτώματα πίσω τους.
Σύννεφα πύκνωναν όλο και περισσότερο κρύβοντας τον ήλιο και τον ίδιο από τους
στρατιώτες.
Οι πληροφορίες που είχε λάβει ήταν
πως ο στόχος του βρισκόταν στο κεντρικό κτίσμα με την ακτινική διάταξη. Η νέα
του αμφίεση τον έκανε να μοιάζει με στρατιώτη του στρατοπέδου και με το καπέλο
που φορούσε έκρυβε τα χαρακτηριστικά του.
Προσπέρασε κάποια περίπολο και
εντόπισε στην είσοδο δύο φρουρούς που έστεκαν εκατέρωθεν της πόρτας. Κοιτάζοντας
με τρόπο γύρω του αν υπήρχαν άλλοι στρατιώτες κοντά προχώρησε προς το μέρος
τους. Οι δύο φρουροί μιλούσαν μεταξύ τους και όταν είδαν να πλησιάζει ο
στρατιώτης σταμάτησαν, για να τον κοιτάξουν με απορία αρχικά και μετά σκόπευαν
να τον ρωτήσουν τι ζητούσε τέτοια ώρα εκεί.
Δύο ακόμα πτώματα έπεσαν στο έδαφος
και ο Μέντορας τα μάζεψε στο εσωτερικό του κτιρίου. Γνώριζε πως έπρεπε να
επιταχύνει τις διαδικασίες καθώς ο χρόνος είχε περάσει ανεπιστρεπτί.
25:12:37
Την ίδια στιγμή ένα ελικόπτερο
απογειωνόταν από το ελικοδρόμιο με δύο επιβάτες. Ο Ιανός έφευγε από το
στρατόπεδο για προχωρήσει με τις επόμενες φάσεις και να βρεθεί σε ένα σημείο
όπου θα λάμβανε χώρα μία πολύ σημαντική συνάντηση. Πρώτα είχε βεβαιωθεί πως η
αιχμάλωτη του δεν είχε τίποτα νέο να του προσφέρει και έτσι την είχε αφήσει στα
χέρια του πιο αδίστακτου στρατιώτη του.
«Κρίμα για σένα…» είπε στον αέρα.
Ο νέος γύρος βασανιστηρίων είχε
διαρκέσει λιγότερη ώρα από την προηγούμενη, καθώς η αιχμάλωτη βρέθηκε αναίσθητη
πολύ γρήγορα. Ο γιατρός είχε επιβεβαιώσει τις υποψίες του και του τόνισε πως αν
συνέχιζε με αυτόν τον ρυθμό η κοπέλα δε θα έβγαζε τη μέρα.
«Αν τη βίαζα επανειλημμένα θα ήταν
καλύτερα?» ρώτησε ο σωματώδης αξιωματικός.
«Εξαρτάται αν τη θες ζωντανή ή όχι.
Δε μπορώ να κάνω θαύματα.» είπε με κυνισμό ο γιατρός.
Η συζήτηση τους διεκόπη απότομα
όταν ένας χτύπος στην πόρτα ακούστηκε στο δωμάτιο.
Ο Μέντορας είχε βρει το δωμάτιο με
την προστατευόμενη του μέσα και ο θυμός του ξεπέρασε τα όρια όταν άκουσε την
συνομιλία πίσω από την πόρτα, είχε έρθει η ώρα για εκδίκηση.
Ο γιατρός άνοιξε την πόρτα και
αντίκρισε τον εξωτερικό διάδρομο.
Βγήκε έξω από το δωμάτιο και δεν
υπήρχε κανείς, οπότε γύρισε να βρει απαντήσεις στον C-4 που βρισκόταν στο εσωτερικό, αλλά μόλις προσπάθησε να
μιλήσει κατάλαβε πως κάτι τον δυσκόλευε και αίμα ανάβλυσε από το στόμα του.
Οι άλλοι τρεις άντρες μέσα
κινητοποιήθηκαν άμεσα έχοντας λάβει θέσεις μάχης και οι δύο φρουροί είχαν στα
χέρια τους δύο αυτόματα τύπου Uzi. Προτού
όμως στοχεύσουν στον επίδοξο εισβολέα, έγειραν αργά πίσω στο τοίχο με δύο λάμες
καρφωμένες στην καρωτίδα τους.
Ο C-4 κραύγαζε διαταγές για να σκοτώσουν τον άγνωστο και να
προχωρήσουν με προσοχή, προτού καταλάβει ότι ήταν μόνος του πλέον.
«Έχεις τις εξής επιλογές: γρήγορο
θάνατο ή αργό. Τι επιλέγεις?»
«Νομίζεις ότι μπορείς να με
σκοτώσεις? Είσαι γελασμένος.»
Ο Μέντορας βρισκόταν στην είσοδο
του δωματίου και ο αντίπαλος του ένα μέτρο από την Ζακ. Έχοντας μελετήσει την
κατάσταση ανέμενε πως ο άλλος θα χρησιμοποιούσε την αναίσθητη κοπέλα σαν
ασπίδα.
«Κάνεις λάθος, δε νομίζω, ξέρω. Εσύ
από την άλλη έχεις δύο επιλογές. Ποια διαλέγεις?»
Ο C-4 με ένα βήμα είχε βρεθεί πίσω από την Ζακ και με το όπλο
που έκρυβε πίσω από την πλάτη του προσπάθησε να το στρέψει σε εκείνη. Η
προσπάθεια του έμεινε ημιτελής, αφού το χέρι που κρατούσε το όπλο έπεφτε αργά
στο έδαφος. Με έκπληξη και απορία λίγο πριν νιώσει τον απόλυτο πόνο έριξε ένα
βλέμμα στον αντίπαλο του.
Ο Μέντορας προσπερνώντας τον
πεσμένο υπερμεγέθη εχθρό του πήγε να περισυλλέξει το κατάνα σπαθί του από τον
τοίχο. Στη συνέχεια με μία κοφτή κίνηση αποκόλλησε και το άλλο χέρι από τον ώμο,
ενώ με την ίδια κίνηση και στριφογυρίζοντας απελευθέρωσε την αναίσθητη κοπέλα
από τα δεσμά της. Βάζοντας το σπαθί στη θέση του πήρε το σώμα της και το έβαλε
στον ώμο του, αφήνοντας πίσω του να πεθάνει από αιμορραγία ο βασανιστής της.
«Ξεκινήστε την εκκαθάριση.» είπε
στον ασύρματο.
Απώλεια…
Ένα δάκρυ κυλούσε αργά πάνω στο
ζυγωματικό του και διέγραφε μία πορεία καθοδική. Ο λαιμός του είχε ξεραθεί και
ένας πόνος αβάσταχτος τον κατέβαλε, κάνοντας τον να λυγίσει τα γόνατα και να
βρεθεί γονυπετής μπροστά στο άψυχο σώμα. Κάτι μέσα του είχε σπάσει, ο πόνος
είχε διαρρήξει το μόνο μέρος που είχε αφήσει αγνό, το μόλυνε με μίσος και άφησε
πίσω του ένα κέλυφος.
Τα χέρια του χάιδευαν το απαλό
δέρμα στο πρόσωπο της και τα δάκρυα κυλούσαν τώρα με ορμή, σαν ένα ποτάμι που
ξεχείλισε. Κλείνει τα μάτια και τη βλέπει να είναι ζωντανή, να κινείται, να
μιλάει και να χαμογελάει. Ανοίγει τα μάτια του και τη βλέπει νεκρή, ακίνητη,
σιωπηλή και να έχει ένα θλιμμένο ύφος.
Σκύβει με τρυφερότητα το κεφάλι του
πάνω στο στήθος της και την αγκαλιάζει για τελευταία φορά. Μυρίζει το άρωμα της
και προσπαθεί να το καταγράψει για πάντα στη μνήμη του, μη θέλοντας να
αποχωριστεί καμία λεπτομέρεια που την χαρακτηρίζει. Σηκώνεται αργά από το έδαφος
και σταυρώνει τα χέρια της πάνω στο φόρεμα που της είχε αγοράσει. Ένα φόρεμα
που είχε λερώσει με αίματα και σκόνη.
Με προσοχή τη σηκώνει στην αγκαλιά
του και τη μεταφέρει σε ένα πιο ήσυχο μέρος που επέλεξε να είναι η αιώνια
κατοικία της. Φτάνοντας στον ανοιχτό τάφο
την τοποθετεί με ευλάβεια και τη φιλάει στο μέτωπο με στοργή, με τα
δάκρυα του να τη ραίνουν για τελευταία φορά. Τελευταία φορά που είχε δάκρυα,
συναισθήματα και αγάπη να προσφέρει, επειδή πλέον είχε μόνο άσβεστο μίσος.
Η εκδίκηση είναι κάτι που θα παρθεί
εν ψυχρώ, αλλά θα σου κλέψει για πάντα κάτι από σένα, ένα κομμάτι του εαυτού
σου.
Σκεπάζοντας τον πρόχειρο τάφο με
χώμα, θυμάται μερικά χρόνια πριν που είχε διαβάσει ένα ανώνυμο ποίημα που ήταν
γραμμένο σε ένα παγκάκι. Τότε του έμοιαζε τόσο ξένο που δεν καταλάβαινε γιατί
να επιχειρήσει κάποιος να το γράψει δημόσια. Τώρα όμως ήξερε…
My offspring's death,
Left me a scar,
Farewell my sweet baby,
Loved your mother,
Loved even more you,
Blame me.
In an April's night,
I have lost my might,
My might to neglect,
My might to reject.
Misleaded by heart,
Got hit by a dart,
Misjudged the situation,
Blinded by deflection.
What goes around,
Comes around,
So love fuses with hate,
It's my destiny, my fate.
It was a powerful bond,
Now far beyond,
Could gave birth,
A new life come to earth.
Through torture,
A living hell,
Seperated,
Disintegrated,
Cursed,
Never meant to live.
My offspring's death,
Left me a scar,
Farewell my sweet baby,
Loved your mother,
Loved even more you,
Amend me.
My body bleeds,
The pain exceeds,
Not going back my word,
Never vibrating the bord.
A tear sheds,
Eyes closed,
The moment engraved,
The feelings were matured.
Follow the stream,
The white sparkling beam,
Wait for me,
Be by thee.
Time is up,
Never give up,
Could be together,
Live on your paradise forever.
My offspring's death,
Left me a scar,
Farewell my sweet baby,
Loved your mother,
Loved even more you,
Forgive me.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου